Ιστορία της Αλσατίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παραδοσιακές ενδυμασίες της Αλσατίας, 1915

Η ιστορία της Αλσατίας ξεκινά από την αρχαιότητα, εποχή που η περιοχή κατοικήθηκε από νομάδες κυνηγούς, και περιλαμβάνει τις αλλαγές στον πολιτικό έλεγχο της περιοχής που εναλλάσσονταν μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας.

Η Αλσατία είναι ιστορική, πολιτιστική και πρώην διοικητική περιοχή της ανατολικής Γαλλίας, ανήκει στη διοικητική περιοχή Γκραντ-Εστ και περιλαμβάνει δύο νομούς: Άνω Ρήνος και Κάτω Ρήνος.

Προ-Ρωμαϊκή Αλσατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τμήμα του «ειδωλολατρικού τείχους» του όρους Σαιντ-Οντίλ

Οι Κέλτες άρχισαν να εγκαθίστανται στην Αλσατία κατά την πρώτη χιλιετία π.Χ. Αρχικά, ο τόπος ήταν μια περιοχή μετάβασης για τους Κέλτες που μετανάστευαν στα νότια της Ευρώπης. Οι Κέλτες εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αλσατία κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., εκκαθάρισαν και καλλιεργούσαν τη γη που αποτελούνταν από την πεδιάδα που περιβάλλεται από τα Βόσγια όρη στα δυτικά και τα βουνά του Μέλανα Δρυμού στα ανατολικά και τη διαρρέουν οι ποταμοί Ιλλ και Ρήνος. Δημιούργησαν έναν σταθερά αναπτυσσόμενο πολιτισμό, υπό τη μόνιμη απειλή εισβολέων από τα ανατολικά. Αρκετά ίχνη του πολιτισμού τους υπάρχουν στην περιοχή, μεταξύ των οποίων το λεγόμενο «ειδωλολατρικό τείχος», μήκους 10,5 χιλιομέτρων, πρώτο ιστορικό μνημείο της περιοχής.[1] Στην Αλσατία εγκαταστάθηκαν δύο κελτικές φυλές: στο νότο οι Σηκουανοί και στο βορρά οι Μεδιομάτρικες. [2] Αυτοί οι δύο λαοί αποδυναμώθηκαν από την εγκατάσταση στην περιοχή ενός γερμανικού λαού, των Σουηβών υπό τη διοίκηση του Αριόβιστου, οι οποίοι κυριάρχησαν σε ολόκληρη την πεδιάδα της Αλσατίας έως περίπου το 63 π.Χ.

Ρωμαϊκή Αλσατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αλσατία, αρχική περιοχή των Κελτών. Η πορτοκαλί ζώνη δείχνει την περιοχή της γέννησης του πολιτισμού Λα Τεν. Η πράσινη ζώνη δείχνει μια πιθανή κελτική εξάπλωση γύρω στο 1000 π.Χ. Η κόκκινη ζώνη υποδεικνύει μια εγκατάσταση των Κελτών περίπου το 400 π.Χ.
Θέση της Αλσατίας στη Γαλλία

Κατά τη διάρκεια του έτους 58 π.Χ., η καταπάτηση των εδαφών από τους Σουηβούς και οι απαιτήσεις τους για περαιτέρω παραχωρήσεις γης προκάλεσαν την επέμβαση των ρωμαϊκών στρατευμάτων του Ιούλιου Καίσαρα (δεύτερος γαλατικός πόλεμος του Καίσαρα) που εισήλθαν στην Αλσατία, κατόπιν αιτήματος προς βοήθεια των τοπικών πληθυσμών, και νίκησαν τους Σουηβούς στη μάχη των Βοσγίων γύρω από το Σερναί, στη νότια Αλσατία, απωθώντας τους πέρα από τον Ρήνο. Η νίκη του Καίσαρα επί των Σουηβών του Αριόβιστου επέβαλε την κυριαρχία της Ρώμης στην Αλσατία, όπως και στην υπόλοιπη Γαλατία, που διήρκεσε έως τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Οι Τρίβοκκοι, κελτο-γερμανική φυλή εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Μπροκομάγκους (Μπρυμάτ) και του Αργκεντοράτουμ (Στρασβούργο). Μετά από μια νικηφόρα εκστρατεία του Δομιτιανού εναντίον των Σουηβών το 90, οι Ρωμαίοι αναδιοργάνωσαν τα εδάφη που πήραν από τους Γερμανούς. Η Αλσατία περιελήφθη στη ρωμαϊκή επαρχία της Άνω Γερμανίας και κατά μήκος του Ρήνου κατασκευάστηκαν οχυρά τείχη που προστάτευαν την περιοχή (Λίμες).

