Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου 1964

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου 1964 (18 Φεβρουαρίου 196415 Ιουλίου 1965) σχηματίστηκε δύο ημέρες μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1964, όταν παραιτήθηκε η Υπηρεσιακή κυβέρνηση Ιωάννη Παρασκευόπουλου[1].

Αντιδράσεις για τη σύνθεση της κυβέρνησης και οι πρώτοι εσωτερικοί τριγμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την αρχική ευφορία για τη νίκη της Ένωσης Κέντρου και την ήττα της Δεξιάς -που πρώτη φορά ύστερα από τον εμφύλιο πόλεμο έπεσε τόσο χαμηλά- μείωσαν οι διαμάχες γύρω από τα υπουργεία και την ίδια τη σύνθεση της κυβέρνησης, που θεωρήθηκε "συντηρητική". Όλοι παρατήρησαν με έκπληξη ότι από την κυβέρνηση έλειπαν ορισμένα κορυφαία στελέχη του Κέντρου, όπως οι Ηλίας Τσιριμώκος, Σάββας Παπαπολίτης, Δημήτριος Παπασπύρου κ.α., που ανήκαν κατά γενική ομολογία στην προοδευτικότερη πτέρυγα του κόμματος. Γεγονός είναι πως η απουσία του Τσιριμώκου (που το Δεκέμβριο του 1963 είχε εκλεγεί πρόεδρος της Βουλής με την υποστήριξη και της Ε.Δ.Α.), του Σάββα Παπαπολίτη (που ήταν επίσης από τα ιδρυτικά στελέχη της Ένωσης Κέντρου, διάδοχος του Νικόλαου Πλαστήρα στην ηγεσία της Ε.Π.Ε.Κ.) και του Δημήτριου Παπασπύρου (που ως υπουργός Δικαιοσύνης στην πρώτη κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου είχε διατάξει την απόλυση μεγάλου αριθμού κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων) προκάλεσε ζωηρή αίσθηση. Η αναταραχή μέσα στους κόλπους του Κέντρου απ' αυτή την κατάσταση μεγάλωσε περισσότερο, όταν έγινε σαφές ότι όχι μόνο παραγκωνίστηκε αυτή η πτέρυγα του κόμματος, αλλά τοποθετήθηκε ως υπουργός Άμυνας ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, ο οποίος ύστερα από τη "λιποταξία" του κατά την περίοδο του "ανένδοτου αγώνα" θεωρήθηκε ξένο σώμα στο χώρο του Κέντρου.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ακολούθησε τη γραμμή του εξευμενισμού των ανακτόρων, σε μία προσπάθεια να συμφιλιωθεί μαζί τους. Την ίδια πολιτική εξακολούθησε και μετά τον θάνατο του βασιλιά Παύλου, όταν ορκίστηκε νέος βασιλιάς ο Κωνσταντίνος.

Στις 23 Μαρτίου του 1964, ο Κωνσταντίνος επανέλαβε τον όρκο του στη Βουλή και διάβασε τον "Λόγο του Θρόνου" πανομοιότυπο σχεδόν με τον προηγούμενο του πατέρα του του 1963, γραμμένο από τον Γεώργιο Παπανδρέου. Όλοι οι βουλευτές όρθιοι -με λίγες εξαιρέσεις- χειροκρότησαν θερμά το νέο βασιλιά. Ήταν μία μεγάλη ευκαιρία για το θρόνο να συμφιλιωθεί με ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου προχώρησε σε μερικά διστακτικά βήματα για να απαλλάξει τη χώρα από τα κατάλοιπα του εμφυλίου πολέμου. Ανακοίνωσε ότι θα καταργήσει τα έκτακτα μέτρα, τις δικαστικές εκτοπίσεις και ότι θα απολύσει "υπό όρους" και άλλους πολιτικούς κρατούμενους. Αυτά τα μέτρα προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις της Ε.Ρ.Ε., που κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι "παραδίδει την χώραν εις τον κομμουνισμόν".

