Μεντρεσές

Ο όρος μεντρεσές (αραβικά: مدرسة, κ. γρ. madˈrasa· مدارس madāriss) χρησιμοποιείται για να δηλώσει κάθε μορφή εκπαιδευτικού ιδρύματος, κοσμικού ή θρησκευτικού (ανεξαρτήτως θρησκεύματος), το οποίο μπορεί να παρέχει τόσο στοιχειώδη όσο και ανώτερη μόρφωση. Εκτός του αραβικού κόσμου, ο όρος τείνει να χρησιμοποιείται με πιο εξειδικευμένη σημασία, αναφερόμενος κυρίως σε θρησκευτικά σχολεία ή κολέγια αφιερωμένα στη μελέτη του Ισλάμ, αν και το πρόγραμμα σπουδών τους δεν περιορίζεται κατ’ ανάγκην αποκλειστικά σε θρησκευτικά αντικείμενα.
Σε αρχιτεκτονικό και ιστορικό πλαίσιο, ο όρος περιγράφει έναν ιδιαίτερο τύπο ιδρύματος του προνεωτερικού μουσουλμανικού κόσμου, του οποίου ο κύριος εκπαιδευτικός προσανατολισμός αφορούσε τη διδασκαλία της σαρία (ισλαμικού δικαίου) και του φικχ (νομολογίας), καθώς και, ανάλογα με τον τόπο και την περίοδο, άλλων γνωστικών αντικειμένων. Η καθιέρωση του μεντρεσέ αποδίδεται συνήθως στον Νιζάμ αλ-Μουλκ, ο οποίος πρωτοστάτησε στη δημιουργία ενός δικτύου επίσημων μεντρεσέδων στο Ιράν, τη Μεσοποταμία και το Χορασάν. Από τις περιοχές αυτές, ο θεσμός εξαπλώθηκε σταδιακά σε μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου, ακολουθώντας συχνά συγγενή αρχιτεκτονικά και λειτουργικά πρότυπα.
| Τμήμα μιας σειράς για το Ισλάμ |
| Ουσούλ αλ-φικχ |
|---|
| Φικχ |
| Αχκάμ |
| Τίτλοι |
Στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι μεντρεσέδες εξελίχθηκαν σε καίριας σημασίας εκπαιδευτικούς θεσμούς μακράς διάρκειας. Ιδρυμένοι ήδη από το 1330, λειτούργησαν επί σχεδόν έξι αιώνες σε τρεις ηπείρους, εκπαιδεύοντας ιατρούς, μηχανικούς, νομικούς, θρησκευτικούς λειτουργούς και άλλα μέλη της διοικητικής και πολιτικής ελίτ. Αποτελούσαν διακριτή κατηγορία εκπαιδευτικού ιδρύματος, με αυτοτελή οικονομική βάση και ανεξάρτητα αναλυτικά προγράμματα, σε αντίθεση με τη Σχολή του Παλατιού, την οποία φοιτούσαν οι μαθητές που είχαν ενταχθεί στο οθωμανικό σύστημα μέσω του παιδομαζώματος.
Ετυμολογία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η λέξη μεντρεσές προέρχεται από την αραβική λέξη ντερς (=μάθημα) και σημαίνει «μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο». Ωστόσο, είναι πιθανό να προέρχεται από την εβραϊκή λέξη μιντράς (מדרש).
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι μεντρεσέδες δεν υπήρχαν στις αρχές της εξάπλωσης του Ισλάμ και το τζαμί αποτελούσε τον κυριότερο εκπαιδευτικό θεσμό στον μουσουλμανικό κόσμο. Ωστόσο, καθώς η ζήτηση για μάθηση αυξανόταν, δεν ήταν πλέον πρακτικό να δίνονται ζωηρές συζητήσεις στο τζαμί, όπου πολλοί πιστοί επιθυμούσαν να προσευχηθούν και να απομνημονεύσουν το Κοράνιο. Κατά συνέπεια, οι Μουσουλμάνοι εκπαιδευτικοί δημιούργησαν το θεσμό του μεντρεσέ.
