Λάμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λάμα (Προβατοκάμηλος)
Λάμα στη νότια Βολιβία
Λάμα στη νότια Βολιβία
Κατάσταση διατήρησης
Εξημερωμένο
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Αρτιοδάκτυλα (Artiodactyla)
Οικογένεια: Καμηλίδες (Camelidae)
Γένος: Λάμα (Lama)
Είδος: L. glama
Διώνυμο
Lama glama
(Λινναίος, 1758)

Το λάμα (Llama glama), προφέρεται στα ισπανικά: Γιάμα, στα ελληνικά προβατοκάμηλος, είναι θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των Καμηλιδών, είναι δηλαδή συγγενές της καμήλας.

Έχει ύψος 1,70 μ. περίπου και βάρος γύρω στα 100 κιλά. Το τρίχωμά του είναι μακρύ, με χρώμα κοκκινοκάστανο, λευκό ή μαύρο, ανάλογα με το είδος. Το κεφάλι του λάμα είναι κοντό και στενό, με το στόμα να προεξέχει ελαφρά, για να μπορεί να βόσκει, μιας και είναι φυτοφάγο. Το θηλυκό κυοφορεί για 10 μήνες, και γεννάει ένα μόνο μικρό, το οποίο μέσα σε ενάμιση χρόνο έχει δημιουργήσει δική του οικογένεια.

Ζει στα ψηλά οροπέδια του Περού και της Βολιβίας. Προτιμά γενικά τα ψυχρά κλίματα και δεν κατεβαίνει σε ηλιόλουστες και ζεστές πεδιάδες. Από τους ντόπιους χρησιμοποιούνται σαν μέσα μεταφοράς (τα αρσενικά), καθώς μπορούν να διανύσουν 30 χιλιόμετρα την ημέρα κουβαλώντας πάνω από 60 κιλά. Επίσης, είναι γενικά υπάκουα ζώα και έχουν καλή ισορροπία, μπορούν δηλαδή να σκαρφαλώσουν σε αρκετά δύσκολα μονοπάτια. Τα θηλυκά δεν χρησιμοποιούνται για την μεταφορά, αλλά για την παραγωγή μαλλιού.

Εκτός από το κοινό είδος, το Llama glama, υπάρχουν και το Llama pacos, με την ονομασία αλπακά, και το Llama guanicoe, ο κοινός γουανάκος.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εποχή των Ίνκας τα λάμα προστατεύονταν με αυστηρά μέτρα. Ωστόσο σήμερα τα ζώα κινδυνεύουν με εξαφάνιση εξαιτίας της συνεχούς θήρευσης για το κρέας, το δέρμα και το μαλλί τους.

Συστηματική ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι συγγραφείς συσχέτισαν τα λάμα με τα πρόβατα και συχνά υπέθεταν την ομοιότητα των ζώων με τις καμήλες . Έτσι, ο Κάρολος Λινναίος τα συμπεριέλαβε στο γένος Camelus στο έργο του Systema Naturae . Το 1800 το λάμα, το αλπακά και το γουανάκο μετακινήθηκαν από το Ζωρζ Κυβιέ στο γένος Lama και το βικούνια στο γένος Vicugna. Αργότερα, το αλπακά μετακινήθηκε στο γένος Vicugna.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά των λάμα είναι ο μακρύς λαιμός και τα όρθια και ευκίνητα αυτιά. Τα πόδια τους είναι μεγάλα σε μήκος και χωρίς τρίχωμα. Επίσης, τα μάτια των ζώων είναι μεγάλα και το τρίχωμά τους , που είναι μακρύ και πλούσιο, έχει συνήθως λευκό χρώμα. Φθάνουν σε ύψος ως 1 μ.

Χρησιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ζώα αυτά χρησιμοποιούνταν από πολύ παλιά για μεταφορές και άλλες εργασίες, καθώς είναι πολύ ανθεκτικά στο κρύο (τα αρσενικά). Απόλυτα συνδεδεμένη με τα λάμα ήταν η ζωή των ανθρώπων στις κορδιλιέρες των Άνδεων. Το μαλλί του λάμα είναι εξαιρετικής ποιότητας και το γάλα του είναι πόσιμο. Επίσης, το ζώο θηρεύεται για το κρέας του, το οποίο είναι εδώδιμο.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νέα Εγκυκλοπαιδεία. εκδ. Μαλλιάρης- Παιδεία, 2006, τ. 14, σελ. 73-74.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα