Πάρνοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παρθιανός πολεμιστής

Οι Πάρνοι ή Άπαρνοι ήταν ανατολικοϊρανικός λαός,[1] [2] που ζούσαν γύρω από τον ποταμό Ώχο [3] [4], νοτιοανατολικά της Κασπίας Θάλασσας. Πιστεύεται ότι η αρχική τους πατρίδα μπορεί να ήταν η νότια Ρωσία, από όπου μετανάστευσαν με άλλες σκυθικές φυλές. Οι Πάρνοι ήταν μια από τις τρεις φυλές της ομοσπονδίας των Δάων.

Στα μέσα του 3ου αι. π.Χ., οι Πάρνοι εισέβαλαν στην Παρθία, "έδιωξαν τους Έλληνες σατράπες, οι οποίοι τότε είχαν μόλις αποκτήσει ανεξαρτησία, και ίδρυσαν μια νέα δυναστεία"[5]: τη δυναστεία των Αρσακιδών.

Ιστορική ταυτότητα και τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν υπάρχει σαφής καταγραφή του λαού σε ντόπιες πηγές ιρανικής γλώσσας[2] και όλες οι αναφορές σε αυτούς προέρχονται από ελληνικές και λατινικές καταγραφές, στις οποίες, όχι απαραίτητα σύγχρονες με τον λαό, είναι δύσκολο να προσδιοριστούν αναφορές στους Πάρνους λόγω ασυνέπειας ονομασιών και μεταγραφής των ελληνικών/λατινικών ή/και της ομοιότητας με ονόματα άλλων φυλών, όπως Σπάρνοι ή Απαρτάνοι και Επάρνοι ή Ασπάριοι. Μπορεί επίσης οι Πάρνοι να σχετίζονται με μία ή περισσότερες από αυτές τις άλλες φυλές και ότι "η αρχική τους πατρίδα μπορεί να ήταν η νότια Ρωσία, από την οποία μετανάστευσαν με άλλες σκυθικές φυλές".

Η τοποθεσία των Δάων Πάρνων αμέσως νοτιοανατολικά της Κασπίας Θάλασσας προήλθε από τα Γεωγραφικά του Στράβωνα (Βιβλίο 11, 1ος αιώνας π.Χ.). Το εθνώνυμο Δάοι ήταν η ρίζα του μετέπειτα ονόματος της περιοχής Νταχεστάν ή Ντιχιστάν, μια περιοχή που εκτείνεται στις σημερινές περιοχές του Τουρκμενιστάν και του Ιράν.

Τόσο λίγα είναι γνωστά για τους Δάους, συμπεριλαμβανομένων και των Πάρνων, που ακόμη και η τοποθεσία και το όνομα της πρωτεύουσας τους, "αν πράγματι είχαν κάποια πρωτεύουσα", είναι πλέον άγνωστα.[6] Ένας μεταγενέστερος αρχαιολογικός χώρος στην περιοχή, γνωστός ως Ντεχιστάν/Μισριάν, βρίσκεται στην περιφέρεια Μπαλκάν του Τουρκμενιστάν.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γλώσσα των Πάρνων δεν καταγράφεται άμεσα, αλλά θεωρείται ότι είναι μια από τα ανατολικά παρακλάδια της μετέπειτα καταγεγραμμένης παρθικής γλώσσας, την οποία τελικά υιοθέτησαν οι Πάρνοι.[6] Μέσα από την επιρροή των Παρθίων στην Αρμενία, ίχνη της γλώσσας των Πάρνων επιβιώνουν ως "αντιδάνεια στα αρμενικά".[2]

Η γλώσσα των Πάρνων χαρακτηρίστηκε από τον ιστορικό Ιουστίνο ως "ενδιάμεση μεταξύ σκυθικών και μηδικών και περιείχε χαρακτηριστικά και των δύο"[7](41.1.10). Η γνώμη του Ιουστίνου, ο οποίος έζησε τον 3ο αιώνα, είναι "αναμφίβολα ελαφρώς υπερβολική" [6] και σε κάθε περίπτωση αμφισβητείται η αλήθεια δεδομένης της ασάφειας των ονομάτων. [2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 247 π.Χ., ο Ανδραγόρας, κυβερνήτης των Σελευκίδων (σατράπης) της Παρθίας ("σχεδόν το δυτικό Χορασάν"[8]) διακήρυξε την ανεξαρτησία του από τους Σελευκίδες, όταν, μετά το θάνατο του Αντιόχου Β', ο Πτολεμαίος Γ΄ κατέλαβε τον έλεγχο της πρωτεύουσας Μεγάλης Αντιόχειας και "άφησε έτσι το μέλλον της δυναστείας των Σελευκιδών μετέωρο για μια στιγμή." [9]

Εν τω μεταξύ, κάποιος ονόματι Αρσάκης, σκυθικής ή βακτριανής προέλευσης, εκλέχθηκε ηγέτης των παρνικών φυλών".[4] Μετά την απόσχιση της Παρθίας από την Αυτοκρατορία των Σελευκίδων και την επακόλουθη απώλεια της στρατιωτικής σελευκικής υποστήριξης, ο Ανδραγόρας είχε δυσκολία στη διατήρηση των συνόρων του και περίπου το 238 ΠΚΕ, υπό τη διοίκηση του Αρσάκη και του αδελφού του, Τιριδάτη, [10] οι Πάρνοι εισέβαλαν[11] στην Παρθία και πήραν τον έλεγχο της Ασταβηνής (Αστάβα), της βόρειας περιοχής αυτής της επικράτειας, η διοικητική πρωτεύουσα της οποίας ήταν το Καμπουτσάν (Κουτσάν στην καθομιλουμένη).

Λίγο αργότερα, οι Πάρνοι κατέλαβαν την υπόλοιπη Παρθία από τον Ανδραγόρα, τον οποίο σκότωσαν. Παρά το γεγονός ότι μια αρχική εκστρατεία από τους Σελευκίδες υπό τον Σέλευκο Β' Καλλίνικο δεν ήταν επιτυχής, οι Σελευκίδες υπό τον Αντίοχο Γ' ανακατέλαβε το ελεγχόμενο από τους Αρσακίδες έδαφος στη μάχη του όρους Λάμπους το 209 ΠΚΕ από τον διάδοχο του Αρσάκη ή Τιριδάτη, Αρσάκη Β'. Αυτός δέχτηκε υποτελές καθεστώς[10]. Μόλις υπό την ηγεμονία του Φραάτη Α', εγγονού του Αρσάκη Β', οι Αρσακίδες/Πάρνοι θα άρχιζαν να επαναδιεκδικούν την ανεξαρτησία τους.[12]

Για τους ιστοριογράφους, από την τεκμηρίωση των οποίων εξαρτάται η ανασυγκρότηση της πρώιμης ιστορίας των Αρσακίδων, οι Πάρνοι τότε έγιναν αδιαχώριστοι από τους Παρθούς.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάληψη της Ασταβηνής το 238 π.Χ. σηματοδοτεί την έναρξη της εποχής των Αρσακιδών και της Παρθιανής Αυτοκρατορίας. Το όνομα του ιδρυτή Αρσάκη υιοθετήθηκε από όλους τους Πάρθους βασιλείς.[7] Οι Αρσακίδες ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τον Αρταξέρξη Β' της Περσίας.

Ξεκινώντας από την Ασταβηνή και την Παρθία, με επόμενη επέκταση νότια σε μεγάλο μέρος του σημερινού Σιστάν), οι Αρσακίδες σταδιακά υπέταξαν πολλά γειτονικά βασίλεια, τα περισσότερα από τα οποία στη συνέχεια ελέγχονταν ως υποτελή. Αρχίζοντας με την επιτυχή εξέγερση το 224 ΜΚΕ ενός πρώην υποτελούς του Ιστάχρ ονόματι Αρδασίρ, η αρσακική/παρθική ηγεμονία άρχισε να υποχωρεί και να δίνει τη θέση της στους Σασσανίδες.

Το όνομα "Πάρνοι" επανεμφανίζεται σε έγγραφα της εποχής των Σασσανιδών για να προσδιορίσει μία από τις επτά φεουδαρχικές παρθικές οικογένειες, που συνεργάζονταν με την περσική αυλή. Ωστόσο, αυτή η οικογένεια ίσως δημιούργησε τα δικά τους γενεαλογικά δέντρα για να τονίσουν την αρχαιότητα των οικογενειών τους." [13]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Encyclopedia Iranica : "APARNA (Gk. Aparnoi/Parnoi, Lat. Aparni or Parni), an east Iranian tribe established on the Ochos (modern Taǰen, Teǰend) and one of the three tribes in the confederation of the Dahae
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Lecoq 1987.
  3. Curtis, Vesta Sarkhosh; Stewart, Sarah (24 Μαρτίου 2010). The Age of the Parthians. ISBN 9780857733085. 
  4. 4,0 4,1 Curtis 2007.
  5. de Blois & van der Spek 1997.
  6. 6,0 6,1 6,2 Bivar 1983.
  7. 7,0 7,1 Curtis 2007.
  8. Bickerman 1983.
  9. Bivar 2003.
  10. 10,0 10,1 Bivar 1983.
  11. Bickerman 1983.
  12. Bivar 1983.
  13. Lukonin 1983.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]