Ντόμπριτς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 43°34′0″N 27°50′0″E / 43.56667°N 27.83333°E / 43.56667; 27.83333

Ντόμπριτς
Έμβλημα
Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου
Dobrich location in Bulgaria.png
Διοίκηση
Χώρα Βουλγαρία
Επαρχία Ντόμπριτς
Γενικές πληροφορίες
Πληθυσμός 114,990 (2006)
Υψόμετρο 225 m
Διαδικτυακός τόπος
σελίδα: http://www.dobrich.org/
Ντόμπριτς: Το Συγκρότημα του Εθνογραφικού Μουσείου

Το Ντόμπριτς (βουλγαρικά:Добрич) είναι η ένατη σε πληθυσμό πόλη της Βουλγαρίας, διοικητικό κέντρο της ομώνυμης επαρχίας και πρωτεύουσα της περιοχής της Νότιας Δοβρουτσάς. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, 30 χλμ. δυτικά της Βουλγαρικής Ακτής της Μαύρης Θάλασσας σε μικρή απόσταση από θέρετρα όπως τα Αλμπένα, Μπάλτσικ και Χρυσή Αμμος. Τον Ιανουάριο του 2012 το Ντόμπριτς κατοικείτο από 90.375 ανθρώπους μέσα στα όρια της πόλης, ενώ μαζί με τα ανήκοντα στο δήμο γειτονικά χωριά ο πληθυσμός ήταν 112.203 κάτοικοι. Η πόλη πήρε το όνομά της από το Βούλγαρο μεσαιωνικό άρχοντα της γύρω περιοχής, Ντομπρότιτσα. Είναι κτισμένη στις όχθες του ομώνυμου ποταμού Ντόμπριτς. Βρίσκεται στο Οροπέδιο της Δοβρουτσάς , 51 χλμ βορειοδυτικά της Βάρνας, 512 χλμ βορειοανατολικά της Σόφιας και 37 χλμ από τα βουλγαρο-ρουμανικά σύνορα. Η πόλη έχει φαρδείς δενδροφυτεμένους δρόμους και αποτελεί σημαντικό εμπορικό, διοικητικό και παραθεριστικό κέντρο της περιοχής, ενώ ο πιο αναπτυγμένος κλάδος της οικονομίας είναι η γεωργία.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη πήρε το όνομά της από τον Ντομπρότιτσα, ηγεμόνα της Δοβρουτσάς του 14ου αιώνα, από τη Σλαβική ρίζα ντομπρ, "καλός".

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες μαρτυρίες κατοίκησης του σημερινού Ντόμπριτς χρονολογούνται από τον 4ο ή 3ο αιώνα π.Χ. Με το Λατινικό όνομα Abrittum ήταν πόλη της Ρωμαϊκής επαρχίας της Κάτω Μοισίας, αρκετά σημαντική ώστε να γίνει χωρεπισκοπή της Μητρόπολης της πρωτεύουσας Μαρκιανούπολης, αλλά η Καθολική επισκοπή αργότερα έσβησε. Εχουν επίσης βρεθεί ερείπια από το 2ο ως τον 4ο και από τον 7ο ως τον 11ο αιώνα, μεταξύ αυτών μια Βουλγαρική νεκρόπολη με ειδωλολατρικούς τάφους στο κέντρο της πόλης.Υποτάχθηκε διαδοχικά στους Γότθους, τους Σλάβους και τους Βουλγάρους.

Τον 11ο αιώνα εισβολές των Πετσενέγων ερήμωσαν το εσωτερικό της Δοβρουτσάς, αφήνοντας πολλούς οικισμούς στην περιοχή ακατοίκητους την εποχή της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας (1185–1396/1422).

Ο οικισμός ιδρύθηκε για δεύτερη φορά το 16ο αιώνα από τον Τούρκο έμπορο Χατζίογλου Παζαρτσίκ, του οποίου το όνομα έφερε μέχρι το 1882. Σύμφωνα με Οθωμανικά στοιχεία του 1646–1650 υπήρχαν στην πόλη πάνω από 1000 κατοικίες, περίπου 100 καταστήματα, τρία πανδοχεία, τρία Τουρκικά λουτρά, δώδεκα τζαμιά και δώδεκα σχολεία. Από το 17ο ως το 19ο αιώνα η πόλη αναπτύχθηκε ως κέντρο χειροτεχνίας, εμπορίου και γεωργίας και φημιζόταν για τα υφαντά, τα χειροποίητα ρούχα, την επεξεργασία χαλκού, τα δερμάτινα και τα αγροτικά της προϊόντα, όπως σιτάρι, λιναρόσπορο, μαλλί και τυρί. Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, η πόλη έγινε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων και ο πληθυσμός της έφθασε τις 12.000, πολλοί από τους οποίους ήταν πρόσφυγες από την ανατολική Βουλγαρία μετά τους πολέμους αυτούς, και επίσης διαμορφώθηκε η πολιτιστική φυσιογνωμία της πόλης. Η πρώτη Ορθόδοξη εκκλησία ανεγέρθηκε το 1843. Η πόλη απελευθερώθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 27 Ιανουαρίου 1878 και μετονομάστηκε Ντόμπριτς στις 19 Φεβρουαρίου 1882.

Μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913 (που επικυρώθηκε με τη Συνθήκη του Νεϊγύ του 1919) το Ντόμπριτς και όλη η Νότια Δοβρουτσά ενσωματώθηκαν στη Ρουμανία για μια περίοδο μέχρι το 1940. Το διάστημα αυτό η πόλη έφερε το όνομα Μπαζαργκίτς, που είναι μεταλλαγή του πρώην Τουρκικού ονόματος Χατζίογλου Παζαρτσίκ και ήταν κέντρο του Νομού Καλιάκρα. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1940 μπήκε στην πόλη ο Βουλγαρικός στρατός, μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Κραϊόβα (μεταξύ Βουλγαρίας και Ρουμανίας) στις 7 Σεπτεμβρίου 1940, ημερομηνία που ήταν τοπική γιορτή, που αργότερα έγινε 25 Σεπτεμβρίου.

Το 1949, κατά την περίοδο του κομμουνισμού, το Ντόμπριτς μετονομάστηκε Τολμπούχιν, από το Σοβιετικό Στρατάρχη Φίοντορ Τολμπούχιν. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1990 προεδρικό διάταγμα επανέφερε το παληό όνομα της πόλις Ντόμπριτς. Παρά την επαναφορά του ονόματος Ντόμπριτς αρχιτεκτονικά διατηρεί μια πρώην κομμουνιστική όψη ακόμη και τον 21ο αιώνα, ενώ οι πινακίδες κυκλοφορίας των οχημάτων της περιοχής φέρουν τα αρχικά TX (Τολμπούχιν).

Το Ντόμπριτς συνδέεται με τη ζωή και το έργο του μεγάλου Βούλγαρου μυθιστοριογράφου και δραματικού συγγραφέα Γιορντάν Γιόφκοφ (Yordan Yovkov, 1880 - 1937), ο οποίος στα διηγήματα και τα θεατρικά έργα του πραγματεύεται τη ζωή των χωρικών στη Δοβρουτσά και τη ζωή του χωριού στα Βαλκάνια. Η πόλη του Ντόμπριτς είναι γενέθλια πόλη της διάσημης Βουλγάρας δραματικής ηθοποιού Αντριάνα Μπούντεφσκα (Adriana Boudevska, 1878 - 1955) και της ποιήτριας Ντόρα Γκάμπε (Dora Gabe, 1888 -1983), η οποία είχε μεταφράσει και ποίηση του Γιάννη Ρίτσου.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κλιματικά δεδομένα Ντόμπριτς
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ Έτος
Μέση Υψηλότερη° C (°F) 5.4 7.1 12.9 18.3 23.2 26.7 29.8 29.9 25.1 19.0 12.5 6.3 18.02
Μέση Ημερήσια °C (°F) 1.2 2.7 7.4 12.7 18.2 21.7 24.2 24.2 20.0 14.0 8.5 3.2 13.17
Μέση Χαμηλότερη °C (°F) −1.9 −0.6 2.0 7.1 12.3 15.8 17.7 17.5 13.9 9.0 4.5 1.2 8.21
Κατακρημνίσεις mm (ίντσες) 40
(1.57)
35
(1.38)
35
(1.38)
46
(1.81)
51
(2.01)
56
(2.2)
47
(1.85)
39
(1.54)
42
(1.65)
39
(1.54)
55
(2.17)
52
(2.05)
537
(21,14)
Πηγή: Climate-data[1]

Oικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ατμόσφαιρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Δήμο του Ντόμπριτς η ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα παρακολουθείται από τον κινητό σταθμό για τον έλεγχο των εκπομπών της Περιφερειακής Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Υδάτινων Πόρων της Βάρνας. Ο σταθμός είναι εξοπλισμένος με συσκευές αυτόματης μέτρησης που καταγράφουν τις ποσότητες διοξείδιου του άνθρακα, όζοντος, οξειδίων του αζώτου, διοξείδιου του θείου και μικροσωματιδίων σκόνης. Ο δήμος εφαρμόζει ένα πρόγραμμα μείωσης των σωματιδίων σκόνης, που εγκρίθηκε από το δημοτικό συμβούλιο το 2003.

Υδάτινοι πόροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επιφανειακοί υδάτινοι πόροι είναι ανεπαρκείς. Η πόλη υδρεύεται από γειτονικές γεωτρήσεις και λεκάνες απορροής. Οκτώ αντλιοστάσια παρέχουν καθαρό πόσιμο νερό, που δεν χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία. Ένας χώρος ασφαλείας περιβάλλει κάθε υδάτινο πόρο και η διανομή του νερού ελέγχεται από υπολογιστές. Ο δήμος διαθέτει πλήρες δίκτυο ύδρευσης.

Θόρυβος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Δήμο του Ντόμπριτς υπάρχουν τρεις πηγές θορύβου - οι βιομηχανίες, τα νοικοκυριά και τα κατασκευαστικά έργα. Ο θόρυβος του δρόμου μετριέται σε πάνω από 20 σημεία. Τα υψηλά επίπεδα θορύβου στις βιομηχανικές περιοχές επηρεάζουν μόνο τους εκεί εργαζόμενους. Τα επίπεδα θορύβου στις περιοχές κατοικίας, που βρίσκονται μακριά από το κέντρο της πόλης είναι απολύτως αποδεκτά, ενώ τα χαμηλότερα επίπεδα είναι στα πάρκα της πόλης.

Περιοχές πρασίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πάρκο "Αγ. Γεώργιος"

Το δημοτικό Σχέδιο Συστήματος Πρασίνου εξετάζει την κατάσταση των υφιστάμενων περιοχών αστικού και περιαστικού πρασίνου, καθώς και την ποικιλία των φυτικών ειδών. Το Σύστημα Πρασίνου περιλαμβάνει τις εξής κατηγορίες περιοχών πρασίνου : δημόσια πάρκα και κήπους, ειδικά πάρκα και κήπους, υγειονομικό/προστατευτικό πράσινο, οδικό πράσινο και πράσινο περιορισμένης χρήσης.

Απόβλητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα είδη των αποβλήτων στο δήμο είναι οικιακά, κατασκευαστικά, βιομηχανικά και επικίνδυνα. Η συσσώρευση απορριμμάτων είναι γύρω στο μέσο όρο της χώρας, διπλάσια όμως εκείνης στις αναπτυγμένες χώρες. Τα βιομηχανικά απόβλητα ποικίλλουν. Λόγω της οικονομικής κρίσης μετά το 1989 η βιομηχανική δραστηριότητα στην περιοχή υποχώρησε. Το Μάρτιο του 2000 τη συλλογή και μεταφορά των απορριμμάτων ανέλαβε η Scheele Bulgaria, πλήρως ελεγχόμενη θυγατρική της Scheele. Ολα τα απορρίμματα εναποτίθενται σε χώρο κοντά στο χωριό Μπογκντάν, 5 περίπου χλμ. από την πόλη του Ντόμπριτς.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γενική κατάσταση της Περιφέρειας του Ντόμπριτς δεν μπορεί να θεωρηθεί καλή. Το κατά κεφαλή ΑΠ (Ακαθάριστο Προϊόν) είναι μόνο 69% του ΑΕΠ. Η ανεργία παραμένει σχετικά υψηλή, παρά τη σημαντική ανάκαμψη της αγοράς εργασίας το 2012. Τα εισοδήματα των νοικοκυριών αυξάνονται αλλά οι επιχειρήσεις δεν δείχνουν αισιοδοξία για το μέλλον. Η περιοχή έχει ένα από τους πιο αναπτυγμένους γεωργικούς τομείς στη χώρα, που παράγει σχεδόν το ένα τέταρτο του συνολικού εισοδήματος των επιχειρήσεών. Καλλιεργούνται κυρίως σιτηρά, γεγονός με κάποιες αρνητικές συνέπειες. Η παραγωγή σιτηρών δεν δημιουργεί πολλές θέσεις εργασίας και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη ρύπανση από νιτρικά άλατα. Ο πληθυσμός της περιοχής μειώνεται με ρυθμό ταχύτερο από τον εθνικό μέσο όρο, αλλά διατηρεί ακόμη μια σχετικά θετική ηλικιακή διάρθρωση. Η εκπαίδευση και η υγεία είναι ανεπαρκείς. Το ποσοστό φοίτησης στα σχολεία έχει μειωθεί, ενώ εκείνο εγκατάλειψης της εκπαίδευσης εξακολουθεί να είναι υψηλό. Οσον αφορά τις ιατρικές υπηρεσίες επιτακτική ανάγκη για ειδικευμένους γιατρούς. Περίπου το 40% όσων χρειάστηκαν περίθαλψη τους τελευταίους 12 μήνες προσέφυγαν για αυτό εκτός της περιφέρειας. Η περιοχή έχει αναπτυξιακές δυνατότητες αλλά απαιτούνται πιο τολμηρές μεταρρυθμίσεις στο επιχειρηματικό περιβάλλον.

