Σλαβομακεδόνες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Σλαβομακεδόνας)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά το έθνος των Σλαβομακεδόνων. Για τους σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας, δείτε: Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας.
Για τους σλαβόφωνους της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, δείτε: Σλαβόφωνοι στην οθωμανική Μακεδονία.
Σλαβομακεδόνες
Македонци
Συνολικός πληθυσμός
2 εκατομμύρια
Περιοχές με σημαντικούς πληθυσμούς
Flag of North Macedonia.svg Βόρεια Μακεδονία 1.297.981 [1]
Flag of Australia.svg Αυστραλία 83.978 [2]
Flag of Italy.svg Ιταλία 65.347
Flag of Germany.svg Γερμανία 62.295
Flag of Switzerland.svg Ελβετία 61.304 [3]
Flag of the United States.svg Ηνωμένες Πολιτείες 57.200 [4]
Flag of Brazil.svg Βραζιλία 45.000
Flag of Canada.svg Καναδάς 37.055
Flag of Turkey.svg Τουρκία 31.518
Flag of Serbia.svg Σερβία 22.755 [5]
Flag of Austria.svg Αυστρία 23.056 [6]
Flag of Albania.svg Αλβανία 5.512
Flag of Croatia.svg Κροατία 4.138 [7]
Flag of Slovenia.svg Σλοβενία 3.972 [8]
Flag of Bosnia and Herzegovina.svg Βοσνία και Ερζεγοβίνη 2.278 [9]
Flag of Bulgaria.svg Βουλγαρία 1.654 [10]
Flag of Romania.svg Ρουμανία 1.264 [11]
Flag of Montenegro.svg Μαυροβούνιο 900 [12]
Flag of Greece.svg Ελλάδα 747 [13]
Flag of Russia.svg Ρωσία 325 [14]
Γλώσσες
Σλαβομακεδονική γλώσσα
Θρησκεία
Ορθόδοξος Χριστιανισμός
(Υπάρχουν Καθολικοί και Μουσουλμάνοι)
Σχετιζόμενες εθνικές ομάδες
Με τους Βουλγάρους

Οι Σλαβομακεδόνες (σλαβομακεδονικά: Македонци, προφ. Μακέντοντσι), είναι ένα σλαβικό έθνος που κατοικεί ως επί το πλείστον στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας[15]. Μιλούν τη σλαβομακεδονική, μία νότια Σλαβική γλώσσα (άλλοτε αποκαλούμενη βουλγαρική ή σλαβονική[16]), την οποία αποκαλούν македонски (μακέντονσκι). Στην Ελλάδα αποκαλούνται καταχρηστικά και ως Σκοπιανοί.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παραδοσιακή ιστοριογραφία έδειξε ότι αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες εμφανίζονται με την έναρξη επιδρομών και εισβολών των Σλάβων και Αβάρων από τη Βλαχία και τη Δυτική Ουκρανία κατά τον 6ο και 7ο αιώνα. Ωστόσο, οι πρόσφατες ανθρωπολογικές και αρχαιολογικές προοπτικές έβλεπαν την εμφάνιση των Σλάβων στη Μακεδονία και γενικά στα Βαλκάνια ως μέρος μιας ευρείας και πολύπλοκης διαδικασίας μετασχηματισμού του πολιτιστικού, πολιτικού και εθνογλωσσικού βαλκανικού τοπίου μετά την κατάρρευση της ρωμαϊκής εξουσίας. Οι ακριβείς λεπτομέρειες και η χρονολόγηση των μετατοπίσεων του πληθυσμού πρέπει να καθοριστούν. Εκτός από τη Βουλγαρία, η περιοχή της πΓΔΜ παρέμεινε «Ρωμαϊκή» στις πολιτιστικές της προοπτικές μέχρι τον 7ο αιώνα. Ωστόσο, ταυτόχρονα, πηγές επιβεβαιώνουν πολλές σλαβικές φυλές στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης και πιο έξω, συμπεριλαμβανομένου των Βερζητών στην Πελαγονία. Μεταγενέστερες μεταναστεύσεις περιλάμβαναν τους Μαγυάρους τον 9ο αιώνα, τους Αρμένιους τον 10ο και τον 12ο αιώνα, τους Κουμάνους τον 11ο και τον 13ο αιώνα. Οι σκλαβηνίες της Μακεδονίας πιθανότατα υπήχθησαν στη Βουλγαρική επιρροή κατά τη διάρκεια της βασιλείας της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας στα μέσα του 9ου αιώνα. Στη συνέχεια, τα λογοτεχνικά και εκκλησιαστικά κέντρα στην Οχρίδα έγιναν μια δεύτερη πολιτιστική πρωτεύουσα της μεσαιωνικής Βουλγαρίας.

Η Στρατιωτική Εγκυκλοπαίδεια της πρώην Γιουγκοσλαβίας κατατάσσει τους προγόνους των σημερινών κατοίκων της Βόρειας Μακεδονίας ως Σλάβους, ανθρώπους των πρώτων σλαβικών φυλών όπως οι Βερεζίτοι, οι Δραγουβίτοι, οι Σμόλιανοι, οι Ρίνχινοι, οι Βελεγιζίτοι και άλλοι, οι οποίοι εισήλθαν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία τον 6ο και τον 7ο αιώνα μ.Χ.. Σύμφωνα με μία πηγή, τον 6ο με 7ο αιώνα κατοίκησαν Σλάβοι στην περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας. Στη συνέχεια θεωρούντο ως επί το πλείστον Βούλγαροι και πολλοί από αυτούς σχεδόν μέχρι τον εικοστό αιώνα έβλεπαν τους εαυτούς τους ως Βουλγάρους.[17]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλέντι Σλαβομακεδόνων στο Βερολίνο (2008).

Η έννοια της «σλαβομακεδονικής» εθνότητας, ξεχωριστή από τους ορθόδοξους βαλκανικούς γείτονές της, φαίνεται να είναι μια συγκριτικά νέα. Οι πρώτες εκδηλώσεις της αρχικής σλαβομακεδονικής ταυτότητας εμφανίστηκαν κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ανάμεσα σε περιορισμένους κύκλους σλαβικών διανοουμένων, κυρίως έξω από την περιοχή της Μακεδονίας. Εμφανίστηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 και έτσι εδραιώθηκαν από την κυβερνητική πολιτική της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι αναφορές σε «Μακεδόνες» ήταν ποικίλες, από γεωγραφική ως διοικητική. Οι βυζαντινοί ιστορικοί χαρακτήρισαν τα πολυάριθμα σλαβικά φυλετικά συνδικάτα στα πρώιμα μεσαιωνικά Βαλκάνια ως «Σκλαβηνικά» και συχνά τα συσχετίζονταν με συγκεκριμένες φυλές. Στον 9ο αιώνα, ο Θεοφάνης ο Ομολογητής ανέφερε ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Β κατέλαβε την Μακεδονική Σλαβινίνια (μικρές φυλετικές τάξεις των Σλάβων που εγκατέστησαν τα Βαλκάνια μετά την κατάρρευση των Αβάρων) το 758-759. Οι σύγχρονοι Σλαβομακεδόνες ιστορικοί το χαρακτήρισαν ως ένα είδος πρωταρχικής εθνοπολιτικής οντότητας, όμως αυτές οι απόψεις είναι αμφίβολες. Αυτοί οι Σλάβοι δεν είχαν επαρκείς ικανότητες οικοδόμησης του κράτους, δεν κατάφεραν να τις ενώσουν και τον 8ο αιώνα επανακτήθηκαν από τους Βυζαντινούς. Από την άλλη πλευρά, οι πρόσφατες δημοσιεύσεις του Φλόριντ Κούρτα περιγράφουν τη μεγάλη σλαβική εισβολή του 6ου και 7ου αιώνα στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στη Μακεδονία. Έτσι, οι Κροάτες, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι οργάνωσαν την δημιουργία των πρώτων νότιων σλαβικών κρατών και ο τοπικός (σλαβικός) πληθυσμός στη σημερινή Βόρεια Μακεδονία κατακτήθηκε από τους Βουλγάρους στα μέσα του 9ου αιώνα. Ωστόσο, καθ 'όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, η πλειοψηφία των Σλαβικών πληθυσμών στην περιοχή της Μακεδονίας παρέπεμπε πιο συχνά στους Βούλγαρους. Ωστόσο, στην προ-εθνικιστική εποχή, οι όροι "Βούλγαρος" δεν είχαν αυστηρό εθνο-εθνικιστικό νόημα, μάλλον ήταν χαλαροί, συχνά εναλλάξιμοι όροι που θα μπορούσαν ταυτόχρονα να υποδηλώνουν θρησκευτικό προσανατολισμό, σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες.