Στις 25 Φεβρουαρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου με δηλώσεις του κάλεσε την Ε.Ρ.Ε. να πει ποιο κυβερνητικό μέτρο δεν περιλαμβανόταν στις επαγγελίες της Ένωσης Κέντρου και την Ε.Δ.Α. να εξηγήσει ποιες επαγγελίες δεν πραγματοποιούνταν. Παραλλήλως έδωσε την υπόσχεση ότι θα διαλυθούν οι παρακρατικές οργανώσεις και θα αποκατασταθεί ο δημοκρατικός συνδικαλισμός.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Γεώργιος Παπανδρέου υποχρεώθηκε να συγκαλέσει την κοινοβουλευτική ομάδα, στην προσπάθειά του να προλάβει ανοιχτή εκδήλωση των εσωκομματικών διαφωνιών στην Ένωση Κέντρου. Η απόφασή του να ορίσει υποψήφιο του κόμματος για το αξίωμα του προέδρου της Βουλής τον παλαιό Φιλελεύθερο, αλλά και πολύ φιλικά διακείμενο προς τα ανάκτορα, Γεώργιο Αθανασιάδη - Νόβα, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις στην κοινοβουλευτική ομάδα. Οι αντιδράσεις υπήρξαν ζωηρές, διότι όλοι περίμεναν ότι για τη θέση του προέδρου της Βουλής θα προοριζόταν ο Ηλίας Τσιριμώκος, που είχε υποδειχθεί και εκλεγεί στη Βουλή του Νοεμβρίου και απουσίαζε από τη σύνθεση του νέου υπουργικού συμβουλίου.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου διαισθάνθηκε τις αντιδράσεις και έσπευσε να προειδοποιήσει τους βουλευτές του ότι συνδέει την ψήφο στον πρόεδρο του σώματος, με ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και τόνισε: "Επιθυμώ να σας διαβεβαιώσω ότι η αυριανή ψήφος δια την εκλογήν προέδρου ισοδυναμεί με ψήφον εμπιστοσύνης προς την κυβέρνησιν. Δεν θέλω να πιστεύσω, αρνούμαι να διανοηθώ ότι θα υπάρξουν τινές εκ των παρόντων, ικανοί να ψηφίσουν άλλο τι εκτός του υποδειχθέντος. Πάντως, αν κανείς εμφανίση διάφορον ψήφον παρ' ελπίδα, θα διαγραφή αμέσως...".

Η συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας ήταν θυελλώδης. Ο βουλευτής Αθηνών της Ένωσης Κέντρου και εκδότης της Αθηναϊκής Ιωάννης Παπαγεωργίου, απευθυνόμενος στον Παπανδρέου, του είπε εκνευρισμένος: "Εμαζέψατε από το πεζοδρόμιο διαφόρους, οι οποίοι απουσίαζαν από τη μάχη της Δημοκρατίας και τους εκάνατε υπουργούς...". Σκληρός προς τον αυταρχισμό του Γεώργιου Παπανδρέου εμφανίστηκε σ' εκείνη τη συνεδρίαση και ο Ηλίας Τσιριμώκος: "Τώρα κυρίαρχο σώμα στο κόμμα είναι η κοινοβουλευτική ομάδα και δεν μπορεί η ηγεσία να την αιφνιδιάζει με τις αποφάσεις της. Δεν ανατρέψαμε τον αρχηγό της Ε.Ρ.Ε. Καραμανλή, τον οποίο εχαρακτηρίζαμε Καίσαρα, για να τον αντικαταστήσουμε με άλλον Καίσαρα...".

Η προειδοποίηση του Γεώργιου Παπανδρέου δεν εισακούστηκε. Την επομένη, 19 Μαρτίου, στη συνεδρίαση της Βουλής εκδηλώθηκε ανταρσία 33 βουλευτών. Ο υποψήφιος πρόεδρος Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας πήρε κατά την πρώτη ψηφοφορία μόνο 136 ψήφους από τους 166 παρόντες βουλευτές της Ένωσης Κέντρου. Από τα 33 αρνητικά ψηφοδέλτια, τα 30 έγραφαν τη λέξη "Δημοκρατία". Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για εσωκομματική διαμαρτυρία. Στη δεύτερη ψηφοφορία και οι 166 βουλευτές της Ένωσης Κέντρου ψήφισαν τον Νόβα ως πρόεδρο. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας εξόργισε τον Γεώργιο Παπανδρέου και τις πρώτες πρωινές ώρες της 20ης Μαρτίου προέβη σε σκληρές δηλώσεις: "Με βαθυτάτην θλίψιν, αγανάκτησιν και εντροπήν αναγγέλλω εις τον δημοκρατικόν κόσμον της Ενώσεως Κέντρου ότι η δημοκρατία σήμερον επροδόθη εις την Βουλήν. Οι θριαμβευταί της 16ης Φεβρουαρίου εγίναμεν η χλεύη των ηττημένων...". Στη συνέχεια ο Γεώργιος Παπανδρέου κατονόμασε ως "οργανωτές της συνωμοσίας" τον Τσιριμώκο και τον Παπαπολίτη, αναγγέλλοντας ότι "αυτονόητος συνέπεια, επομένως, είναι η διαγραφή των από το κόμμα...".