Η γεωργία είναι ο πιο αναπτυγμένος κλάδος της οικονομίας. Η κύρια αιτία για αυτό είναι το περιβάλλον - κλίμα και κατάλληλα εδάφη. Το 81% της συνολικής γης στο Ντόμπριτς είναι γεωργική. Πάνω από 70% αυτής καλλιεργείται, πράγμα που καθιστά το Ντόμπριτς την υπ' αριθ. 1 σε καλλιέργεια περιοχή της χώρας. Η γεωργία και η κτηνοτροφία είναι το σημαντικότερο κομμάτι της οικονομίας στο Ντόμπριτς. Στην περιφέρεια ανήκει η Δοβρουτσά, αποκαλούμενη "σιτοβολώνας της Βουλγαρίας" . Μερικά από τα τελικά προϊόντα που κατασκευάζονται στο Ντόμπριτς είναι ψωμί και προϊόντα αλεύρων, όλα τα είδη των αλλαντικών, γάλα και γαλακτοκομικά, προϊόντα πτηνοτροφίας, μαργαρίνη και φυτικά έλαια, κρασί και μη αλκοολούχα ποτά. Στην περιφέρεια είναι η μεγαλύτερη πτηνοτροφική μονάδα. Αλλα εργοστάσια μεγάλης σημασίας είναι εκείνα γάλακτος και αρτοποιίας (από τα μεγαλύτερα της Βουλγαρίας). Επιπρόσθετα σημαντικά προϊόντα από άλλες βιομηχανίες είναι τσιμέντο, ηλεκτρικές συσκευές, ρούχα, είδη ζαχαροπλαστικής, έπιπλα, μπαταρίες αυτοκινήτων, κοντέινερ και υπάρχουν πολλά άλλα εργοστάσια της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Historical populations
Έτος Πληθυσμός   ±%  
1887 10.717 —    
1910 17.146 +60.0%
1934 29.938 +74.6%
1946 30.522 +2.0%
1956 42.661 +39.8%
1965 55.191 +29.4%
1975 86.663 +57.0%
1985 109.170 +26.0%
1991 104.485 −4.3%
2001 100.000 −4.3%
2005 93.802 −6.2%
2009 92.672 −1.2%
2011 91.030 −1.8%

Τον Ιανουάριο του 2012 στο Ντόμπριτς κατοικούσαν 90.375 άνθρωποι, μέσα στα όρια της πόλης, ενώ μαζί με τα ανήκοντα στο δήμο γειτονικά χωριά ο πληθυσμός ήταν 112.203 κάτοικοι. Ο αριθμός των κατοίκων της πόλης (όχι του δήμου) κορυφώθηκε την περίοδο 1986-1991, οπότε υπερέβη τις 110.000. Ο διπλανός πίνακας παρουσιάζει τη μεταβολή του πληθυσμού μετά το 1887.

