Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τζίνα Σιμονόφσκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Κίριλ (Τζίνα) Σιμονόφσκι
Προσωπικές πληροφορίες
Ημερ. γέννησης19 Οκτωβρίου 1915 (1915-10-19) (110 ετών)
Τόπος γέννησηςΣκόπια
Ημερ. θανάτου12 Ιουνίου 1984 (68 ετών)
Τόπος θανάτουΒελιγράδι
ΘέσηΑριστερός μπακ
Επαγγελματική καριέρα*
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1938-1941Γκρατζιάνσκι Σκοπίων59(1)
1942-1945Μακεντόνιγια Σκοπίων
1945-1950Παρτιζάν Βελιγραδίου53(18)
1950-1953ΦΚ Βάρνταρ75(21)
Εθνική ομάδα
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1942Βουλγαρία2(0)
1946-1949Γιουγκοσλαβία10(1)
Προπονητική καριέρα
ΠερίοδοςΟμάδα
1953-1955ΦΚ Βάρνταρ
1953-1954Άρης Θεσσαλονίκης
1956-1957Παρτιζάν Βελιγραδίου
1958-1960Απόλλων Αθηνών
1960-1962Ολυμπιακός Πειραιώς
1963Παρτιζάν Βελιγραδίου
1963-1966Απόλλων Αθηνών
1969-1970Παρτιζάν Βελιγραδίου
* Οι συμμετοχές και τα γκολ στις προηγούμενες ομάδες υπολογίζονται μόνο για τα εγχώρια πρωταθλήματα.
† Συμμετοχές (Γκολ).

Ο Κίριλ (Τζίνα) Σιμονόφσκι (19 Οκτωβρίου 1915-12 Ιουνίου 1984) ήταν Σλαβομακεδόνας διεθνής (με την Εθνική Ομάδα της πρώην Γιουγκοσλαβίας) ποδοσφαιριστής και προπονητής. Αγωνίσθηκε στους συλλόγους FK Jug (στο ξεκίνημά του), Gragjanski Skopje (1938-1940), Macedonia Skopje (1941-1942 στο πρωτάθλημα της βουλγαρικής πολιτείας, όπως είχε μετονομαστεί η περιοχή λόγω κατάληψης από το βουλγαρικό στρατό, ενώ το ίδιο διάστημα έπαιξε 2 φορές στην Εθνική Ομάδα της Βουλγαρίας με το εκβουλγαρισμένο όνοματεπώνυμο Kiril Simeonov ), Βαρντάρ Σκοπίων (1943-1944) και Παρτιζάν Βελιγραδίου (1945-1950,[1] κερδίζοντας 2 πρωταθλήματα Γιουγκοσλαβίας και 1 κύπελλο). Ήταν ο πρώτος Σλαβομακεδόνας ποδοσφαιριστής που κλήθηκε στην Εθνική Ομάδα της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας (10 συμμετοχές-1 γκολ).[2]

Μετά τη λήξη της αγωνιστικής σταδιοδρομίας του, αποφοίτησε από τη σχολή προπονητών της Παρτιζάν (1946-47) και το 1951 ανέλαβε προπονητής των τμημάτων υποδομής της Παρτιζάν. Στη συνέχεια εργάστηκε στη Βαρντάρ, Άρη Θεσσαλονίκης (για ένα τετράμηνο την περίοδο 1953-54)[3], στον Απόλλων Αθηνών, στον Ολυμπιακό και σε πολλά άλλα σωματεία της Γιουγκοσλαβίας, της Ελλάδας και της Κύπρου.

Ειδικότερα, το καλοκαίρι του 1956 διετέλεσε για πρώτη φορά προπονητής της Παρτιζάν (και υπήρξε ο πρώτος πρώην ποδοσφαιριστής - προπονητής της Παρτιζάν), αλλά λόγω κακών αποτελεσμάτων αντικαταστάθηκε τον Ιανουάριο του 1957. Η δεύτερη θητεία του στην Παρτιζάν ξεκίνησε το 1966, μετά τον τελικό στις Βρυξέλλες και την αποχώρηση του Abdulah Gegić, όταν ο Σιμονόφσκι θα οδηγήσει την ομάδα στους τρεις τελευταίους αγώνες του πρωταθλήματος, καθώς και στο πρώτο τρίτο της επόμενης σεζόν (έφυγε μετά την 9η αγωνιστική).[4] Η τελευταία του θητεία ήταν κατά τη σεζόν 1969/70. όταν αντικατέστησε τον Στέβαν Βίλοτιτς τον Νοέμβριο, σημειώνοντας εξαιρετικά αποτελέσματα, χάρη στα οποία η Παρτιζάν κατέλαβε τη 2η θέση του πρωταθλήματος. [5]