Ο γαλατορωμαϊκός πολιτισμός προσέφερε πολλά στην περιοχή. Την εποχή εκείνη αναπτύχθηκαν οι πρώτες πόλεις, κατασκευάστηκαν οι πρώτοι δρόμοι και κυρίως αναπτύχθηκε η αμπελοκαλλιέργεια. Οι πόλεις, όπως η Σαβέρν (Tres Tabernae), η Μπριζάκ (Mons Brisiacus) και ιδιαίτερα το Στρασβούργο (Argentoratoum) ήταν εμπορικά και στρατιωτικά κέντρα. Το 356, μετά τη νίκη των Αλαμαννών στη μάχη του Ντουροκορτόρουμ (Ρενς), ο αυτοκράτορας Ιουλιανός έστειλε στρατεύματα γύρω από το Μπρυμάτ για να εκδιώξει εκείνους που είχαν εγκατασταθεί εκεί.

Αλαμανοί και Φράγκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εμφανίστηκαν οι βαρβαρικές εισβολές. Από το 352 μ.Χ. η Αλσατία κατακλύσθηκε από επιδρομές Βανδάλων, Αλανών και Αλαμαννών. Τον 5ο αιώνα η περιοχή κατελήφθη από τη γερμανική φυλή των Αλαμαννών. Οι Αλαμαννοί ήταν αγροτική φυλή και η γερμανική τους γλώσσα αποτέλεσε τη βάση των διαλέκτων (αλσατική διάλεκτος) που ομιλήθηκαν παραδοσιακά στην περιοχή. Παρόλο που νικήθηκαν από τους Φράγκους υπό τον Κλοβίς κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. στη μάχη του Τολμπιάκ, παρέμειναν στην περιοχή και μαζί με τους Φράγκους αποτέλεσαν τον πυρήνα του πληθυσμού της πεδιάδας της Αλσατίας. Η Αλσατία έγινε μέρος του μεροβιγγιανού βασιλείου της Αυστρασίας και υπό τους Μεροβίγγειους διαδόχους του Κλοβίς, οι κάτοικοι εκχριστιανίσθηκαν.

Η Αλσατία παρέμεινε κάτω από τον φραγκικό έλεγχο έως ότου η Φραγκία διαλύθηκε επισήμως το 843 με τη Συνθήκη του Βερντέν. Οι εγγονοί του Καρλομάγνου διαίρεσαν την αυτοκρατορία του Καρλομάγνου σε τρία μέρη. Η Αλσατία αποτέλεσε τμήμα της Μέσης Φραγκίας, την οποία κυβερνούσε ο μεγαλύτερος εγγονός Λοθάριος. Ο Λοθάριος πέθανε στις αρχές του 855 και η περιοχή του χωρίστηκε σε τρία μέρη. Το μέρος γνωστό ως Λοθαριγγία, ή Λωρραίνη, δόθηκε στον γιο του Λοθάριο Β΄. Τα υπόλοιπα μοιράστηκαν μεταξύ των αδελφών του Λοθάριου Α', τον Κάρολο τον Φαλακρό (ηγεμόνα της Δυτικής Φραγκίας) και τον Λουδοβίκο τον Γερμανικό (ηγεμόνα της Ανατολικής Φραγκίας). Το Βασίλειο της Λοθαριγκίας ήταν βραχύβιο, ωστόσο, έγινε το δουκάτο της Λωρραίνης στην ανατολική Γαλλία με τη Συνθήκη του Ριμπεμόν το 880. Η Αλσατία το 870 παραχωρήθηκε με τη συνθήκη του Μέρσεν στον βασιλιά της Γερμανίας.

