Τζον Κόνσταμπλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τζον Κόνσταμπλ: Η κοιλάδα Στάουρ και η εκκλησία του Ντέντχαμ (1814–1815). Λάδι σε καμβά, 55 εκ. x 78 εκ. Μουσείο Καλών Τεχνών, Βοστόνη, ΗΠΑ.

Ο Τζον Κόνσταμπλ (John Constable) Ηστ Μπέργκχολτ (East Bergholt), Αγγλία, 11 Ιουνίου 1776Λονδίνο, 31 Μαρτίου 1837) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους τοπιογράφους. Διακρίθηκε επίσης στην προσωπογραφία.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έφτασε στην ακμή του μετά τα σαράντα του και αναγνωρίστηκε στην Αγγλία, αφού πρώτα είχε αναγνωριστεί στην Γαλλία, στο Σαλόν του Παρισιού. Ήταν υπέρμαχος του ρομαντισμού και ευαίσθητος χαρακτήρας. Η τέχνη του μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των Ντελακρουά και Ζερικό, ενώ επηρέασε όλους τους μετέπειτα ζωγράφους του Μπαρμπιζόν κι ακόμα και τους ιμπρεσιονιστές.

Ήταν ο δευτερότοκος γιος του Γκόλντινγκ Κόνσταμπλ, ενός πλούσιου εμπόρου καλαμποκιού και αλεύρων, και της Ανν Γουάτς. Το 1794 πήγε στο Νόρφολκ για σπουδές και ένα χρόνο μετά γνώρισε τον συλλέκτη έργων τέχνης Σερ Τζορτζ Μπόμοντ. Έτσι αποφάσισε να ασχοληθεί με την ζωγραφική και τον επόμενο χρόνο γράφηκε μαθητής του Τζον Τόμας Σμιθ και αργότερα από του Τζορτζ Φροστ.

Το 1801 έκανε ταξίδια για να ζωγραφίσει, ενώ το 1809 παντρεύτηκε μυστικά την Μαρία Μπίκνελ, γιατί οι δικοί της αντιδρούσαν. Το 1816 έχασε και τους δυο γονείς του, και ξαναπαντρεύτηκε την Μαρία, ενώ είχαν χωρίσει.

Το 1821 άρχισε να παίρνει καλές κριτικές από πολλούς μεγάλους κριτικούς στην Βασιλική Ακαδημία. Το 1828 πέθανε η σύζυγός του και τάφηκε στο Λονδίνο. Εννέα χρόνια αργότερα, στις 31 Μαρτίου 1937, πέθανε και αυτός ξαφνικά στο Λονδίνο σε ηλικία 61 ετών. Η σορός του τάφηκε δίπλα στην σορό της συζύγου του.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα