Ιστορία του Ιράν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χάρτης που απεικονίζει την περιοχή του Μεγάλου Ιράν.[1]

Η ιστορία του Ιράν (ιστορικά γνωστό μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα ως Περσία),[2] είναι συνυφασμένη με την ιστορία μιας ευρύτερης περιοχής, γνωστής ως Μεγάλο Ιράν, που περιλαμβάνει την περιοχή από τη Μικρά Ασία στα δυτικά έως τα σύνορα της Αρχαίας Ινδίας και του ποταμού Συρ Ντάρια στα ανατολικά, και από τον Καύκασο και την Ευρασιατική Στέπα στα βόρεια έως τον Περσικό Κόλπο και τον Κόλπο του Ομάν στο νότο. Μερικοί από τους αρχαιότερους πολιτισμούς στον κόσμο αναπτύχθηκαν σε αυτήν την περιοχή, με αρκετούς αρχαιολογικούς χώρους ηλικίας άνω των 10.000 ετών.[3]

Το αρχαίο βασίλειο του Ελάμ της περιοχής ήταν από τα πιο προηγμένα της εποχής του (ο παλαιότερος οικισμός του χρονολογείται γύρω στο 7200 π.Χ.) προτού κατακτηθούν τμήματά του από τους Σουμέριους, αργότερα από τους Ασσύριους, και μετά από τους Μήδους. Τη Μηδική Αυτοκρατορία (678-550 π.Χ.) ακολούθησε μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές και κοινωνικές οντότητες του αρχαίου κόσμου, η Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία (550-330 π.Χ.), η οποία κατακτήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο και αργότερα αντικαταστάθηκε διαδοχικά από την Αυτοκρατορία των Σελευκιδών ( 312-63 π.Χ.), την Παρθική Αυτοκρατορία (247 π.Χ.-224 μ.Χ.) και την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών (224 - 651 μ.Χ.). Η Σασσανιδική Αυτοκρατορία ήταν η τελευταία από τις περσικές κυβερνήσεις της περιοχής πριν από τη μουσουλμανική κατάκτηση του 7ο αιώνα μ.Χ.[3]

Η ιρανική αυτοκρατορία αποκαταστάθηκε το 1501 από τη δυναστεία των Σαφαβιδών, η οποία επέβαλε τον σιισμό ως τη μοναδική θρησκεία. Έκτοτε, το Ιράν ξεχωρίζει ως το μόνο έθνος στο οποίο αυτός ο κλάδος του Ισλάμ λειτουργεί ως επίσημη θρησκεία. Διαδοχικές δυναστείες κυβέρνησαν το Ιράν μέχρι την Ιρανική Επανάσταση του 1979, κατά την οποία εκθρονίστηκε ο Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί, ο τελευταίος Σάχης. Η σημερινή Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν γεννήθηκε την 1η Απριλίου του ίδιου έτους.[4]

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία του Ιράν ως έθνους ανθρώπων που μιλούσαν μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα δεν ξεκίνησε παρά στα μέσα του 2.000 π.Χ. Πριν από τότε, το Ιράν ήταν κατεχόμενο από λαούς με ποικίλους πολιτισμούς.[5] Οι πηγές για την προϊστορική περίοδο είναι εξ ολοκλήρου αρχαιολογικές, ενώ για την πρωτοϊστορική περίοδο χρησιμοποιούνται κυρίως τα αρχαιολογικά στοιχεία, αλλά πολλές πληροφορίες προέρχονται επίσης από γραπτές πηγές. Από την Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία κι έπειτα υπάρχει επαρκές υλικό τεκμηρίωσης, ώστε αυτή η περίοδος να είναι η αρχαιότερη για την οποία η αρχαιολογία δεν είναι η κύρια πηγή δεδομένων.[2]

Παλαιολιθική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημερινή επικράτεια του Ιράν περιέχει υπολείμματα ανθρώπινης παρουσίας και πολιτιστικά απομεινάρια που χρονολογούνται από την Παλαιολιθική Εποχή. Στο ιρανικό Μπαλουχιστάν έχουν βρεθεί λίθινα εργαλεία Κατώτερης Παλαιολιθικής με εκτιμώμενη ηλικία 800.000 ετών. Κοντά στο Ταμπρίζ ανακαλύφθηκαν επίσης τα ερείπια ενός κυνηγετικού στρατοπέδου που χρονολογούνται από αυτή την περίοδο.

Γενικά, λίγα υπολείμματα αυτής της περιόδου έχουν βρεθεί λόγω του μικρού αριθμού ερευνών και αρχαιολογικών ανασκαφών που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή. Σε πολλές ορεινές περιοχές της Κεντρικής Ασίας, η εναπόθεση σημαντικών ιζηματογενών στρωμάτων που εμφανίστηκαν κατά τους παγετώνες του Ανώτερου Πλειστόκαινου (τέλος της Παλαιολιθικής) συνέβαλε στην εξαφάνιση πολλών θέσεων.

Έχουν επίσης ανακαλυφθεί σπήλαια που καταλήφθηκαν κατά τη Μέση Παλαιολιθική, καθώς και υπολείμματα Μουστιαίας Περιόδου.[6] Στοιχεία της περιόδου αυτής έχουν βρεθεί στη δυτική λεκάνη του ποταμού Χελμάντ και οι αρχαιολόγοι ελπίζουν να αποκαλύψουν περισσότερα σε αυτή την περιοχή που εκτείνεται στο Αφγανιστάν. Αυτά τα υπολείμματα αποτελούν μέρος μιας συνέχειας της περιόδου καθώς και των φυσικών υπολειμμάτων Νεάντερταλ που εκτείνονται από την οροσειρά Τιεν Σαν σε όλη την Κεντρική Ασία και την Εγγύς Ανατολή, τη νότια Ρωσία, την ανατολική Ευρώπη και τη Δυτική καθώς και τη Βόρεια Αφρική έως τον Ατλαντικό.

Κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική, παρατηρείται ανάπτυξη των τεχνών και η χρήση νέων μεθόδων λιθοτεχνίας στο σπήλαιο Γιαφτέχ από τον πολιτισμό Μπαραντοστιάν, έναν περιφερειακό πολιτισμό που προϋπήρχε του Ζαρζιάν.

Νεολιθική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πήλινο ανθρώπινο ειδώλιο (θεά της γονιμότητας), περ. 7000–6100 π.Χ., Νεολιθική περίοδος, Εθνικό Μουσείο του Ιράν.

Στο βορειοδυτικό Ιράν, η μετάβαση σε μια οικονομία παραγωγής αγαθών ξεκίνησε κατά τη Μεσολιθική (10.000 π.Χ.), καθώς υπάρχει μια τοποθεσία με αυτά τα χαρακτηριστικά στην περιοχή της Κασπίας Θάλασσας. Στο Καμαρμπάντ, ανακαλύφθηκαν υπολείμματα που αποδεικνύουν την εκτροφή άγριων χοίρων. Παράλληλα, ανακαλύφθηκαν τα υπολείμματα περσικών γαζελών, άγριων ταύρων και ταράνδων. Βρέθηκε επίσης η ταφή ενός μικρού κοριτσιού, το σώμα της ήταν βαμμένο με κόκκινη ώχρα και φορούσε μενταγιόν από γυαλισμένη πέτρα, κόκαλο και κοχύλια, καθώς και πήλινους κώνους που θα μπορούσαν να είναι από τις πρώτες απόπειρες εκμετάλλευσης αυτού του υλικού, που αργότερα θα οδηγούσαν σε κεραμικά. Την περίοδο αυτή άρχισαν οι πρώτες προσπάθειες εξημέρωσης προβάτων. Αυτή η διαδικασία, που ξεκίνησε κατά τη Μεσολιθική, είχε τελειώσει στις αρχές της Νεολιθικής.

Κατά τη Νεολιθική αρχίζει η διαδικασία της καθιστικής ζωής, της σταθερής παραγωγής τροφίμων μέσω της ανάπτυξης της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, καθώς και η δημιουργία εμπορικών οδών (σε μικρές αποστάσεις) μεταξύ σχετικά κοντινών κοινοτήτων. Η κοινωνία και οι τέχνες αναπτύσσονται με ολοένα και πιο περίπλοκους τρόπους.

Πρωτοϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εποχή του Χαλκού, που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση χάλκινων στοιχείων και ζωγραφικής κεραμικής στο Σουσιάν (νοτιοδυτικό Ιράν, στην επικράτεια του σημερινού Χουζιστάν) και Σιαλκ (κεντρικό Ιράν), εκτείνεται στο Ιράν σε όλη την 4η χιλιετία π.Χ., όπως φαίνεται από αρχαιολογικά κατάλοιπα μεταξύ των οποίων συναντάμε κεραμικά με ζωικές ή αφηρημένες μορφές υψηλής ποιότητας. Μερικά από αυτά τα κομμάτια προφανώς είχαν τελετουργική χρήση. Οι εμπορικοί δρόμοι επεκτείνονται από αυτή τη στιγμή και αρχίζουν να δημιουργούνται αστικοί οικισμοί.

Οι αρχαιολόγοι μόλις αρχίζουν να γνωρίζουν την προέλευση των πολιτισμών που εγκαταστάθηκαν σε αυτή τη γη, όπως ο πολιτισμός Τζιρόφτ που χρονολογείται 5.000 χρόνια πριν.

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασίλειο του Ελάμ.
Σφραγίδες που ανακαλύφθηκαν στα Σούσα και χρονολογούνται από την 3η χιλιετία π.Χ. Διατηρούνται στο Εθνικό Μουσείο του Ιράν.

Το Ιράν εισέρχεται στην ιστορία με το βασίλειο του Ελάμ, διάδοχο της πρωτοελαμιτικής περιόδου (της οποίας η γραφή δεν είναι ακόμη κατανοητή), γεγονός που μαρτυρεί μια απίστευτη μακροζωία, καθώς είναι μια αξιοσημείωτη δύναμη του τέλους της 3ης χιλιετίας, μέχρι τα μέσα της 1η χιλιετίας, όταν την κληρονομιά του ανέλαβε η εκκολαπτόμενη Περσική Αυτοκρατορία. Το βασίλειο του Ελάμ βρίσκεται κυρίως στις πόλεις Ανσάν (σύγχρονο Τελ-ε Μαλιάν) στην επαρχία Φαρς, και στα Σούσα, που βρίσκονται μεταξύ Ελαμ και Μεσοποταμίας, και χρησιμεύουν ως σύνδεσμος μεταξύ των δύο. Οι ηγεμόνες του άφησαν επιγραφές στις μεσοποταμιακές γλώσσες (σουμερικά και ακκαδικά, σφηνοειδή γραπτά), αλλά προσάρμοσαν και τη σφηνοειδή γραφή στη γλώσσα τους τουλάχιστον από τον 24ο αιώνα π.Χ. Το βασίλειο αυτό βρέθηκε στο απόγειό του το 2.000 π.Χ., ιδιαίτερα τον 18ο και 12ο αιώνα π.Χ., όταν κάποιοι από τους βασιλείς της κατάφεραν να κυριαρχήσουν προσωρινά στη Μεσοποταμία.[7]

Κατά το 2.000 π.Χ. (η ακριβής ημερομηνία συζητείται ακόμα) διάφοροι λαοί έφτασαν στο ιρανικό οροπέδιο, προερχόμενοι από την Κεντρική Ασία. Αυτοί οι ιρανικοί λαοί μιλούσαν μια ποικιλία διαλέκτων της αρχαίας περσικής γλώσσας, μιας από τις ιρανικές γλώσσες της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Η αρχαία περσική σχετίζεται με την αβεστική και τη βεδική σανσκριτική.

Στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., μια ομάδα ιρανικών φυλών που αυτοπροσδιορίζονται ως Μήδοι, εδραίωσαν την εξουσία τους στο βόρειο και βορειοδυτικό Ιράν, αφού απελευθερώθηκαν από τον ασσυριακό ζυγό. Στα τέλη του ίδιου αιώνα, οι Μήδοι συμμάχισαν με τους Βαβυλώνιους και απελευθερώθηκαν οριστικά από την ασσυριακή εξουσία καταλαμβάνοντας τη Νινευή το 612 π.Χ.[8] Την ίδια περίοδο εμφανίζονται οι πρώτες πηγές που αναφέρουν τον Πέρση Κύρο Α', βασιλιά του Ανσάν, εγγονό του Αχαιμενή, ιδρυτή της δυναστείας των Αχαιμενιδών.

Είναι λοιπόν ένας άλλος ιρανικός λαός (και όχι αυτός που προϋπήρχε στην περιοχή), οι Πέρσες, που εγκαταστάθηκαν στα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. στην επικράτεια της Περσέπολης (γύρω από το σημερινό Σιράζ), που γέννησε την πρώτη πραγματική ιρανική αυτοκρατορία το 559 π.Χ., αυτή των Αχαιμενιδών.

Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ερείπια των ανακτόρων των Αχαιμενιδών, Περσέπολη.

Η Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών (αρχαία περσικά: Hakhamanishiya) είναι η πρώτη μεγάλη περσική αυτοκρατορία. Ο μύθος λέει ότι η δυναστεία ιδρύθηκε από τον Αχαιμένη, τον οποίο διαδέχθηκε ο γιος του Τεϊσπής, ο οποίος πήρε τον τίτλο του βασιλιά του Ανσάν αφού πήρε την πόλη από τους Ελαμίτες. Οι δύο γιοι του ήταν ο Κύρος Α΄, ο βασιλιάς της Ανσάν και ο Αριαράμνης, ο βασιλιάς της Περσέπολης. Ο Κύρος Β' ήταν ο πρώτος που ένωσε τα δύο βασίλεια και στη συνέχεια δημιούργησε την Περσική Αυτοκρατορία. Στο απόγειο της δύναμής της, επί Δαρείου Α' του Μέγα, τον 5ο αιώνα π.Χ., οι Αχαιμενίδες ηγεμόνες της Περσίας κυβέρνησαν τα σημερινά εδάφη του Ιράν, του Ιράκ, της Αρμενίας, του Αφγανιστάν, της Τουρκίας, της Βουλγαρίας, των ανατολικών περιοχών της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Συρίας και το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού Πακιστάν, της Ιορδανίας, του Ισραήλ, του Λιβάνου, του Καυκάσου, της Κεντρικής Ασίας, της Λιβύης και της βόρειας Αραβικής Χερσονήσου.[9] Αυτή η αυτοκρατορία ήταν σίγουρα η μεγαλύτερη αυτοκρατορία της αρχαιότητας.

Η Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών στη μέγιστη έκτασή της, γύρω στο 500 π.Χ.
Τα βασίλεια των Διαδόχων γύρω στο 301 π.Χ. Η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών απεικονίζεται με πράσινο.

Οι Αχαιμενίδες είχαν την προνοητικότητα να χτίσουν μια αυτοκρατορία αυτού του μεγέθους αφήνοντας μια ορισμένη αυτονομία στις σατραπίες που όλες συνδέονταν μεταξύ τους με ένα τεράστιο οδικό δίκτυο. Οι ιστορικοί αποδίδουν την πρώτη διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον Κύρο Β', ο οποίος την έγραψε στον κύλινδρο του Κύρου.[10]

Η αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών βρισκόταν σε πόλεμο με τους Έλληνες και από τη βασιλεία Ξέρξη Α' άρχισε η παρακμή της. Τελικά κατακτήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο το 330 π.Χ.

Αυτοκρατορία των Σελευκιδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε στις 23 Ιουνίου 323 π.Χ., δεν άφησε έγκυρο κληρονόμο (παρά ένα αγέννητο παιδί και έναν ψυχολογικά εύθραυστο ετεροθαλή αδερφό). Η αυτοκρατορία του τότε μοιράστηκε μεταξύ των τεσσάρων στενότερων στρατηγών του. Όλοι ονομάστηκαν Διάδοχοι, που σημαίνει «κληρονόμοι».

Ένας από αυτούς, ο Σέλευκος Α' Νικάτωρ καταλαμβάνει το ασιατικό τμήμα της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Ίδρυσε τις μελλοντικές του πρωτεύουσες, τη Σελεύκεια η επί του Τίγρη στη Μεσοποταμία και τη Σελεύκεια η Πιερία (τότε ήταν η Αντιόχεια η Μεγάλη, έστω και αν η χρονολογία παραμένει αμφιλεγόμενη), που βρίσκεται στη Μεσόγειο. Υπό τον Σέλευκο Α' Νικάτορα, η αυτοκρατορία αρχίζει ήδη να παρακμάζει, μετά την απώλεια ινδικών εδαφών από τον Τσαντραγκούπτα Μαουρύα.[11]

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η αυτοκρατορία έγινε πραγματικά πολυπολιτισμική, συγκεντρώνοντας Πέρσες, Έλληνες, Εβραίους, και Μήδους. Στη συνέχεια, η Περσία υπέστη έναν περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένο εξελληνισμό, αφού οι ηγεμόνες και οι σατράπες που βασίλευαν στην αρχαία Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία ήταν όλοι ελληνικής καταγωγής. Ο κύριος στόχος τους ήταν να εφαρμόσουν μια πολιτική πολιτιστικής ενότητας προκειμένου να διατηρηθεί η ενότητα της Αυτοκρατορίας.

Η αυτοκρατορία των Σελευκιδών βρισκόταν σε σταθερή παρακμή, ξεκινώντας με την ανεξαρτησία των Παρθών και τη δημιουργία του ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής γύρω στο 250 π.Χ. Στη συνέχεια, ο Αντίοχος Γ΄, υπό τις συμβουλές του Αννίβα, προσπάθησε να ανακαταλάβει την Ελλάδα ενσωματώνοντας την Αιτωλική Συμπολιτεία, κάτι που οδήγησε στην ήττα του αφού οι Ρωμαίοι τον νίκησαν στις Θερμοπύλες το 191 π.Χ., στη συνέχεια στη Μάχη της Μαγνησίας το 190 π.Χ. Το βασίλειο στη συνέχεια γίνεται όλο και πιο ασταθές και λαμβάνουν χώρα εμφύλιοι πόλεμοι, προκαλώντας μια συνεχή συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας, η οποία χάνει επαρχίες προς όφελος των γειτόνων της ή των υποτελών της που γίνονται πιο ισχυροί.

Η δυναστεία έληξε το 64 π.Χ., υπό τον Αντίοχο ΙΓ΄ Ασιατικό, εκθρονισμένο από τον Πομπήιο που μετέτρεψε τη Συρία, το τελευταίο απομεινάρι του βασιλείου των Σελευκιδών, σε ρωμαϊκή επαρχία.[11]

Παρθική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παρθική Αυτοκρατορία στο απόγειό της, το 60 π.Χ.