Η Αλσατία στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (870-1648)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 870, η Αλσατία γνώρισε συνεχή κατακερματισμό και ανακατανομή μεταξύ αρκετών φεουδαρχικών κοσμικών και εκκλησιαστικών κυριαρχιών, μια κοινή διαδικασία στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Αλσατία γνώρισε μεγάλη ευημερία κατά τον 12ο και 13ο αιώνα κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Χόενσταουφεν. Το 1354, δέκα πόλεις σχημάτισαν μια ένωση με ένα είδος αυτονομίας, τη Δεκάπολη, που διατηρήθηκε για τρεις αιώνες. Οι πόλεις Αγκνώ, Βισεμπούρ, Κολμάρ, Μυλούζ και Σελεστά έγιναν αυτοκρατορικές πόλεις και έζησαν αυτό που ονομάστηκε «χρυσή εποχή των πόλεων». Σταδιακά και κυρίως από τον 14ο αιώνα, τον αποφασιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή των πόλεων έπαιζαν οι έμποροι και οι τεχνίτες, με την αριστοκρατία να περιορίζεται σε ρόλο τιμητικό: οι πόλεις ήταν ουσιαστικά ανεξάρτητες από την αυτοκρατορική εξουσία. Η επαρχία είχε ένα ενιαίο επαρχιακό δικαστήριο και μια κεντρική διοίκηση με έδρα την Αγκνώ. Το Στρασβούργο άρχισε να αναπτύσσεται για να γίνει η πολυπληθέστερη και εμπορικά σημαντικότερη πόλη της περιοχής. Το 1262, μετά από μακρύ αγώνα με τους κυβερνώντες επισκόπους, οι πολίτες του απέκτησαν το καθεστώς της «ελεύθερης αυτοκρατορικής πόλης» και το 1439 απαλλάχθηκε από την εξουσία του επισκόπου του. Καθώς βρισκόταν πάνω στη διαδρομή Παρίσι-Βιέννη-Ανατολή, και επί πλέον ήταν σημαντικό λιμάνι στη διαδρομή του Ρήνου που συνέδεε τη νότια Γερμανία και την Ελβετία με την Ολλανδία, την Αγγλία και τη Σκανδιναβία, έγινε το πολιτικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής.

Κατά τον 14ο αιώνα οι φεουδαρχικοί πόλεμοι προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές που ολοκληρώθηκαν από την έλευση του Μαύρου θανάτου και άλλων δεινών, όπως μια σειρά από σκληρούς χειμώνες και κακές συγκομιδές. Γι' αυτά τα δεινά κατηγορήθηκαν οι Εβραίοι, που υπήρξαν τα θύματα στα πογκρόμ του 1336 και του 1339. Το 1349 οι Εβραίοι της Αλσατίας κατηγορήθηκαν ότι δηλητηρίαζαν τα πηγάδια με πανώλη και οδηγήθηκαν στη σφαγή χιλιάδες Εβραίοι κατά τη διάρκεια του πογκρόμ του Στρασβούργου. Οι Εβραίοι στη συνέχεια απαγορεύτηκε να εγκαθίστανται σε πόλεις. Μια πρόσθετη φυσική καταστροφή ήταν ο σεισμός του Ρήνου του 1356, ένας από τους χειρότερους της Ευρώπης που κατέστρεψε τη Βασιλεία. Η ευημερία επέστρεψε στην Αλσατία υπό τη διοίκηση του Οίκου των Αψβούργων κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης.