Εθνολογική και θρησκευτική σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής του 2011 τα άτομα που δήλωσαν την εθνική τους ταυτότητα κατανέμονταν ως εξής :

Σύνολο: 91.030

Το ποσοστό των Ορθόδοξων Χριστιανών, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2011, είναι 86%, ενώ περίπου 10% του πληθυσμού είναι Μουσουλμάνοι.

Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκκλησία "Αγίου Γεωργίου"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία είναι η παλαιόετρη στο Ντόμπριτς από την περίοδο της Εθνικής Αναγέννησης. Βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, πολύ κοντά στην Εθνογραφική Κατοικία. Το κτίριο είναι μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς. Ανεγέρθηκε το 1864, στη θέση παλαιότερης Χριστιανικής εκκλησίας του 1843, που είχε καεί κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, μαζί με την κάτω Βουλγαρική συνοικία.

Από αρχιτεκτονική άποψη η νέα εκκλησία είναι μια τρίκλιτη βασιλική. Κατασκευάσθηκε με τις δωρεές του Βουλγαρικού πληθυσμού του Ντόμπριτς και της περιφέρειάς του στην αυλή της μεγάλης μορφής της Βουλγαρικής Αναγέννησης Ιβάν Χατζή Βάλκοφ. Εικάζεται ότι η εκκλησία φτιάχτηκε από άγνωστους μαστόρους, που ανήκαν ή τουλάχιστον γνώριζαν τον περίφημο Βούλγαρο αρχιμάστορα Κόλιου Φιτσέτο. Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό έγιναν από τον Κοσμά Μπλαζένοφ, εκπρόσωπο της Σχολής του Ντέμπαρ, που κατασκεύασε επίσης το σκαλιστό τέμπλο. Οι εικόνες φιλοτεχνήθηκαν από γνωστούς ζωγράφους της εποχής - Νέντκο Τοντόροβιτς από τη Ζέραβνα, Χαραλάμπη Τοντόροφ από το Πίρντοπ και Νικολάι Βασίλιεφ από το Σούμεν. Η εκκλησία καθαγιάστηκε το 1889 από τον Επίσκοπο Συμεών.

Εκκλησία "Αγίας Τριάδας"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία της "Αγίας Τριάδας" βρίσκεται στο κέντρο του Ντόμπριτς. Στη θέση αυτή βρισκόταν παλαιότερη εκκλησία από το 1859, στα αριστερά της εισόδου της σημερινής εκκλησίας. Αργότερα ενσωματώθηκε στο πρώτο σχολείο της πόλης, όπου χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της αλληλοδιδασκαλίας. Η σημερινή εκκλησία κατασκευάσθηκε το 1911. Από αρχιτεκτονική άποψη αποτελείται από τρίκλιτη βασιλική, τρούλο και καμπαναριό. Οι εικόνες του τέμπλου της φιλοτεχνήθηκαν από το Γκοσπόντιν Ζελιάκοφ, μαθητή του Ρέπιν.

Αρμενική Εκκλησία "Αγίου Χόβχανες"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανεγέρθηκε το 1894, στη θέση παλαιότερου ναού του 1830. Σχεδιάσθηκε από Ιταλούς αρχιτέκτονες. Είναι μονόκλιτη εκκλησία με πέτρινα θεμέλια και τοίχους και ξύλινη οροφή. Στο ναό ύπάρχουν εικόνες Αρμενίων αγίων του 19ου αιώνα.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ονομα Περιγραφή
Εθνογραφική Κατοικία Η Εθνογραφική Κατοικία ανεγέρθηκε το 1860 από πλούσιο σιτέμπορο. Αντιπροσωπεύει ένα τυπικό αρχιτεκτονικό μνημείο της εποχής της Εθνικής αναγέννησης. Εναν αιώνα αργότερα η κατοικία αποκαταστάθηκε και μετατράπηκε σε μουσείο, που αναπαριστά τον τρόπο ζωής του πληθυσμού της Δοβρουτσάς στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι επισκέπτες του μουσείου έχουν την ευκαιρία να δουν την παραδοσιακή ενδυμασία των ντόπιων, την κουζίνα, το υπνοδωμάτιο και το υπόγειο, όπου εκτίθενται αυθεντικά σκεύη για την προετοιμασία και τη διατήρηση των συντηρημένων τροφίμων και γεωργικά εργαλεία και αντικειμένα σχετικά με τις οικιακές εργασίες. Στον επάνω όροφο στο δωμάτιο υποδοχής έχει αναπαραχθεί η ατμόσφαιρα του σπιτιού ενός πλούσιου έμπορου, μετανάστη από το Κότελ. Στα υπόλοιπα αποκαταστημένα δωμάτια είναι οι προγενέστερες όψεις του σπιτιού, η ντουλάπα και η προσήλια βεράντα.
Αρχιτεκτονικό - Εθνογραφικό Συγκρότημα "Tο Παληό Ντόμπριτς" Ιδρυμένο στο κέντρο της σύγχρονης πόλης, στη θέση του Παληού Παζαριού, το εθνογραφικό μουσείο "Tο Παληό Ντόμπριτς" διασώζει και παρουσιάζει τις παραδοσιaκές τέχνες-επαγγέλματα της Δοβρουτσάς των τελών του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα . Στο ανακαινισμένο παζάρι της παληάς πόλης οι τεχνίτες συνεχίζουν μια παράδοση αιώνων. Χρησιμοποιώντας παληές χειρωνακτικές τεχνολογίες και με αυθεντικά εργαλεία, σε πάνω από 30 εργαστήρια κατασκευάζονται παραδοσιακά είδη κεραμικής, σιδερουργίας, χρυσοχοίας, κεντήματα, υφαντά, βαρέλια, αντικείμενα καθημερινής χρήσης και άλλα. Στο κέντρο της πόλης έχει αποκατασταθεί ο παληός πύργος του ρολογιού του 18ου αιώνα - Σύμβολο του Βουλγαρικού αναγεννησιακού πνεύματος της πόλης.
Οικιακό Μνημείο "Γιόρνταν Γιόβκοφ" Το 1980 στην κατοικία-μουσείο ανεγέρθηκε ένα οικιακό μνημείο, όπου τοποθετήθηκε η μοναδική στο είδος της στη Βουλγαρία μόνιμη μουσειακή έκθεση "Γιόρνταν Γιόβκοφ - ζωή και δημιουργική πορεία", όπου βρίσκονται τα περισσότερα αντικείμενα του συγγραφέα (1880-1937). Ενδιαφέροντα είναι το γραφείο του Γιόβκοφ και η αξιόλογη τοιχογραφία του Στόιμεν Στόιλοφ (γ. 1944) "Στον κόσμο των χαρακτήρων του Γιόβκοφ". Η νέα έκθεση "Ντόρα Γκάμπε (1886-1983) είναι λυρική συνέχεια της έκθεσης "Γιόρνταν Γιόβκοφ - ζωή και δημιουργική πορεία", αλησμόνητη στιγμή αιωνιότητας. Με τα χρόνια η κατοικία-μουσείο με το οικιακό μνημείο "Γιόρνταν Γιόβκοφ" παγιώθηκε ως κέντρο της οπτικής του Γιόβκοφ, αναγνωρισμένο όχι μόνο μεταξύ των Βουλγάρων αλλά εξ ίσου και της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας.
Οικία και Μουσείο Γιόρνταν Γιόβκοφ Εκεί τιμάται ο κλασικός της Βουλγαρικής λογοτεχνίας, ο μεγάλος συγγραφέας και ανθρωπιστής, ο μάστορας του διηγηήματος - Γιόρνταν Γιόβκοφ. μερικά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 40 γλώσσες και περιληφθεί σε ανθολογίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το μουσείο φιλοξενεί ένα σημαντικό έργο τέχνης, την κεραμική σλλογή "Ο Κόσμος των Προσωπικοτήτων του Γιόβκοφ" του καλλιτέχνη Στόιμεν Στόιλοφ. Στην 30ή επετειο της Ενωσης Βουλγάρων Αρχιτεκτόνων το κτίριο του μουσείου βραβεύθηκε με το υψηλότερο βραβείο αρχιτεκτονικού σχεδιασμού Αρχσκαρ (αρχιτέκτονες Α. Στογιάνοφ, Π. Γκάντσεφ, Α. Κόεφ, Γ. Μιχαήλοφ).
Mουσείο Στρατιωτικού Νεκροταφείοι Στην πόλη του Ντόμπριτς βρίσκεται το μεγαλύτερο στρατιωτικό νεκροταφείο της Βουλγαρίας της εποχής του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το νεκροταφείο είναι μοναδικό πολιτιστικό μνημείο, σχετικό με τις μάχες στην πόλη το 1916. Εκεί είναι θαμμένοι πάνω από 3000 στρατιώτες τεσσάρων θρησκειών και επτά εθνικοτήτων - Βούλγαροι, Ρώσοι, Ρουμάνοι, Γερμανοί, Τούρκοι και Εβραίοι. Το 1922 ο λαός της Δοβρουτσάς με δικά του χρήματα κατασκεύασε ένα οστεοφυλάκιο-παρεκκλήσι του Αρχάγγελου Μιχαήλ, εικονογραφήμενο από το ντόπιο ζωγράφο Νικόλα Ταχτούνοφ. Στο μουσείο παρουσιάζεται η έκθεση "Επος του Ντόμπριτς 1916".
Νέα και νεότερη ιστορία Το μουσείο νέας και νεότερης ιστορίας βρίσκεται στο κτίριο του παλιού καζίνο της πόλης του Ντόμπριτς. Περιλαμβάνει στοιχεία της ιστορίας της Δοβρουτσάς από το 1878 μέχρι σήμερα. Περιέχει πάνω από 100.000 αντικείμενα. Ενδιαφέρουσες είναι οι συλλογές του Παληού Ντόμπριτς, του Ζητήματος της Δοβρουτσάς (1878 – 1940), του Επους της Δοβρουτσάς του 1916, του Πάρκου της Πόλης Αγίου Γεωργίου, των Οπλων της Νεότερης Εποχής και των Πολιτικών Κομμάτων Σήμερα. Η έκθεση του μουσείου παρουσιάζει την αφοσίωση της Δοβρουτσάς κατά τη Ρουμανική κυριαρχία, την ειρηνική παραχώρηση του νότιου τμήματός της στη Βουλγαρία το 1940 καθώς και πολλές άλλες πολύτιμες μουσειακές συλλογές.
Πινακοθήκη Η Πινακοθήκη του Ντόμπριτς είναι στο κέντρο της πόλης. Είναι μοναδικό πολιτιστικό ίδρυμα, ένα από τα 100 τουριστικά αξιοθέατα της Βουλγαρίας. Ανεγέρθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα ως δικαστήριο-διοικητήριο. Καταλαμβάνει εξέχουσα θέση στη ζωή της πόλης. Εχει στεγάσει διαφορετικά ιδρύματα και έγινε πινακοθήκη το 1981. Περιλαμβάνει μια μόνιμη έκθεση Βουλγαρικής τέχνης - ζωγραφικής, γλυπτικής και χαρακτικής από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1990 – πίνακες των διασημότερων Βούλγαρων ζωγράφων όπως οι Ζλάτου Μπογιαζίεφ (1903-1976), Βλαντιμίρ Ντιμιτρόφ-Μαϊστόρα (1882-1960), Ντέτσκο Ουζούνοφ (1899-1986), Μπέντσο Ομπρένσκοφ (1899-1970) και πολλοί άλλοι, μέρος του εθνικού θησαυρού της Βουλγαρίας, καθώς και χαρακτικά των διασημότερων σύγχρονων καλλιτεχνών.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα των ρωμαϊκών οικισμών του 3ου και 4ου μ. Χ. αιώνα και το Αρχαιολογικό Μουσείο, με σπάνια συλλογή νομισμάτων, μεταξύ των οποίων χρυσούς στατήρες του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου Γ' Αριδαίου (323 - 317 π. Χ.)

Δημοτικό Πάρκο Αγίου Γεωργίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δημοτικό Πάρκο του Αγίου Γεωργίου, ή δημοτικός κήπος, όπως είναι γνωστό στους κατοίκους του Ντόμπριτς, είναι το μέρος της πόλης που δέχεται τις περισσότερες επισκέψεις από κατοίκους και επισκέπτες. Το 1867 το Μπιλντιέτο (Δημοτικό Συμβούλιο) επέλεξε το μέρος στη γειτονιά Καραμποκλούκα για την ίδρυση του πρώτου δημοτικού κήπου. Τεράστια συμβολή στην ανάπτυξη του δημοτικού κήπου είχε η οικογένεια Γκραντινάροφ. Η έκτασή του είναι 43 στρέμματα και διαιρείται σε επτά τομείς - τον "Παληό Κήπο", τον Παιδικό τομέα - μια ζώνη αναψυχής, ζώνη λιμνών του πάρκου, ζώνη βραχόκηπων σε αναβαθμίδες, ζώνη αθλημάτων κ.α. Το 1999 ο παληός κήπος του δημοτικού πάρκου ανακηρύχτηκε πολιτιστικό μνημείο και κσαλλιτεχνικός κήπος. Το πάρκο βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην κεντρική πεζοδρομημένη ζώνη του Ντόμπριτς. Ακόμηυ και σήμερα οι επισκέπτες μπορούν να δουν μερικά είδη φυτών εισαχθέντα από την Ευρώπη στις αρχές του περασμένου αιώνα. Στο πάρκο υπάρχει επίσης ένα από τα μουσεία της πόλης, με ξεχωριστό χώρο για προσωρινές και μόνιμες εκθέσεις.