Η ιστορία της Παρθικής Αυτοκρατορίας είναι στενά συνδεδεμένη με αυτή της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών. Κατά τη διάρκεια της παρακμής της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι Πάρνοι, μια ιρανική φυλή που, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς,[12] ζούσε μεταξύ του ποταμού Ώξου (Αμού Ντάρια) και του ποταμού Ιαξάρτη (Συρ Ντάρια) την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Προς τα τέλη του 4ου αιώνα ή τουλάχιστον προς τα μέσα του 3ου αιώνα, οι Πάρνοι προχώρησαν στα σύνορα της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών. Οι μετακινήσεις των Παρνών είναι αρκετά δύσκολο να ανασυντεθούν και αποτελούν αντικείμενο διχόνοιας μεταξύ των ιστορικών.[13] Με την εγκατάστασή τους στη σατραπεία που ονομάζεται Παρθία, οι Πάρνοι πήραν το όνομα Πάρθοι.

Η Παρθική Αυτοκρατορία ή δυναστεία των Αρσακιδών της Παρθίας (στα περσικά: اشکانیان, Ashkāniān) ιδρύθηκε από δύο αδέρφια, τον Αρσάκη Α΄ και τον Τιριδάτη Α'. Είναι μόλις από το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα π.Χ. όταν οι Πάρθοι, απόγονοι των Σκυθών, εκμεταλλευόμενοι την αυξανόμενη αδυναμία των Σελευκιδών άρχισαν να ελέγχουν σταδιακά όλα τα εδάφη στα ανατολικά της Συρίας.[14] Έχοντας καταλάβει μέρος της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών (Ανατολία) και τους άλλους γείτονές τους, έγιναν ο «ανταγωνιστής» της Ρώμης στην ανατολική Μεσόγειο. Ο πολιτισμός και η κουλτούρα των Παρθών φαίνεται να επαναλαμβάνει εκείνο των Αχαιμενιδών, ιδιαίτερα στο θρησκευτικό τους σύστημα. Η Παρθική Αυτοκρατορία, οργανωμένη με χαλαρά αυταρχικό τρόπο, έληξε το 224 μ.Χ., όταν ο βασιλιάς της Αρτάβανος Ε΄ ηττήθηκε από έναν από τους υποτελείς του, τον Πέρση Αρδασίρ Α΄, ιδρυτή της δυναστείας των Σασσανιδών.

Αυτή η δυναστεία διατήρησε τον θρόνο της Αρμενίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπου είχε ανέβει το 218 ο Αρταξίας Δ΄, ο τελευταίος Αρσακίδης της Αρμενίας, ο οποίος καθαιρέθηκε το 428 από τους Σασσανίδες.

Αυτοκρατορία των Σασσανιδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυτοκρατορία των Σασσανιδών στη μέγιστη έκτασή της, το 621 μ.Χ.
Ανάκτορο του Αρδασίρ Α', χτισμένο το 224 μ.Χ.
Αργυρή δραχμή του Χοσρόη Β΄ (περ. 570-628), βασιλιά της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών.

Η Σασσανιδική Αυτοκρατορία είναι η δεύτερη περσική αυτοκρατορία και η τέταρτη κατά σειρά ιρανική δυναστεία (226-651). Οι Σασσανίδες ήταν οι πρώτοι που ονόμασαν την αυτοκρατορία τους Eranshahr ή Iranshahr (περσικά: ايرانشهر), που σημαίνει «Γη των Αρίων».

Ο Σασσάν, ο λίγο πολύ θρυλικός ιδρυτής της δυναστείας των Σασσανιδών, ήταν ιερέας του ναού της Αναχίτα (στον ζωροαστρισμό) στο Ιστχάρ, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ήταν απόγονος του Δαρείου Γ', ενός από τους τελευταίους Πέρσες ηγεμόνες των Αχαιμενιδών. Ωστόσο, το 224, με τη νίκη του διαδόχου του, Αρδασίρ Α΄, επί του τελευταίου Πάρθου βασιλιά Αρταβάνου Ε΄, ξεκίνησε πραγματικά η περίοδος των Σασσανιδών. Ο Αρδασίρ, αφού κατέκτησε γρήγορα την περιοχή των Παρθών, ίδρυσε τη δυναστεία των Σασσανιδών.

Η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα στα δυτικά και ανατολικά σύνορα. Στα ανατολικά, η σταδιακή επέκταση των Σασσανιδών προκάλεσε εξεγέρσεις στους νομάδες Κουσάνους, οι οποίοι αρνήθηκαν να παραχωρήσουν την επικράτειά τους και συμμετείχαν σε πολυάριθμες μάχες με τους Σασσανίδες. Λίγο αργότερα, στα τέλη του 4ου αιώνα, οι Ούννοι, οι Χιονίτες, και στη συνέχεια οι Κιδαρίτες εισέβαλαν στην περιοχή του Ιράν και τελικά εγκαταστάθηκαν στην Υπερωξιανή και στην Γανδάρα. Ο ρωμαϊκός κόσμος επίσης δεν προσαρμόστηκε καλά στην άνοδο στην εξουσία μιας δυναστείας που το μόνο που επιδίωκε ήταν να επεκτείνεται, κι έτσι σημειώθηκαν αδιάκοπες συγκρούσεις μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων.

Από τη βασιλεία του Χοσρόη Α' («με την αθάνατη ψυχή»), οι μεταρρυθμίσεις δημιούργησαν ένα νέο φορολογικό σύστημα, το οποίο αργότερα ανέλαβαν οι Άραβες.[15] Η εξουσία πλέον ανατίθεται σε ανήλικους ευγενείς, παρά σε μεγαλογαιοκτήμονες.[16] Η αυτοκρατορία επεκτείνεται στη νότια Αραβία, επιτρέποντας τον έλεγχο του εμπορίου μεταξύ του Βυζαντίου και της Άπω Ανατολής (Ινδία, Κίνα).

Η εδαφική επέκταση συνεχίστηκε υπό τον Χοσρόη Β' («τον θριαμβευτή»), με την προσάρτηση της Συρίας, της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης.

Η βασιλεία του Καβάδη Β΄, που χαρακτηρίστηκε από μια συνθήκη ειρήνης με το Βυζάντιο μετά τη Μάχη της Νινευή, σήμανε το τέλος του απογείου των Σασσανιδών και την αρχή μιας αναρχίας που τελειώνει μόνο με την αραβική κατάκτηση. Το 637 η κατάληψη της πόλης Κτησιφών και το 642 η ήττα μετά τη Μάχη του Ναχαβάντ σήμανε το τέλος της αυτοκρατορίας.

Η περίοδος των Σασσανιδών, που περιλαμβάνει όλη την Ύστερη Αρχαιότητα, θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές περιόδους στην ιστορία του Ιράν. Υπό τους Σασσανίδες, ο περσικός πολιτισμός επηρέασε σημαντικά τη Ρώμη και μετά το Βυζάντιο (αυτές οι αυτοκρατορίες ήταν συνεχώς σε πόλεμο εκείνη την εποχή). Η πολιτιστική επιρροή επεκτάθηκε πολύ πέρα ​​από τα σύνορα της αυτοκρατορίας, φθάνοντας στη Δυτική Ευρώπη, στην Αφρική,[17] στην Κίνα και στην Ινδία, παίζοντας επίσης κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής και της ασιατικής τέχνης.[18] Αυτή η επιρροή συνεχίστηκε κατά την ισλαμική περίοδο. Πράγματι, όλα όσα αργότερα έγιναν γνωστά ως ισλαμικός πολιτισμός, αρχιτεκτονική, γραφή και άλλες τέχνες εμπνεύστηκαν κυρίως από τους Σασσανίδες Πέρσες και διαδόθηκαν ευρύτερα στον μουσουλμανικό κόσμο.

Μάχη μεταξύ του στρατού του Ηράκλειου και των Περσών υπό τον Χοσρόη Β'. Τοιχογραφία του Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα, π. 1452.

Μεσαιωνική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αραβο-μουσουλμανική κατάκτηση (632-1219)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φάσεις της ισλαμικής κατάκτησης:
  Επέκταση υπό τον Μωάμεθ, 622–632.
  Επέκταση κατά τη διάρκεια του Χαλιφάτου Ρασιντούν, 632–661.
  Επέκταση κατά τη διάρκεια του Xαλιφάτου των Ομεϋαδών, 661–750.
Χάρτης των ιρανικών δυναστειών στα μέσα του 10ου αιώνα.

Οι βεδουίνοι Άραβες που ανέτρεψαν την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών ωθήθηκαν όχι μόνο από την επιθυμία για κατάκτηση αλλά και από μια νέα θρησκεία, το Ισλάμ. Ο Προφήτης Μωάμεθ, μέλος της φατρίας Χασίλ της ισχυρής φυλής των Κουραϊσιτών, διακήρυξε την προφητική του αποστολή στην Αραβία το 612 και τελικά κέρδισε την πόλη της γέννησής του, τη Μέκκα, στη νέα πίστη. Μέσα σε ένα χρόνο από τον θάνατό του το 632, η ίδια η Αραβία ήταν αρκετά ασφαλής ώστε να επιτρέψει στον κοσμικό διάδοχό του, τον Αμπού Μπακρ, τον πρώτο χαλίφη, να ξεκινήσει την εκστρατεία κατά της Βυζαντινής και της Σασσανιδικής Αυτοκρατορίας.[19]

Το 637 οι αραβικές δυνάμεις κατέλαβαν την πρωτεύουσα των Σασσανιδών Κτησιφών και το 641-642 νίκησαν τον στρατό των Σασσανιδών στο Ναχαβάντ. Μετά από αυτό, το Ιράν ήταν ανοιχτό στους εισβολείς. Οι κατακτημένοι λαοί συνεργάστηκαν με τους μουσουλμάνους κατακτητές, οι οποίοι πρόσφεραν σχετική θρησκευτική ανοχή και δίκαιη μεταχείριση σε πληθυσμούς που αποδέχονταν την ισλαμική κυριαρχία χωρίς αντίσταση. Αν και οι κατακτητές, ειδικά οι Ομεϋάδες, τόνιζαν την πρωτοκαθεδρία των Αράβων μεταξύ των μουσουλμάνων, οι Ιρανοί ενσωματώθηκαν σταδιακά στη νέα κοινότητα. Οι μουσουλμάνοι κατακτητές υιοθέτησαν το σύστημα νομισμάτων των Σασσανιδών και πολλές διοικητικές πρακτικές τους, όπως το αξίωμα του βεζίρη (υπουργού) και το ντιβάνι, ένα γραφείο ή μητρώο για τον έλεγχο των κρατικών εσόδων και δαπανών που έγινε χαρακτηριστικό της διοίκησης σε όλα τα μουσουλμανικά εδάφη.[19]

Η νέα κρατική θρησκεία, το Ισλάμ, επέβαλε το δικό της σύστημα πεποιθήσεων, νόμων και κοινωνικών ηθών. Τα αραβικά έγιναν η επίσημη γλώσσα της αυλής το 696, αν και τα περσικά συνέχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως ως ομιλούμενη γλώσσα. Τον 9ο αιώνα, η εμφάνιση ιρανικών κυρίαρχων δυναστειών γνώρισε την αναβίωση της περσικής γλώσσας, που εμπλουτίστηκε με αραβικά δάνεια και χρησιμοποιώντας την αραβική γραφή, και της περσικής λογοτεχνίας. Στον θρησκευτικό τομέα, επιβλήθηκε το σιιτικό Ισλάμ, το οποίο, αν και έχει φτάσει να ταυτίζεται στενά με το Ιράν, δεν ήταν αρχικά ένα ιρανικό θρησκευτικό κίνημα. Τον 16ο αιώνα, υπό τους Σαφαβίδες, η πλειοψηφία των Ιρανών έγιναν σιίτες. Το σιιτικό Ισλάμ έγινε τότε, όπως και τώρα, η κρατική θρησκεία.[19]

Οι Αββασίδες, οι οποίοι ανέτρεψαν τους Ομεϋάδες το 750, ήταν ξεκάθαρα μια αραβική δυναστεία. Οι επόμενες κυρίαρχες δυναστείες του Ιράν κατάγονταν από νομάδες, τουρκόφωνους πολεμιστές που είχαν μετακινηθεί από την Κεντρική Ασία στην Υπερωξιανή για περισσότερο από μια χιλιετία. Καθώς η δύναμη των Αββασιδών χαλίφηδων μειωνόταν, μια σειρά από ανεξάρτητες και αυτόχθονες δυναστείες αναδυόταν σε διάφορα μέρη του Ιράν, μερικές με σημαντική επιρροή και δύναμη. Μεταξύ των σημαντικότερων από αυτές τις αλληλοκαλυπτόμενες δυναστείες ήταν οι Ταχιρίδες (820-872), οι Σαφαρίδες (867-903), οι Σαμανίδες (875-1005), και οι Γαζναβίδες (975 – 1186). Αρκετές πόλεις των Σαμανιδών είχαν χαθεί από μια άλλη τουρκική ομάδα, τους Σελτζούκους, οι οποίοι με τη σειρά τους αντιμετώπιζαν μια σοβαρή εσωτερική απειλή, τους Ισμαηλίτες. Οι Ισμαηλίτες συγκροτούσαν μια μυστική αίρεση, η οποία έλεγχε την περιοχή της για περισσότερο από 150 χρόνια.[19]

Μογγολική κατάκτηση και κυριαρχία (1219-1507)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Μαλίκ Σαχ Α' το 1092, το Ιράν επανήλθε σε μικρές δυναστείες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Τζένγκις Χαν, συγκέντρωσε μια σειρά από μογγολικές φυλές και εισέβαλε στην Κίνα, καταστρέφοντας τα πάντα στον διάβα του. Στη συνέχεια, το 1219, έστρεψε τους 700.000 άντρες του δυτικά και κατέστρεψε γρήγορα τη Μπουχάρα, τη Σαμαρκάνδη, την Μπαλχ, τη Μερβ και τη Νισαπούρ. Πριν από το θάνατό του το 1227, είχε φτάσει στο δυτικό Αζερμπαϊτζάν, λεηλατώντας και καίγοντας πόλεις στην πορεία.[20]

Η εισβολή των Μογγόλων ήταν καταστροφική για τους Ιρανούς. Οι Μογγόλοι κατέστρεψαν τα συστήματα άρδευσης που δημιουργούσαν μία συνέχεια ως προς την κατοίκηση, οδηγώντας σε πολυάριθμες απομονωμένες πόλεις. Ταυτόχρονα, σκοτώθηκαν πολλοί Ιρανοί άντρες, κι έτσι μεταξύ 1220 και 1258, ο πληθυσμός του Ιράν μειώθηκε δραστικά. Κατά τη βασιλεία του εγγονού του Τζέγκις Χαν, Χουλαγκού Χαν, κατελήφθη η Βαγδάτη το 1258 και σκοτώθηκε ο τελευταίος χαλίφης των Αββασιδών.[20]

Κατά τη διάρκεια της μογγολικής κατάκτησης μειώθηκαν οι φόροι για τους τεχνίτες, ενθαρρύνθηκε η γεωργία, ανοικοδομήθηκαν και επεκτάθηκαν τα αρδευτικά έργα και βελτιώθηκε η ασφάλεια των εμπορικών οδών. Ως αποτέλεσμα, το εμπόριο αυξήθηκε δραματικά. Αντικείμενα από την Ινδία, την Κίνα και το Ιράν πέρασαν εύκολα από τις ασιατικές στέπες και αυτές οι επαφές εμπλούτισαν πολιτιστικά το Ιράν. Μετά τον θάνατο του Αμπού Σαΐντ, το 1335, το Ιράν επέστρεψε σε μικρές δυναστείες, τους Σαλγκουρίδες, τους Μουζαφαρίδες, τους Ινζουίδες και τους Τζαλαγιρίδες. Η περιοχή ξαναενώθηκε υπό τον Ταμερλάνο, έναν ηγεμόνα τουρκομογγολικής καταγωγής, ο οποίος κατέκτησε την Υπερωξιανή και μέχρι το 1381 καθιερώθηκε ως κυρίαρχος. Η αυτοκρατορία του διαλύθηκε γρήγορα μετά το θάνατό του το 1405, και μέχρι την άνοδο της δυναστείας των Σαφαβιδών, το Ιράν κυβερνήθηκε από μογγολικές φυλές, Ουζμπέκους, και Τουρκομάνους.[20]

Nεότερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δυναστεία των Σαφαβιδών (1501–1736)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σαφαβίδες, που ήρθαν στην εξουσία το 1501, ήταν ηγέτες ενός μαχητικού τάγματος των Σούφι, των Κιζιλμπάς.[21] Εγκαταστάθηκαν στην Ταμπρίζ, την οποία έκαναν την πρωτεύουσά τους.

Υπό την ώθηση του Ισμαήλ Α', του πρώτου ηγεμόνα των Σαφαβίδων (από το 1501 έως το 1524), αποφασίστηκε η επιβολή του σιιτικού Ισλάμ στο Ιράν. Αυτή η απόφαση προέκυψε από την επιθυμία του να επιβληθεί ενάντια στην κυριαρχία των σουνιτών Οθωμανών και να δημιουργήσει μια συγκεκριμένη ιρανική ταυτότητα. Το κύριο πρόβλημα για τους Σαφαβίδες, ωστόσο, ήταν να δημιουργήσουν ένα ενιαίο κράτος, ένα έργο που ήταν δύσκολο δεδομένης της εθνοτικής ποικιλομορφίας της χώρας. Πράγματι, έπρεπε να συγκεράσουν τους τουρκόφωνους υποστηρικτές τους με τους Ιρανούς, τις παραδόσεις τους στη μάχη με την ιρανική γραφειοκρατία και τη μεσσιανική τους ιδεολογία με τις διοικητικές απαιτήσεις ενός εδαφικού κράτους.

Ταυτόχρονα, οι Σαφαβίδες αντιμετώπιζαν εξωτερικές απειλές, ιδιαίτερα αυτές των Ουζμπέκων, που τους επιτίθεντο στα βορειοανατολικά σύνορα και έκαναν επιδρομές στο Χορασάν, και των Οθωμανών, με τους οποίους πολεμούσαν στον Καύκασο και στην Ανατολία. Η ήττα των Ιρανών από τους Οθωμανούς στο Τσαλντιράν το 1524 και στη συνέχεια η κατάληψη της πρωτεύουσας των Σαφαβιδών, Ταμπρίζ,[22] σηματοδότησε ένα σημείο καμπής στην ιστορία της δυναστείας: ο Σάχης δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται ημι-θεϊκή φιγούρα και η επιρροή του εξασθένησε σε ορισμένους από τους ηγέτες των Κιζιλμπάς. Οι Οθωμανοπερσικοί Πόλεμοι συνεχίστηκαν στον Καύκασο και στο Ιράκ μέχρι το 1639, όταν υπογράφηκε η Συνθήκη του Ζουχάμπ. Τα σύνορα μεταξύ των δύο δυνάμεων απόκτησαν μια σταθερότητα που ελάχιστα θα αλλάξει μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.