Παρ' όλα αυτά, οι μεντρεσέδες, δημιουργήθηκαν για να διδάξουν τη θρησκεία και την επιστήμη, από τη σουνιτική άποψη.[1] Έτσι, παρείχαν την καλύτερη εκπαίδευση μονάχα στους σουνίτες μουσουλμάνους, οι οποίοι κατόπιν διορίζονταν στις σημαντικότερες θέσεις της δικαιοσύνης, της διοίκησης και της θρησκείας. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι Σελτζούκοι ηγεμόνες, πιστοί σουνίτες οι ίδιοι, κατάφεραν βαρύ πλήγμα στην σιιτική προπαγάνδα.[1]

Οι Σελτζούκοι σουλτάνοι πείστηκαν εύκολα να ιδρύσουν μεντρεσέδες, σε μια κλίμακα χωρίς προηγούμενο. Πιθανώς, η πρώτη τέτοια σχολή ήταν το Αλ-Καραουιγίν, στην πόλη Φεζ του Μαρόκου, χτισμένη γύρω στο 859. Ο σημαντικότερος μεντρεσές, όμως, ήταν αυτός της Νιζαμίγια στη Βαγδάτη (1065), ο οποίος ιδρύθηκε από το βεζίρη Νιζάμ αλ-Μουλκ.[2] Εκεί δίδαξαν οι διασημότεροι λόγιοι του μουσουλμανικού κόσμου, ανάμεσα στους οποίους και ο Αλ-Γκαζαλί.[1]
Άλλοι σημαντικοί μεντρεσέδες στην Αφρική και την Ασία ήταν η Μιστανρίγια της Βαγδάτης, το Αλ-Άζχαρ του Καΐρου, η Νιζαμίγια της Νισαπούρ, η Σαλιχίγια του Καΐρου. Στην Ευρώπη υπάρχει ο Μεντρεσές της Γρανάδας, ο Μεντρεσές των Αθηνών και ο Μεγάλος Μεντρεσές στη Λευκωσία.
Τα μουσουλμανικά ιεροσπουδαστήρια αποτέλεσαν στόχους των Ευρωπαίων αποικιοκρατών, ώστε να "ευνουχίσουν" οποιαδήποτε πνευματική δραστηριότητα των ντόπιων. Για παράδειγμα, όταν οι Ολλανδοί κατέλαβαν την Ινδονησία το 1595, έκλεισαν όλους τους μεντρεσέδες και τις βιβλιοθήκες, απαγορεύοντας την εκπαίδευση.[3]
Μετά τη μεταρρύθμιση του Μουσταφά Κεμάλ, οι μεντρεσέδες περιορίστηκαν στο ελάχιστο στην Τουρκία. Ωστόσο, σε πολλές μουσουλμανικές χώρες η ίδρυση νέων μεντρεσέδων συνεχίστηκε ακόμη και τον 20ό αιώνα. Κύρια παραδείγματα αποτελούν το Αλ Τζαμιατούλ Ασραφία στο Μουμπαρακπούρ της Ινδίας (1898) και το Αλ-Ιρσυάντ Αλ-Ισλαμίαχ στη Σιγκαπούρη (1947).
Λειτουργία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| Τμήμα μιας σειράς λημμάτων |
| Ισλάμ |
|---|
Ο δάσκαλος (αραβ.:شيخ σέιχ) καθόταν σε μια χαμηλή καρέκλα, με τους μαθητές καθισμένους γύρω του σε κύκλο. Κάθε καθηγητής είχε έναν αριθμό βοηθών και μερικές φορές έναν ειδικό "αναγνώστη" για μεγαλόφωνη ανάγνωση των κειμένων.[4] Δεν υπήρχε επίσημο πρόγραμμα και οι μαθητές μπορούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους για όσο καιρό, θεωρούσαν οι ίδιοι και οι καθηγητές ότι χρειαζόταν.[4] Ο καθηγητής ξεκινούσε το μάθημα με μια προεπισκόπηση του θέματος, και συνέχιζε με μια γενική παρουσίαση και τις διαφορετικές απόψεις των ειδικών.
Στους μεντρεσέδες διδάσκονταν η ανάγνωση και η ερμηνεία του Κορανίου, η μουσουλμανική κατήχηση, ιστορία και το θρησκευτικό δίκαιο. Ειδικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι μαθητές διδάσκονταν γραμματική και συντακτικό της αραβικής γλώσσας και μαθηματικά, καθώς και καλλιγραφία. Παράλληλα, εντρυφούσαν στην ισλαμική φιλοσοφία, ηθική και θεολογία.
Τη διοίκηση της σχολής ασκούσε ο επίτιμος επικεφαλής του μεντρεσέ, υψηλόβαθμος αξιωματούχος, συνεπικουρούμενος από από έναν αναπληρωτή.
Εικόνες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Ο μεντρεσές Σερ-Ντορ στη Σαμαρκάνδη
- Το εσωτερικό του Αλ-Καραουιγίν, που σήμερα αποτελεί πανεπιστήμιο
- Η πόρτα του άλλοτε Μεντρεσέ της Αθήνας
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τόμ. 13ος, σελ. 263
- Ziauddin Sardar, Zafar Abbas Malik (μτφρ. Μανώλης Τζιρίτας), Ισλάμ, Εκδόσεις: Τα Νέα/Δημοσιογραφικός Όμιλος Λαμπράκη, Αθήνα 2011, ISBN 978-960-469-2