Έντονα αντέδρασαν στη διαγραφή τους οι δύο ηγέτες του Κέντρου. Σε δηλώσεις του ο Τσιριμώκος, μεταξύ άλλων, επισήμανε και τα ακόλουθα: "Η ενέργεια του κ. Παπανδρέου αποδεικνύει ότι πράγματι το καταστατικόν του κόμματος αποτελεί δι' αυτόν "τρόπος του λέγειν", όπως υπηνίχθη κατά την τελευταίαν συνεδρίασιν της κοινοβουλευτικής ομάδος. Αν το είχεν τουλάχιστον αναγνώσει, θα έβλεπεν ότι η διαγραφή βουλευτών γίνεται από την κοινοβουλευτικήν ομάδα δια να μην εξαρτάται από τας ατομικάς παρορμήσεις οποιουδήποτε αρχηγού, αλλά να γίνεται μετά από ώριμον πολιτικήν σκέψιν (...) Ο κ. Παπανδρέου ομιλών ως τσιφλικούχος του Κέντρου και ως ιδιοκτήτης της Δημοκρατίας προβαίνεις εις ύβρεις κατά των βουλευτών και εις απειλάς διαλύσεως της Βουλής. Ονομάζει προδότας εκείνους που ηθέλησαν να τον προειδοποιήσουν ότι δεν θα ανεχθούν την προδοσίαν της λαϊκής θελήσεως. Και απειλεί να διαλύσει την μόλις εκλεγείσαν Βουλήν. Αλλά οσαδήποτε εκλογάς και αν του ήτο δυνατόν να διενεργήση, ουδέποτε θα κατώρθωνε να αποκτήση δημοκρατικήν πλειοψηφίαν δυναμένη να διοικηθή δικτατορικώς από οιονδήποτε πρωθυπουργόν".

Και ο Σάββας Παπαπολίτης επέκρινε οργισμένος τον Γεώργιο Παπανδρέου τονίζοντας: "Ομιλεί περί προδοσίας εκ μέρους των βουλευτών οι οποίοι κατεψήφισαν τον υποψήφιον πρόεδρον της Βουλής, ενώ ακριβώς η προδοσία συνίσταται αλλού και ο λαός, αν δεν τη γνωρίζη ακόμη εις όλη της την έκτασιν, τη διαισθάνεται όμως πλήρως...".

Ένα μήνα αργότερα νέοι κραδασμοί παρουσιάστηκαν στην κυβέρνηση. Ο υπουργός Συντονισμού Γ. Μαύρος παραιτήθηκε και ανέλαβε τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας, ενώ το υπουργείο Συντονισμού ανέλαβε ο αντιπρόεδρος Στ. Στεφανόπουλος. Πολλοί απέδωσαν την παραίτηση του Μαύρου στο γεγονός ότι είχε έρθει σε σύγκρουση με τον Ανδρέα Παπανδρέου, που ανακατευόταν στα οικονομικά και τον υποσκέλιζε. Ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου υποστήριξε ότι "ο Γ. Μαύρος είχε πολύ στριμωχθεί ανάμεσα στον Μητσοτάκη και στον Ανδρέα".

Στις αρχές Νοεμβρίου του 1964 η εφημερίδα Ημέρα του Γ. Αθανασιάδη κατηγόρησε τον Ανδρέα Παπανδρέου ότι ανέθεσε χωρίς διαγωνισμό μελέτες δημοσίων έργων στο αρχιτεκτονικό γραφείο του "στενότερου προσωπικού φίλου του" Γ. Σκιαδαρέση. Ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέβαλε παραίτηση. Σε ειδική σύσκεψη το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα αλληλεγγύης προς τον υπουργό που παραιτήθηκε.

Η μεγάλη κρίση στην Ένωση Κέντρου απεφεύχθη προσωρινά. Είχαν όμως εμφανιστεί με θεαματικό τρόπο οι πρώτες ρωγμές στους κόλπους της. Τον επόμενο χρόνο οι εσωτερικές αντιθέσεις απέβησαν μοιραίες για τη συνοχή του κόμματος αλλά και για τις πολιτικές εξελίξεις[2].