Το βασιλικό παλάτι Αλί Κάπου στο Ισφαχάν.
Η εξωτερική θέα του παλατιού Αλί Κάπου.

Το απόγειο των Σαφαβιδών υπήρξε υπό τον Σάχη Αμπάς Α' τον Μέγα (1587-1629): κατάφερε να απαλλαγεί από εξωτερικές απειλές υπογράφοντας συνθήκες, εξισορροπώντας τη δύναμη των ένοπλων στρατευμάτων των Κιζιλμπάς, δημιουργώντας ένα σώμα Αρμενίων και Γεωργιανών που ήταν πιστοί στο αυτόν, επεκτείνοντας την επικράτεια διοίκησης του κράτους και οργανώνοντας ακόμη περισσότερο τη διοίκηση. Ταυτόχρονα υποστήριζε θρησκευτικά ιδρύματα χτίζοντας τζαμιά και μεντρεσέδες (θρησκευτικά σχολεία), ενώ φρόντισε να υπάρξει ένας σταδιακός διαχωρισμός των θρησκευτικών θεσμών και του κράτους, σε μια κίνηση προς μια ανεξάρτητη θρησκευτική ιεραρχία.

Η βασιλεία του ήταν μια χρυσή εποχή για το εμπόριο και τις τέχνες. Υποδεχόταν ξένους εμπόρους (Βρετανούς, Ολλανδούς, Γάλλους και άλλους) αφού έδιωξε τους Πορτογάλους που κατέλαβαν τα Στενά του Ορμούζ. Με την ενθάρρυνσή του, οι Ιρανοί τεχνίτες διέπρεψαν στην παραγωγή εκλεκτών μεταξιών, μπροκάρ και άλλων υφασμάτων, χαλιών, πορσελάνης και μεταλλικών ειδών. Όταν μετέφερε την πρωτεύουσα στο Ισφαχάν, την στόλισε με ωραία τζαμιά, παλάτια, σχολεία, γέφυρες και ένα παζάρι. Υποστήριξε τις τέχνες, με την καλλιγραφία, τις μινιατούρες, τη ζωγραφική και τη γεωργία της περιόδου του να είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτες.[21]

Η παρακμή των Σαφαβιδών άρχισε μετά το θάνατο του Σάχη Αμπάς. Αυτή η παρακμή προήλθε από διάφορους παράγοντες: αδύναμους ηγεμόνες, παρέμβαση της πολιτικής του χαρεμιού στην κρατική πολιτική, κακή διαχείριση των κρατικών εδαφών και υπερβολικούς φόρους καθώς και αυξανόμενη αδυναμία των στρατών (τόσο του στρατού των Κιζιλμπάς όσο και του στρατού του Σάχη). Αυτή η παρακμή επέτρεψε στις αφγανικές φυλές να κερδίσουν μια σειρά από νίκες στα δυτικά σύνορα το 1722, φτάνοντας γρήγορα στην πρωτεύουσα και τερματίζοντας τη δυναστεία των Σαφαβιδών.

Δυναστεία των Κατζάρων (1789-1925)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό τη βασιλεία του Φαθ Αλί Σαχ (1797 - 1834), του Μοχαμάντ Σαχ (1835 - 1848) και του Νασερεντίν Σαχ (1848 - 1896), η χώρα ανέκτησε την τάξη, τη σταθερότητα και την ενότητα. Οι Κατζάροι αναβίωσαν την έννοια του Σάχη ως σκιάς του Θεού στη γη και ασκούσαν απόλυτη εξουσία στη χώρα. Διόρισαν πρίγκιπες εξ αίματος στις θέσεις κυβερνητών στις επαρχίες και αύξησαν τη δύναμή τους σε σύγκριση με εκείνη των αρχηγών των φυλών, που παρείχαν τα στρατεύματά τους στον εθνικό στρατό, καθόλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Παρά τις προσπάθειές τους, ωστόσο, δεν κατάφεραν να μετατρέψουν τον στρατό βασισμένο σε στρατεύματα φυλετικής προέλευσης σε έναν οργανωμένο και εκπαιδευμένο στρατό ευρωπαϊκού τύπου. Υπό τους Κατζάρους, οι έμποροι (μπαζάρις) και οι ουλεμάδες (θρησκευτικοί ηγέτες) παρέμειναν σημαντικά μέλη της κοινότητας.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, οι Κατζάροι και ολόκληρο το Ιράν άρχισαν να δέχονται πιέσεις από δύο μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις: τη Ρωσική Αυτοκρατορία και τη Μεγάλη Βρετανία οι οποίες αντιτάσσονταν η μία στην άλλη στο Μεγάλο Παιχνίδι. Το συμφέρον της Βρετανίας στο Ιράν ήταν να προστατεύσει τους εμπορικούς δρόμους προς την Ινδία, ενώ το συμφέρον της Ρωσίας ήταν να έχει πρόσβαση σε μια ζεστή θάλασσα. Μετά τους Ρωσοϊρανικούς Πολέμους (1804-1813) και δύο Συνθήκες (Γκουλιστάν (1812) και Τουρκμεντσάι (1828)) πολύ δυσμενείς για τους Πέρσες, το Ιράν έχασε όλα τα εδάφη του από τον Καύκασο μέχρι τα βόρεια του ποταμού Αράξη. Στη συνέχεια, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το Ιράν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα εδάφη του στην Κεντρική Ασία. Εν τω μεταξύ, η Βρετανία έστειλε στρατεύματα στο Ιράν για να εμποδίσει την ανάκτηση της Χεράτ και άλλων εδαφών στο Αφγανιστάν που είχαν χαθεί υπό τους Σαφαβίδες. Η απώλεια της Χεράτ επικυρώθηκε με τη Συνθήκη των Παρισίων το 1857.

Οι δύο μεγάλες δυνάμεις κυριάρχησαν στη συνέχεια στο εμπόριο του Ιράν και παρενέβησαν στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Πράγματι, η κεντρική εξουσία ήταν μάλλον αδύναμη, η άρχουσα τάξη σχετικά διεφθαρμένη, κι έτσι οι αποικιακές δυνάμεις μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν αυτή την κατάσταση χάρη στη στρατιωτική και στην τεχνολογική τους υπεροχή.

Οι πρώτες ιρανικές προσπάθειες εκσυγχρονισμού της χώρας ξεκίνησαν υπό τη βασιλεία του Νασερεντίν Σαχ, χάρη στον Πρωθυπουργό του Αμίρ Καμπίρ, ο οποίος αναμόρφωσε το φορολογικό σύστημα, ενίσχυσε τον κεντρικό έλεγχο στη διοίκηση, ενθάρρυνε το εμπόριο και τη βιομηχανία και μείωσε την επιρροή του σιιτικού κλήρου και των ξένων δυνάμεων. Ήταν αυτός που ίδρυσε το Νταρ ουλ-Φουνούν, το πρώτο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο Ιράν. Δολοφονήθηκε με εντολή ορισμένων μελών του δικαστηρίου που φοβόντουσαν για τα προνόμιά τους. Το 1871, υπό την επιρροή του Μιρζά Χοσεΐν Σεπαχσαλάρ, του νέου πρωθυπουργού του Σάχη, ιδρύθηκε μια κυβέρνηση ευρωπαϊκού τύπου, σηματοδοτώντας την έναρξη του μεταρρυθμιστικού κινήματος στο Ιράν.

Συνταγματική Επανάσταση και Α' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ομάδα επαναστατών στο Ταμπρίζ. Στη μέση: Σαττάρ Χαν και Μπαγκίρ Χαν.

Οι επόμενοι κυβερνήτες των Κατζάρων αύξησαν τη λαϊκή οργή και το αίτημα για μεταρρυθμίσεις. Ήταν μάλλον αδύναμοι ηγεμόνες, διατεθειμένοι να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις των ξένων δυνάμεων (σε παραχωρήσεις και μονοπωλία), κάτι το οποίο πυροδότησε τη διαμαρτυρία του καπνού το 1892 που με τη σειρά της οδήγησε στην έκδοση φετφά από τον αγιατολάχ Μιρζά Σιραζί. Ταυτόχρονα ζούσαν τρυφηλή ζωή, αδειάζοντας τα ταμεία του κράτους, τα οποία στη συνέχεια γέμιζαν από τις ίδιες ξένες δυνάμεις και πλήρωναν μόνο τα δικαστήρια και τους υπαλλήλους. Το 1901, ο τότε Σάχης Μοζαφάρ αντ Ντιν παραχώρησε για εξήντα χρόνια όλα τα αποθέματα πετρελαίου στην Αγγλοπερσική Εταιρεία Πετρελαίου (APOC). Η κατάσταση χειροτέρεψε και ο λαός απαίτησε να συγκληθεί συνέλευση. Τον Ιανουάριο του 1906, 10.000 άνθρωποι κατέφυγαν στη Βρετανική Πρεσβεία και ο Σάχης αναγκάστηκε να υπογράψει ένα διάταγμα τον Αύγουστο που υποσχόταν τη θέσπιση του Συντάγματος. Τον Οκτώβριο του 1906 ιδρύθηκε η Ισλαμική Συμβουλευτική Συνέλευση.[23]

Η Συνταγματική Επανάσταση δυσκολεύτηκε να επιτύχει τους στόχους της λόγω της αγγλορωσικής συμφωνίας, η οποία επικυρώθηκε με τη Συνθήκη της Αγίας Πετρούπολης το 1907 που χώριζε τη χώρα σε δύο σφαίρες επιρροής, τη βόρεια στους Ρώσους και τη νότια στους Βρετανούς.