Πύργος Τηλεόρασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πύργος Τηλεόρασης του Ντόμπριτς περιέχει εξοπλισμό για ραδιόφωνο, τηλεόραση και τηλεπικοινωνίες. Εχει ύψος 146 μέτρα και είναι κατασκευασμένος από οπλισμένο σκυρόδεμα. Ο πύργος σχεδιάστηκε από τον Πέταρ Αντρέεφ, ολοκληρώθηκε το 1979, έχει μια εξέδρα-παρατηρητήριο αναιχτή για τους τουρίστες και είναι αξιόλογος για το σχεδιασμό του.

Κέντρο Προστασίας Φύσης και Ζώων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κέντρο είναι το μοναδικό του είδους του όχι μόνο στη Βουλγαρία αλλά και στην Ανατολική Ευρώπη. Ιδρυμένο από ένα Βουλγαροελβετικό πρόγραμμα, διαθέτει έκταση 160 στρεμμάτων, 30ετή βλάστηση (δένδρων και θάμνων) και εύκολη πρόσβαση. Ο ζωολογικός κήπος φιλοξενεί πάνω από 100 είδη ζώων - ελάφια, ζαρκάδια, λάμα, (άγρια) άλογα Πρζεβάλσκι, αγριοκάτσικα, φασιανούς, βίσονες, εξωτικά και υδρόβια πτηνά, κ.α. - που ζουν σε συνθήκες πολύ όμοιες με το φυσικό τους περιβάλλον. Προτεραιότητα του ζωολογικού κήπου είναι η αναπαραγωγή και η επαναφορά στο φυσικό περιβάλλον απειλούμενων ζωικών ειδών.

Σημαντικοί άνθρωποι από το Ντόμπριτς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αβγκούστε Αντόνοφ, πιανίστας
  • Αχμέτ Γ΄, Οθωμανός Σουλτάνος, που γεννήθηκε στο Ντόμπριτς το 1673
  • Ντόρα Γκάτε, ποιήτρια
  • Μπόντσο Γκέντσεφ (γ. 1964), ποδοσφαιριστής της Εθνικής Βουλγαρίας, 4ης στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 1994
  • Σίλβια Κατσάροβα, τραγουδίστρια
  • Νικολάι Κοστόφ (γ. 1963), Βούλγαρος προπονητής ποδοσφαίρου και πρώην ποδοσφαιριστής, που προπονεί τη Βουλγαρική ΠΦΚ Μπότεφ Πλόβντιβ
  • Αντριάνα Μπουντέβσκα (1878-1955), ηθοποιός
  • Μίρο (γ. 1976), τραγουδιστής
  • Μίλικα Μίρτσεβα, μαραθωνοδρόμος
  • Μπόρις Νικόλοφ (γ. 1929), πυγμάχος, ο πρώτος Βούλγαρος που κέρδισε μετάλλιο σε Ολυμπιακούς
  • Πρέσλαβα (γ. 1984), Ποπ-λαϊκή τραγουδίστρια
  • Ντίμιταρ Σπισαρέφσκι (1916-1943), πιλότος μαχητικού

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "BULGARIA: Tour Guide", TANGRA TanNakRa Publisher, Sofia, 2006.
  • Εγκυκλοπαίδεια "Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα", λήμμα "Γιόφκοφ, Γιορντάν", τόμ. 17, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.



  1. [1]