Σύνθεση της Κυβέρνησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική σύνθεση της κυβέρνησης ήταν η εξής[3]:

Στις 23 Φεβρουαρίου 1964 διορίστηκε ο:

Στις 24 Φεβρουαρίου 1964 παραιτήθηκε ο Μ. Στεφανίδης (υπ. άνευ Χαρτοφυλακίου) και Ε. Αρβανιτάκης (υπ. άνευ Χαρτοφυλακίου) και διορίστηκαν οι:

Στις 4 Ιουνίου 1964 παραιτήθηκε ο:

και μια ημέρα αργότερα, στις 5 Ιουνίου 1964 παραιτήθηκαν οι:

και στις 5 Ιουνίου 1964 διορίστηκαν οι:

Στις 16 Οκτωβρίου 1964 παραιτήθηκαν οι Π. Πολυχρονίδης (Δικαιοσύνης), ο Ν. Μπακόπουλος (Κοινωνικής Προνοίας), Ν. Έξαρχος (Υφυπουργός Εσωτερικών) και Α. Κοκκέβης (Υφυπουργός Κοινωνικής Προνοίας) και ξαναδιορίστηκαν στις θέσεις:

Στις 13 Νοεμβρίου 1964 παραιτήθηκε ο Π. Πολυχρονίδης (Υφυπ. Εσωτερικών) και διορίστηκε:

Στις 19 Νοεμβρίου 1964 παραιτήθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου (Αναπλ. Υπουργός Συντονισμού).

Στις 6 Ιανουαρίου 1965 παραιτήθηκαν οι Ι. Τούμπας (Εσωτερικών), Γ. Μελάς (Εμπορίου), Ν. Έξαρχος (Κοινωνικής Προνοίας), Κ. Ταλιαδούρος (Βορείου Ελλάδος), Ν. Κουντουρής (Υφυπουργός Εμπορίου) και διορισμός:

Στις 29 Απριλίου 1965 παραιτήθηκαν οι Π. Βαρδινογιάννης (άνευ Χαρτοφυλακίου) και Γ. Μυλωνάς (Υφυπ. παρά τη Προεδρία της Κυβερνήσεως) και διορίστηκαν οι:

Στις 15 Ιουλίου 1965, την εξουσία πήρε η Κυβέρνηση Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα 1965.

Αποφυλάκιση πολιτικών κρατουμένων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 27 Απριλίου του 1964 η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο "περί καταργήσεως των εκτάκτων μέτρων". Την επομένη, πριν ψηφιστεί το νομοσχέδιο, άρχισε η αποφυλάκιση των ευεργετουμένων "δια να εορτάσουν και αυτοί" -όπως δήλωσε ο Γ. Παπανδρέου- "το Πάσχα με τας οικογένειάς των". Απολύθηκαν συνολικά 445 άτομα, ανάμεσά τους και 32 δωσίλογοι. Εξαιρέθηκαν οι καταδικασθέντες επί "κατασκοπεία", των οποίων όμως μειώθηκαν ή μετατράπηκαν οι ποινές. Ανάμεσα στους πρώτους που αποφυλακίστηκαν από τις φυλακές της Αίγινας ήταν το στέλεχος του Κ.Κ.Ε. Αντώνης Αμπατιέλος, τον οποίο υποδέχθηκε και συνόδευσε στο πλοίο για τον Πειραιά η σύζυγός του Μπέτυ Αμπατιέλου, η οποία το προηγούμενο έτος είχε ηγηθεί των μεγάλων κινητοποιήσεων στη Μεγάλη Βρετανία για την αποφυλάκιση των Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος (2004). Οι Ελληνικές Κυβερνήσεις 1843-2004. Αθήνα, σελ. 78. http://www.jurisconsultus.gr/pubs/uploads/842.pdf. 
  2. Εκλογικός θρίαμβος της Ένωσης Κέντρου αλλά και πρώτοι εσωτερικοί τριγμοί, Ιστορικό Λεύκωμα 1964, σελ. 52-55, Καθημερινή (1997)
  3. «Kυβέρνησις Γεωργίου Παπανδρέου Από 19.2.1964 έως 15.7.1965». Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης. http://www.ggk.gov.gr/?p=1239. Ανακτήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2011.