Πέρσες Κοζάκοι.

Η συνταγματική μοναρχία ήταν ακόμα εύθραυστη: ο Μοχαμάντ Αλί Σαχ διέταξε τον βομβαρδισμό της Συνέλευσης τον Ιούνιο του 1908 από την περσική ταξιαρχία των Κοζάκων με επικεφαλής Ρώσους αξιωματικούς, και στη συνέχεια τη διέλυσε. Αυτό αναβίωσε την αντίσταση στον Σάχη σε πόλεις όπως η Ταμπρίζ, η Ραστ, το Ισφαχάν και αλλού. Οι συνταγματικές δυνάμεις (υπό τον Γιεπρέμ Χαν) βάδισαν από τη Ράστ και το Ισφαχάν στην Τεχεράνη, όπου και καθαίρεσαν τον Σάχη στις 16 Ιουλίου. Ο Σάχης κατέφυγε στη ρωσική πρεσβεία και στη συνέχεια εξορίστηκε στην Οδησσό τον Σεπτέμβριο. Αντικαταστάθηκε στις 16 Ιουλίου 1909 από τον γιο του Αχμάντ Σαχ. Το σύνταγμα αποκαταστάθηκε και ο Σεπαχσαλάρ Τονεκαμπόνι έγινε πρωθυπουργός (Οκτώβριος 1909-Ιούλιος 1910). Αυτή η νίκη, ωστόσο, για τις συνταγματικές δυνάμεις ήταν βραχύβια, αφού ο Σάχης ανέκτησε το θρόνο του το 1910 χάρη στη ρωσική υποστήριξη.

Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το Ιράν ήλπιζε να αποφύγει την εμπλοκή του, δηλώνοντας την ουδετερότητά του, αλλά κατέληξε ως πεδίο μάχης για τα ρωσικά, τουρκικά και βρετανικά στρατεύματα. Λίγο πριν το τέλος του πολέμου, λόγω της ενασχόλησης της Ρωσίας με τη δική της επανάσταση, η Βρετανία ασκούσε την κυρίαρχη επιρροή στην Τεχεράνη, η οποία ενδιαφερόνταν ολοένα και περισσότερο για τη χώρα μετά την ανακάλυψη πετρελαίου στο Χουζιστάν το 1908. Προσπάθησε να επιβάλει την Αγγλοπερσική Συμφωνία το 1919, η οποία απορρίφθηκε από τη Βουλή. Το 2021, ο αξιωματικός της ταξιαρχίας Κοζάκων Ρεζά Χαν κατέλαβε την εξουσία στην Τεχεράνη και τέσσερα χρόνια αργότερα ανέλαβε ως Σάχης Ρεζά Σαχ Παχλαβί, οδηγώντας το Ιράν σε μια νέα φάση στην ιστορία του.[24]

Σύγχρονη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εποχή του Ρεζά Σαχ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το πραξικόπημα του 1921, και την ανατροπή της δυναστείας των Κατζάρων, την εξουσία την ανέλαβε ο Ρεζά Σαχ Παχλαβί. Ο Ρεζά Σαχ είχε φιλόδοξα σχέδια για τον εκσυγχρονισμό της Περσίας, τα οποία εφαρμόστηκαν από τον υπουργό της Αυλής Αμπντολχοσεΐν Τεϊμουρτάς (1925–1933), ο οποίος προσπάθησε να επαναδιαπραγματευτεί μια πιο φιλική προς τους Πέρσες συμφωνία με την Αγγλοπερσική Εταιρεία Πετρελαίου. Τα σχέδιά του περιελάμβαναν την ανάπτυξη βαρέων βιομηχανιών, μεγάλα έργα υποδομής, την κατασκευή εθνικού σιδηροδρόμου (τον υπερπερσικό), τη δημιουργία ενός εθνικού δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης μέχρι τότε ελεγχόμενης από τον σιιτικό κλήρο μέσω της δημοσίευσης του Αστικού Κώδικα, και τη βελτίωση της υγιεινής και του συστήματος υγείας. Για αυτό χρειαζόταν μια συγκεντρωτική και ισχυρή κυβέρνηση, καθώς και περισσότερη ανεξαρτησία από τη Βρετανία και τη Ρωσία, την οποία πέτυχε ακυρώνοντας τα ειδικά δικαιώματα που παραχωρήθηκαν στους ξένους κατά την εποχή των Κατζάρων.

Το 1935, ζήτησε επίσημα από τη διεθνή κοινότητα να σταματήσει να χρησιμοποιεί τον όρο Περσία για να χρησιμοποιήσει το όνομα Ιράν για να προσδιορίσει τη χώρα του (το οποίο ήταν πάντα το όνομα στην τοπική γλώσσα - το επίσημο όνομα του καθεστώτος του Ρεζά Σαχ ήταν Αυτοκρατορικό Κράτος του Ιράν) και την ίδια χρονιά διέταξε την απαγόρευση της χρήσης πέπλου για τις γυναίκες και την υποχρέωση να φορούν ρούχα «δυτικού τύπου» για τους άνδρες.

Παρά την πρόοδο που έκανε στη χώρα, το στυλ της δικτατορικής διακυβέρνησής του και ο αγώνας του για τον εκσυγχρονισμό του Ιράν παρά τις θέσεις του κλήρου προκάλεσαν μεγάλη δυσαρέσκεια στον πληθυσμό.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Mονάδες πυροβολικού του Κόκκινου Στρατού στους δρόμους της Ταμπρίζ, 17 Σεπτεμβρίου 1941.

Η προσέγγιση του Ρεζά Σαχ της Γερμανίας, πελάτη του πετρελαίου της χώρας του και χρήσιμο σύμμαχο για τη βιομηχανία της, ανησύχησε τους Βρετανούς. Παρόλο που δήλωσε την ουδετερότητα του Ιράν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα των συμμάχων για βοήθεια, με αποτέλεσμα η Βρετανία και η ΕΣΣΔ να εισβάλουν στο Ιράν στις 25 Αυγούστου 1941. Ο Ρέζα Σαχ αναγκάστηκε να παραιτηθεί υπέρ του γιου του Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί και στάλθηκε εξορία μέχρι το θάνατό του το 1944.

Η κατοχή του Ιράν εμπόδισε την προμήθεια πετρελαίου από τη Γερμανία και έφερε το Ιράν πιο κοντά στις συμμαχικές δυνάμεις. Το Ιράν υπέγραψε μια τριμερή συνθήκη με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Σοβιετική Ένωση με την οποία η χώρα συμφώνησε να παράσχει μη στρατιωτική βοήθεια στην πολεμική προσπάθεια, ενώ οι άλλοι δύο σύμμαχοι εγγυήθηκαν ότι θα σεβαστούν την εδαφική ακεραιότητα του Ιράν και θα αποσύρουν τα στρατεύματά τους το αργότερο έξι μήνες μετά το τέλος του παγκοσμίου πολέμου. Τον Σεπτέμβριο του 1943, το Ιράν κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία, γεγονός που της επέτρεψε να γίνει μέλος των Ηνωμένων Εθνών. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε η διάσκεψη της Τεχεράνης κατά την οποία ο Τσώρτσιλ, ο Ρούσβελτ και ο Στάλιν επιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους για την ανεξαρτησία του Ιράν.

Εποχή του Μοχαμάντ Ρεζά Σαχ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μοχαμάντ Ρεζά Σαχ διαδέχθηκε τον θρόνο σε μια χώρα κατειλημμένη από ξένες δυνάμεις, ακρωτηριασμένη από τον πληθωρισμό εν καιρώ πολέμου και πολιτικά κατακερματισμένη. Παραδόξως, ωστόσο, ο πόλεμος και η κατοχή είχαν φέρει μεγαλύτερο βαθμό οικονομικής δραστηριότητας, ελευθερία του Τύπου και πολιτική διαφάνεια από ό,τι ήταν δυνατό επί Ρεζά Σαχ. Τα νεοσυσταθέντα πολιτικά κόμματα, το νεοσύστατο συνδικαλιστικό κίνημα και οι ενισχυμένες συντηρητικές κληρικές φατρίες αμφισβήτησαν τη δύναμη του νεαρού σάχη, ο οποίος δεν ασκούσε την απόλυτη εξουσία του πατέρα του.[25]

Ο πρόεδρος Τρούμαν με τον πρωθυπουργό Μοσαντέκ το 1951.

Μετά τον πόλεμο, ένας χαλαρός συνασπισμός εθνικιστών, κληρικών και μη κομμουνιστικών αριστερών κομμάτων, γνωστός ως Εθνικό Μέτωπο, συνενώθηκε υπό τον Μοχαμάντ Μοσαντέκ, έναν πολιτικό σταδιοδρομίας και δικηγόρο που ήθελε να μειώσει τις εξουσίες της μοναρχίας και του κλήρου στο Ιράν. Το σημαντικότερο, λόγω της χρόνιας ξένης εκμετάλλευσης, ήθελε να ανακτήσει τον έλεγχο των φυσικών πόρων του Ιράν και, όταν έγινε πρωθυπουργός το 1951, εθνικοποίησε αμέσως τη βιομηχανία πετρελαίου της χώρας. Η Βρετανία τότε προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο αποφάσισε να μην παρέμβει, δίνοντας έτσι σιωπηρά την υποστήριξή του στο Ιράν. Παρά τη φαινομενική αυτή επιτυχία, ο Μοσαντέκ βρισκόταν κάτω από εσωτερική και διεθνή πίεση που επιθυμούσε την εκδίωξή του από το αξιώμα. Τον Αύγουστο του 1953, μετά από έναν γύρο πολιτικών αψιμαχιών, με τη διαμάχη μεταξύ του Σάχη και του Μοσαντέκ να φτάνει στο απροχώρητο, ο Σάχης εγκατέλειψε τη χώρα. Σχεδόν αμέσως, παρά την ακόμη ισχυρή υποστήριξη του κοινού, η κυβέρνηση Μοσαντέκ κατέρρευσε κατά τη διάρκεια ενός πραξικοπήματος που χρηματοδοτήθηκε από τη CIA. Μέσα σε μια εβδομάδα από την αναχώρησή του, ο Μοχαμάντ Ρεζά Σαχ επέστρεψε στο Ιράν και διόρισε νέο πρωθυπουργό.[25]

Οι γυναίκες ψηφίζουν για πρώτη φορά στο Ιράν το 1963.

Η περίοδος 1960–63 σηματοδότησε ένα σημείο καμπής στην ανάπτυξη του ιρανικού κράτους. Ο Σάχης προώθησε τη βιομηχανική επέκταση, ενώ τα πολιτικά κόμματα που αντιστάθηκαν στην απόλυτη εδραίωση της εξουσίας του φιμώθηκαν και ωθήθηκαν στο περιθώριο. Η μεταρρύθμιση της γης το 1962 εισήγαγε την ανακατανομή της γης υπέρ των μικρότερων καλλιεργητών και την εισαγωγή των συνεταιρισμών. Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις ήταν απλώς ένα προοίμιο για τη «Λευκή Επανάσταση» του Σάχη, ένα πολύ πιο φιλόδοξο πρόγραμμα κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής μεταρρύθμισης. Χάρη σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις, τις επόμενες δεκαετίες, το κατά κεφαλήν εισόδημα για τους Ιρανούς εκτοξεύτηκε στα ύψη και τα έσοδα από το πετρέλαιο τροφοδότησαν μια τεράστια αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για έργα βιομηχανικής ανάπτυξης. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο σιιτικός κλήρος αντιστάθηκε στις αλλαγές, καθώς έχασε μεγάλο μέρος της κληρικής εξουσίας του, η οποία υποχώρησε περαιτέρω με τη δημιουργία των κοσμικών δικαστηρίων και την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στην κοσμική εκπαίδευση. Το βασικό πρόσωπο που αντιστάθηκε στις μεταρρυθμίσεις ήταν ο αγιατολάχ Χομεϊνί, ο οποίος εξορίστηκε.[26]

Ο σάχης Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί με τον πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ το 1975.

Οι εγχώριες μεταρρυθμίσεις και η βιομηχανική ανάπτυξη μετά το 1961 συνοδεύτηκαν από μια ανεξάρτητη εθνική πολιτική στις εξωτερικές σχέσεις, οι αρχές της οποίας ήταν η υποστήριξη στα Ηνωμένα Έθνη (ΟΗΕ) και η ειρηνική συνύπαρξη με τους γείτονες του Ιράν. Οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν στενές, αντανακλώντας την αυξανόμενη κυριαρχία της δυτικής κουλτούρας στη χώρα. Ο ιρανικός στρατός ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και είχε γίνει, χάρη στην αμερικανική βοήθεια και τεχνογνωσία, η πιο ισχυρή, καλά εξοπλισμένη δύναμη στην περιοχή και μια από τις μεγαλύτερες ένοπλες δυνάμεις στον κόσμο. Η οικονομία του Ιράν βασιζόταν στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων του πετρελαίου, στην παραγωγή των αυτοκινήτων, και στην εκμετάλλευση των αποθεμάτων χαλκού της χώρας. Η φαινομενική επιτυχία, ωστόσο, κάλυπτε βαθιά ριζωμένα προβλήματα, καθώς η χώρα βασιζόταν σε αναπτυξιακά προγράμματα υψηλού κόστους, ενώ παράλληλα πραγματοποιούσε μεγάλες στρατιωτικές δαπάνες. Έτσι, παρά την υψηλή ανάπτυξη, η αγοραστική δύναμη των Ιρανών και το γενικό επίπεδο ζωής τους παρέμεινε στάσιμο.[26]

Οι μεταρρυθμίσεις του Σάχη είχαν επίσης αποτύχει εντελώς να προσφέρουν οποιοδήποτε βαθμό πολιτικής συμμετοχής. Τα δύο βασικά κόμματα που κυριαρχούσαν ήταν χρηματοδοτούμενα από τον Σάχη. Παραδοσιακά κόμματα όπως το Εθνικό Μέτωπο είχαν περιθωριοποιηθεί, ενώ άλλα, όπως το Κόμμα Τουντέχ, τέθηκαν εκτός νόμου. Όλες οι μορφές κοινωνικής και πολιτικής διαμαρτυρίας υπόκειντο σε λογοκρισία, παρακολούθηση ή παρενόχληση από τη ΣΑΒΑΚ, και η παράνομη κράτηση και τα βασανιστήρια ήταν συνηθισμένα. Για πρώτη φορά μετά το πραξικόπημα ενάντια στον Μοσαντέκ το 1953, οι διανοούμενοι άρχισαν να υποστηρίζουν ότι με τη βοήθεια των κληρικών ο Σάχης θα μπορούσε να ανατραπεί. Σε αυτό το περιβάλλον, ο αγιατολάχ Χομεϊνί συνέχισε να κηρύττει από την εξορία για τα κακώς κείμενα του καθεστώτος Παχλαβί, κατηγορώντας τον Σάχη για αθρησκία και υποτέλεια στις ξένες δυνάμεις. Την αντίθεσή τους στον Σάχη εξέφραζαν επίσης μέλη των κομμάτων Εθνικού Μετώπου και Τουντέχ, κληρικοί και άνεργοι και φτωχοί Ιρανοί.[26]

Ιρανική Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια της Ιρανικής Επανάστασης (1978-79).
Μαύρη Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 1978.

Εξωτερικά υπήρχε μια αίσθηση ότι σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία, με υποδομές που εκσυγχρονίζονταν πολύ γρήγορα, όλα πήγαιναν καλά. Σε λίγο περισσότερο από μια γενιά, το Ιράν είχε αλλάξει από μια παραδοσιακή, συντηρητική και αγροτική κοινωνία σε μια βιομηχανική, σύγχρονη και αστική κοινωνία. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, ωστόσο, δεν είχαν αφομοιωθεί από την κοινωνία γιατί εφαρμόστηκαν πολύ γρήγορα, ενώ υπήρχε μια γενική αίσθηση ανικανότητας και διαφθοράς. Ως αποτέλεσμα, ξέσπασαν διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος το 1978.[27]

Ο Σάχης - αποδυναμωμένος από τον καρκίνο - ξαφνιάστηκε από τις αναταραχές, θεωρώντας ότι είναι υποκινούμενες από το εξωτερικό. Ο κύκλος βίας και το χάος που ακολούθησε τροφοδότησε το θρησκευτικό αίσθημα του σιιτικού Ισλάμ, όπου το μαρτύριο έπαιζε θεμελιώδη ρόλο στη θρησκευτική έκφραση. Ο Χομεϊνί συντόνιζε αυτές τις εκδηλώσεις από την εξορία, απαιτώντας την παραίτηση του Σάχη, ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα μαζί με την οικογένειά του τον Ιανουάριο του 1979 και πέθανε ένα χρόνο αργότερα.[27]

Αμερικανοί όμηροι έξω από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη, 4 Νοεμβρίου 1979. Οι Ιρανοί διαδηλωτές απαιτούσαν την έκδοση του εξόριστου Σάχη, ο οποίος εκείνη την περίοδο υποβαλλόταν σε ιατρική περίθαλψη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Συμβούλιο Αντιβασιλείας που ιδρύθηκε για να διοικήσει τη χώρα κατά την απουσία του Σάχη αποδείχθηκε ανίκανο να κυβερνήσει. Το Φεβρουάριο του 1979, ο Χομεϊνί έφτασε στον Ιράν, τον οποίο υποδέχτηκε πλήθος κόσμου. Την 1η Απριλίου του ίδιου έτους, μετά από δημοψήφισμα, το Ιράν μετατράπηκε σε Ισλαμική Δημοκρατία. Ο κλήρος κινήθηκε αμέσως για να αποκλείσει τους πρώην αριστερούς, εθνικιστές και διανοούμενους συμμάχους από οποιεσδήποτε θέσεις εξουσίας στο νέο καθεστώς, και επιβλήθηκε η επιστροφή στις συντηρητικές κοινωνικές αξίες. Με τη χρήση πολιτοφυλακής, ο Χομεϊνί έλεγχε την πολιτική δραστηριότητα και κάθε αντίδραση στο καθεστώς, χρησιμοποιώντας βία που πολλές φορές ξεπερνούσε εκείνη της ΣΑΒΑΚ υπό τον Σάχη. Στο τέλος του έτους, η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων, στην οποία κυριαρχούσαν συντριπτικά οι κληρικοί, έθεσε ένα νέο Σύνταγμα σε δημοψήφισμα, το οποίο εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία.[27]

Πόλεμος Ιράν-Ιράκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

95.000 παιδιά-στρατιώτες του Ιράν πέθαναν κατά τη διάρκεια του πολέμου, κυρίως μεταξύ 16 και 17 ετών, με κάποια ακόμα νεότερα.[28][29]