Μετά την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Οθωμανούς τον 15ο αιώνα, όλοι οι Ανατολικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί συμπεριλήφθηκαν σε μια συγκεκριμένη εθνοθρησκευτική κοινότητα κάτω από τη γκρεκοβυζαντινή δικαιοδοσία που ονομάζεται Ρουμ Μιλλέτ. Η συμμετοχή σε αυτήν τη θρησκευτική κοινότητα ήταν τόσο σημαντική που οι περισσότεροι από τους κοινούς ανθρώπους άρχισαν να αναγνωρίζονται ως Χριστιανοί. Ωστόσο, Σλαβομακεδονική εθνότητα δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Αυτό επιβεβαιώνεται από το Φιρμάνι του Σουλτάνου από το 1680 που περιγράφει τις εθνοτικές ομάδες στα βαλκανικά εδάφη της αυτοκρατορίας ως εξής: Έλληνες, Αλβανοί, Σέρβοι, Βλάχοι και Βούλγαροι.

Η άνοδος του εθνικισμού στην οθωμανική αυτοκρατορία στις αρχές του 19ου αιώνα κατέστησε αντίθετη αυτήν τη συνεχιζόμενη κατάσταση. Οι συντονισμένες ενέργειες, που πραγματοποιήθηκαν από τους Βούλγαρους εθνικούς ηγέτες που υποστηρίχθηκαν από την πλειοψηφία του σλαβικού πληθυσμού στη σημερινή πΓΔΜ προκειμένου να αναγνωριστούν ως ξεχωριστή εθνοτική οντότητα, αποτελούσαν το λεγόμενο «βουλγαρικό μιλλέτ», το οποίο αναγνωρίστηκε το 1870. Τη στιγμή της δημιουργίας του, οι άνθρωποι που ζούσαν στη Μακεδονία του Βαρδάρη δεν υπαγόταν στην Βουλγαρική Εξάρχεια. Αναφερόμενοι στα αποτελέσματα των ερευνών και βάσει στατιστικών και εθνολογικών ενδείξεων, το συνέδριο της Κωνσταντινούπολης το 1876 το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας ήταν υπό τη βουλγαρική εθνική επιρροή.[εκκρεμεί παραπομπή] Ιδιαίτερα στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Χένρι Νόελ Μπράιλσφορντ, δημοσιογράφος σύγχρονος της εποχής, περιέγραψε τους Σλάβους ομιλητές της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας ως σχετιζόμενους, τόσο με τους Σέρβους όσο και με τους Βουλγάρους, χωρίς να τους αποδίδει ξεκάθαρη εθνικής συνείδηση, αποδεχόμενος ωστόσο ότι τμήμα του πληθυσμού είναι «οριστικά σερβικό», ενώ ένα άλλο τμήμα «καθαρά βουλγαρικό».[18]

Γυναίκες από το χωριό Σμίλεβο της Μακεδονίας (1913).

Με τη δημιουργία του Βουλγαρικού Πριγκιπάτου, το ανώτατο στρώμα της Μακεδονίας έπρεπε να αποφασίσει εάν η Μακεδονία θα έπρεπε να γίνει ανεξάρτητο κράτος ή μέρος μιας "Μεγάλης Βουλγαρίας".[εκκρεμεί παραπομπή] Για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, ένα μεγάλο τμήμα αυτών των σλαβικών εθνοτικών ομάδων, κυρίως εκείνες που κατοικούν εντός των ορίων υφίσταται μια μείζονα αλλαγή ταυτότητας στο πλαίσιο του κινήματος του Μακεδονισμού, αποτέλεσμα της πολιτικής τάσης της Ελλάδας, της Σερβίας και της Βουλγαρίας για διεκδίκηση της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας από τα τέλη 19ου αι. και αρχές του 20ού αι.[19] Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι πρώτες εκφράσεις μακεδονισμού από ορισμένους σλαβομακεδόνες διανοούμενους έγιναν στο Βελιγράδι, τη Σόφια, την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και την Αγία Πετρούπολη. Οι δραστηριότητες αυτών των ανθρώπων καταγράφηκαν από τους Petko Slaveykov και Stojan Novaković. Η επόμενη σπουδαία μορφή της σλαβομακεδονικής αφύπνισης ήταν από τον Δημήτριγια Τσουπόβσκι, ένας από τους ιδρυτές της Μακεδονικής Λογοτεχνικής Εταιρείας, που ιδρύθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1902. Την περίοδο 1913-1918, ο Τσούποβσκι δημοσίευσε την εφημερίδα Μακεδόνσκι Γκόλοσον (Μακεδονική Φωνή) στην οποία συνάδελφοι της Πετρούπολης Μακεδονικής Αποικίας διέδωσαν την ύπαρξη μακεδονικού λαού χωριστού από τους Έλληνες, τους Βούλγαρους και τους Σέρβους και προσπάθησαν να διαδώσουν την ιδέα ενός ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, και μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιδέα της ύπαρξης ενός χωριστού μακεδονικού έθνους εξαπλώθηκε περαιτέρω μεταξύ των Σλαβόφωνων πληθυσμών.[εκκρεμεί παραπομπή] Περιγράφοντας στο αυτοβιογραφικό του αντιπολεμικό μυθιστόρημα Η ζωή εν τάφω την ανάρρωσή του κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο σπίτι μιας αγροτικής οικογένειας στη Βελούσινα, ένα σλαβόφωνο πατριαρχικό χωριό κοντά στο Μοναστήρι, ο Έλληνας λογοτέχνης Στράτης Μυριβήλης έγραψε για τους κατοίκους του χωριού ότι «δὲ θέλουν νἆναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρμπ» μήτε «Γκρρτς». Μοναχὰ «Μακεντὸν ὀρτοντόξ.»».[20]

Η Κομιντέρν στη δεκαετία του 1920 προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το μακεδονικό ζήτημα ως πολιτικό όπλο. Το 1924 η Κομιντέρν διοργάνωσε την κατατεθείσα υπογραφή του λεγόμενου Μαϊνιφέστο του Μάη, το οποίο φιλοδοξούσε την ανεξαρτησία της Μακεδονίας. Το 1925, με τη βοήθεια της Κομιντέρν, δημιουργήθηκε ο Εσωτερικός Μακεδονικός Επαναστατικός Οργανισμός, αποτελούμενος από μέλη του πρώην Αριστερού Εσωτερικού Μακεδονικού Επαναστατικού Οργανισμού (ΕΜΕΟ). Αυτή η οργάνωση προώθησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 την ύπαρξη ενός χωριστού Μακεδονικού έθνους. Αυτή η ιδέα διεθνοποιήθηκε και υποστηρίχθηκε από την Κομιντέρν, η οποία εξέδωσε το 1934 ψήφισμα που υποστήριζε την ανάπτυξη της οντότητας. Τα κομμουνιστικά κόμματα των Βαλκανίων υποστήριξαν την εθνική εδραίωση του λαού της Μακεδονίας και δημιούργησαν μακεδονικά τμήματα μέσα στα κόμματα, με επικεφαλής τα κυριότερα μέλη του ΕΜΕΟ. Το 1943 ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Μακεδονίας και το κίνημα αντίστασης μεγάλωσε. Μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο δημιουργήθηκαν εθνικά μακεδονικά θεσμικά όργανα στις τρεις περιοχές της Μακεδονίας και στη συνέχεια υπό κομμουνιστικό έλεγχο συμπεριλαμβανομένης της ίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, το ζήτημα της ταυτότητας προέκυψε και πάλι. Οι εθνικιστές και οι κυβερνήσεις από γειτονικές χώρες (ιδιαίτερα από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία) υποστηρίζουν την άποψη ότι η δημιουργία ενός μακεδονικού έθνους έγινε από τον Τίτο.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεαρές Σλαβομακεδόνισσες με παραδοσιακές φορεσιές.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α: Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού που έγινε στις 18 Μαρτίου 2001, στην Ελλάδα ζουν 747 άτομα με διαβατήριο της πΓΔΜ.[21]

Ωστόσο, στις ελληνικές απογραφές δεν τίθεται το ερώτημα της εθνικής συνείδησης και το ελληνικό κράτος δεν αναφέρει ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας.
Η κυβέρνηση της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας το 1993 ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν από 230.000 έως 270.000 «Μακεδόνες» στην ελληνική Μακεδονία,[22] ενώ το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι ισχυρίζεται ότι υπάρχουν από 10.000 έως 30.000 Σλαβόφωνοι με «μακεδονική» εθνική συνείδηση στην Ελλάδα.[23]
Το «Ουράνιο Τόξο», που αυτοπροσδιορίζεται ως «Κόμμα της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα» συμμετείχε στις Ευρωεκλογές του 2009 και έλαβε στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας 4.530 ψήφους (0,09%), από τις οποίες οι 2.594 στις εκλογικές περιφέρειες της Μακεδονίας.[24]

Πορτραίτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Census 2002 Απογραφή 2002, archive.org
  2. 2006 Census. abs.gov.au
  3. 2005 Figures bfs.admin.ch
  4. 2009 Community Survey. factfinder.census.gov
  5. Попис становништва, домаћинстава и станова у Републици Србији спроведен је у октобру 2011. године. popis2011.stat.rs
  6. Bevölkerung zu Jahresbeginn 2002-2018 nach zusammengefasster Staatsangehörigkeit - Österreich statistik.at
  7. POPULATION BY ETHNICITY, BY TOWNS/MUNICIPALITIES, 2011 CENSUS statistik.at
  8. POPIS 2002 7. Prebivalstvo po narodni pripadnosti, Slovenija stat.si
  9. Minderheitenschutz im östlichen Europa Bosnien und Herzegowina archive.org
  10. Преброяване 2011–основни резултати nsi.bg
  11. Rezultatele finale ale Recensământului din 2011 – Tab8. Populaţia stabilă după etnie – judeţe, municipii, oraşe, comune recensamantromania.ro
  12. Popis stanovništva, domaćinstava i stanova u Crnoj Gori 2011. godine monstat.org
  13. Πίνακας 7: Aλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο καιεπίπεδο εκπαίδευσης Σύνολο Ελλάδος και νομοί. archive.org
  14. Broj na iselenici vo svetot.doc archive.org
  15. «CONSTITUTION OF THE REPUBLIC OF MACEDONIA» (PDF). Ανακτήθηκε στις 5 Μαρτίου 2018. 
  16. Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις από το Μελένικο, 1964 και 1992 ΙΜΧΑ GR ISSN: 0073-862Χ
  17. Πηγή: Μπροκχάους Εγκυκλοπαίδεια - 21η έκδοση, Λειψία 2006. Τόμος 17, σελ. 488. (Brockhaus Enzyklopädie, 21. Auflage, Band 17, Leipzig usw. 2006, S. 488.) ISBN 3-7653-4117-7
  18. http://www.promacedonia.org/en/hb/hb_4_10.html Brailsford H. N. 1906, Macedonia: Its races and their future, London, 101.
  19. Gounaris Basil C. 1995, «Social cleavages and national 'awakening' in Ottoman Macedonia», East European Quarterly 29, 409-426.
  20. Μυριβήλης, Στράτης (25-09-1925). «Ἡ Ζωὴ ἐν τάφῳ. Κεφάλαιο ιζ΄». Καμπάνα. http://invenio.lib.auth.gr/record/46755/files/arc-2006-17817.pdf#page=4. Ανακτήθηκε στις 28-12-2017.  Tasos Kostopoulos (2009). «Naming the Other: From “Greek Bulgarians” to “Local Macedonians”». Στο: Alexandra Ioannidou and Christian Voß, επιμ. Spotlights on Russian and Balkan Slavic Cultural History. Μόναχο/Βερολίνο: Verlaug Otto Sagner, σελ. 108.  Mackridge, Peter (2009). Language and National Identity in Greece, 1776-1796. Οξφόρδη: Oxford University Press, σελ. 303.  Brancoff, D.M. (1905). La Macédoine et sa Population Chrétienne. Παρίσι, σελ. 168-9. https://archive.org/stream/lamacdoineetsap01mishgoog#page/n183/mode/2up. 
  21. «Πίνακας 7: Αλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο και επίπεδο εκπαίδευσης - Σύνολο Ελλάδας και Νομοί (σελ. 5)» (PDF). Greek National Statistics Agency. Ανακτήθηκε στις 22-11-2011.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  22. Human Rights Watch/Helsinki, Denying Ethnic Identity: The Macedonians of Greece, σελ. 13.
  23. Greek Helsinki Monitor, Report about Compliance with the Principles of the Framework Convention for the Protection of National Minorities.
  24. Πηγή: Αποτελέσματα Ευρωεκλογών 2009, Υπουργείο Εσωτερικών

Διαβάστε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]