Το νέο σύνταγμα έδινε τη δυνατότητα σχηματισμού μιας θρησκευτικής κυβέρνησης βασισμένης στο όραμα του Χομεϊνί για τον Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν που έδινε σαρωτικές εξουσίες στον ραχμπάρ (ηγέτη), με τον πρώτο ραχμπάρ να είναι ο ίδιος ο Χομεϊνί. Παρά την πολιτική εδραίωση του καθεστώτος εμφανίστηκαν αρκετές νέες απειλές. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1980, μια μακροχρόνια συνοριακή διαμάχη χρησίμευσε ως πρόσχημα για τον Ιρακινό πρόεδρο. Ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στη νοτιοδυτική επαρχία Χουζιστάν του Ιράν, μια από τις πιο σημαντικές πετρελαιοπαραγωγικές περιοχές της χώρας και μια περιοχή που κατοικούνταν από πολλούς Άραβες. Και παρόλο που οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν δεν βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με αυτή της περιόδου του Σάχη, έδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Οι Μουτζαχεντίν που προσχώρησαν στην πλευρά του Ιράκ ξεκίνησαν μια εκστρατεία σποραδικών και άκρως αποθαρρυντικών βομβαρδισμών σε όλο το Ιράν που σκότωσαν πολλούς κληρικούς και κυβερνητικούς ηγέτες. Η πίεση εντάθηκε, και μέχρι τον Αύγουστο του 1981, είχαν σκοτωθεί ο Ιρανός πρωθυπουργός και ο Ιρανός πρόεδρος.[27]

Μέχρι το καλοκαίρι του 1982, τα αρχικά εδάφη που κέρδισε το Ιράκ είχαν ανακαταληφθεί από τα ιρανικά στρατεύματα που είχαν ενισχυθεί με τους Φρουρούς της Επανάστασης. Η αγριότητα και η διάρκειά του πολέμου προκάλεσε ανησυχία στα αραβικά κράτη και στη διεθνή κοινότητα επειδή αποτελούσε πιθανή απειλή για τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Περσικού Κόλπου. Ο άμαχος πληθυσμός υπέφερε ιδιαίτερα. Οι επιθέσεις σε πετρελαιοφόρα και από τις δύο πλευρές περιόρισαν σημαντικά τη ναυτιλία στον κόλπο. Ειδικά μετά το 1987, τα πολεμικά πλοία των ΗΠΑ ήταν μεταξύ πολλών στον Περσικό Κόλπο που συνόδευαν πετρελαιοφόρα.[27]

Ο αγιατολάχ Χαμενεΐ τον Αύγουστο του 2020.

Στις 20 Ιουλίου 1988, λόγω της συσσωρευμένης κούρασης από τον πόλεμο, ο Χομεϊνί ανακοίνωσε την αποδοχή από το Ιράν ψηφίσματος 598 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που απαιτούσε από τις δύο πλευρές να αποσυρθούν στα αντίστοιχα σύνορά τους και να τηρήσουν κατάπαυση του πυρός, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Αύγουστο του ίδιου έτους.[27] Η επανάληψη των κανονικών διπλωματικών σχέσεων και η απόσυρση των στρατευμάτων δεν έλαβαν χώρα μέχρι την υπογραφή μιας επίσημης ειρηνευτικής συμφωνίας στις 16 Αυγούστου 1990.[30]

Μετά τον Χομεϊνί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Χομεϊνί στις 3 Ιουνίου 1989, η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων, ένα εκλεγμένο σώμα έμπειρων κληρικών, επέλεξε τον πρόεδρο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ ως τον επόμενο Ανώτατο Ηγέτη.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτό το λήμμα περιέχει ύλη από τη Βιβλιοθήκη Μελετών Χωρών του Κογκρέσου (Library of Congress Country Studies), που είναι κυβερνητικές εκδόσεις των ΗΠΑ στο κοινό κτήμα.

  1. «IRAN i. LANDS OF IRAN». iranicaonline.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2022. 
  2. 2,0 2,1 «ancient Iran | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2022. 
  3. 3,0 3,1 «Ancient Persia». World History Encyclopedia (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2022. 
  4. «Iran - History | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2022. 
  5. «Iran - Ancient Iran». countrystudies.us. Ανακτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2022. 
  6. «ḠĀR». iranicaonline.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2022. 
  7. «ELAM». iranicaonline.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2022. 
  8. «MEDIA». iranicaonline.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2022. 
  9. «Old Persian Texts». www.avesta.org. Ανακτήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2022. 
  10. Kuhrt, Amélie (1983-02). «The Cyrus Cylinder and Achaemenid Imperial Policy». Journal for the Study of the Old Testament 8 (25): 83–97. doi:10.1177/030908928300802507. ISSN 0309-0892. https://journals.sagepub.com/doi/abs/10.1177/030908928300802507?journalCode=jota. 
  11. 11,0 11,1 «The Seleucid Empire (Syria)». archive.wikiwix.com. Ανακτήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2022. 
  12. Αρριανός: Αλεξάνδρου Ανάβασις. Μετάφραση Δ. Ν. Λύκα. Άπαντα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Πάπυρος.
  13. Schippmann, Klaus (1980). Grundzüge der parthischen Geschichte. Wissenschaftliche Buchgesellschaft. ISBN 978-3-534-07064-0. 
  14. «ARSACIDS». iranicaonline.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2022. 
  15. Z. Rubin, «The reforms of Khusro Anushirwan», in A. Cameron (ed.), The Byzantine and Early Islamic Near East, 1995, pp. 227-97.
  16. «SASANIAN DYNASTY». iranicaonline.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2022. 
  17. Compareti, Matteo. «The Sasanians in Africa». Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2022. 
  18. «Iransaga - Persian Art, The Sassanians». www.artarena.force9.co.uk. Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2022. 
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 «Iran - Islamic Conquest». countrystudies.us. Ανακτήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2022. 
  20. 20,0 20,1 20,2 «Iran - INVASIONS OF THE MONGOLS AND TAMERLANE». countrystudies.us. Ανακτήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2022. 
  21. 21,0 21,1 «Iran - THE SAFAVIDS, 1501-1722». countrystudies.us. Ανακτήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2022. 
  22. «ČĀLDERĀN». iranicaonline.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2022. 
  23. «Iran - The Constitutional Revolution». countrystudies.us. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2022. 
  24. «Iran - World War I». countrystudies.us. Ανακτήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου 2022. 
  25. 25,0 25,1 «Iran - Wartime and nationalization of oil | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2022. 
  26. 26,0 26,1 26,2 «Iran - The White Revolution | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2022. 
  27. 27,0 27,1 27,2 27,3 27,4 27,5 «Iran - The Islamic republic | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2022. 
  28. «Opinion | Child-Soldier Treaty Has Wide Support» (στα αγγλικά). The New York Times. 1988-12-19. ISSN 0362-4331. https://www.nytimes.com/1988/12/19/opinion/l-child-soldier-treaty-has-wide-support-697888.html. Ανακτήθηκε στις 2022-02-05. 
  29. «Giving one's life to the cause of Islam and Iran. Guarding the revolution's Islamic standards». Christian Science Monitor. 1985-08-07. ISSN 0882-7729. https://www.csmonitor.com/1985/0807/opas.html. Ανακτήθηκε στις 2022-02-05. 
  30. «Iran-Iraq War | Causes, Summary, Casualties, & Facts | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2022. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Pierre Briant, Histoire de l’empire Perse. De Cyrus à Alexandre, Fayard, Paris, 1996, réed. 2003, 1247 p. (ISBN 2-213-59667-0)
  • Pierre Huyse, La Perse antique, Éditions Les Belles Lettres, Paris, 2005, 298 p. (ISBN 2-251-41031-7)
  • Jean-Paul Roux, Histoire de l'Iran et des Iraniens : Des origines à nos jours, Fayard, Paris, 2006, (ISBN 978-2286020316)
  • John H. Lorentz, Historical Dictionary of Iran, Scarecrow Press, Lanham Md, 2006 (ed.), 552 p. (ISBN 978-0-8108-5330-0)
  • Elton L. Daniel, The History of Iran, Greenwood Press, 2001. (ISBN 0313307318)
  • Will Durant, « The Age Of Faith », The Story of Civilization, Vol. 4
  • I. M. Oranskij, Les Langues Iraniennes, Librairie C. Klincksieck, Paris, 1977, σ. 71-76. (ISBN 2-252-01991-3).
  • George Rawlinson, The Seventh Monarchy: History of the Sassanian or New Persian Empire, Longmans, Londres, 1876.
  • Ali Akbar Sarfaraz et Bahman Firuzmandi, Mad, Hakhamanishi, Ashkani, Sasani, Marlik, 1996. (ISBN 964-90495-1-7)
  • Abdolhossein Zarinkoub, Ruzgaran: tarikh-i Iran az aghz ta saqut saltnat Pahlvi, Sukhan, 1999. (ISBN 964-6961-11-8)
  • History of Civilizations of Central Asia (I). Editors: A. H. Dani, V. M. Mason. Unesco Publishing, 1992. σ. 29-126. (ISBN 92-3-102719-0)
  • Amelie Kuhrt et Susan Sherwin-White, From Samarkhand to Sardis. A new approach to the Seleucid empire, Univ of California Press, Los Angeles, 1993, (ISBN 0-520-08183-8)
  • The Cambridge History of Iran, J. A. Boyle, Cambridge University Press, 1968, 778 p. (ISBN 052106936X).
  • Iran: Political Diaries 1881-1965, Norman Ross Publishing Inc., New York, 1997. 14 volumes.
  • Defying the Iranian revolution : from a minister to the Shah to a leader of resistance, Manouchehr Ganji, Praeger, Londres, 2002, (ISBN 0-275-97187-2)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]