Η κεντρική εξουσία της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχε αρχίσει να παρακμάζει μετά από χρόνια αυτοκρατορικών περιπετειών στις ιταλικές χώρες, μεταφέροντας την ηγεμονία της Δυτικής Ευρώπης στο βασίλειο της Γαλλίας, το οποίο είχε εδώ και καιρό κεντρική εξουσία. Η Γαλλία άρχισε μια επιθετική πολιτική επέκτασης προς ανατολάς, πρώτα στα ποτάμια Ροδανό και Μεύση, και όταν τα σύνορα αυτά επιτεύχθηκαν, στόχευσε τον Ρήνο. Κατά τον επόμενο αιώνα, η Γαλλία επρόκειτο να καταστραφεί στρατιωτικά από τον Εκατονταετή Πόλεμο, ο οποίος εμπόδισε για κάποιο χρονικό διάστημα τις γαλλικές βλέψεις προς αυτή την κατεύθυνση. Μετά την ολοκλήρωση του πολέμου, η Γαλλία ήταν και πάλι ελεύθερη να συνεχίσει την επιθυμία της να φτάσει στο Ρήνο και το 1444 εμφανίστηκε ένας γαλλικός στρατός στη Λωρραίνη και την Αλσατία και οι πολεμικές επιχειρήσεις επαναλήφθηκαν.

Το 1469, με τη συνθήκη του Σαιντ-Ομέρ, η Άνω Αλσατία πωλήθηκε από τον αρχιδούκα Σιγισμούνδο της Αυστρίας στον δούκα Κάρολο της Βουργουνδίας. Αν και ο Κάρολος ήταν ο ιδιοκτήτης, οι φόροι καταβάλλονταν ακόμη στον Φρειδερίκο Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο τελευταίος μπόρεσε να χρησιμοποιήσει αυτόν τον φόρο και ένα δυναστικό γάμο προς όφελός του για να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της Άνω Αλσατίας (εκτός από τις ελεύθερες πόλεις, αλλά συμπεριλαμβανομένου του Μπελφόρ) το 1477. Η πόλη Μυλούζ προσχώρησε στην Ελβετική Συνομοσπονδία το 1515, όπου επρόκειτο να παραμείνει μέχρι το 1798.

Η «Μικρή Γαλλία» στο Στρασβούργο

Ο εδαφικός κατακερματισμός και η θρησκευτική και κοινωνική αστάθεια της περιοχής ευνόησαν τις πνευματικές δραστηριότητες και η Αλσατία αναδείχθηκε σε ένα από τα κυριότερα ουμανιστικά κέντρα. Το 1434 ο Γουτεμβέργιος εγκαταστάθηκε στο Στρασβούργο, όπου τελειοποίησε την τυπογραφία, η οποία σύντομα χρησιμοποιήθηκε για τη διάδοση των νέων ιδεών του Ουμανισμού και της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης.

Την εποχή της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης τον 16ο αιώνα, το Στρασβούργο ήταν μια ευημερούσα κοινότητα και οι κάτοικοί του αποδέχτηκαν το προτεσταντισμό το 1523. Ο Μαρτίνος Μπούσερ ήταν εξέχων Προτεστάντης μεταρρυθμιστής στην περιοχή. Οι προσπάθειές του αντιμετωπίστηκαν από τους Ρωμαιοκαθολικούς Αψβούργους που προσπάθησαν να εξαλείψουν την αίρεση στην Άνω Αλσατία. Ως αποτέλεσμα, η Αλσατία μετατράπηκε σε ψηφιδωτό καθολικών και προτεσταντικών εδαφών. Από την άλλη πλευρά, το Μονμπελιάρ στα νοτιοδυτικά της Αλσατίας, που ανήκε στους κόμητες της Βυρτεμβέργης από το 1397, παρέμεινε προτεσταντικός θύλακας στη Γαλλία μέχρι το 1793.

Τριακονταετής πόλεμος και Γαλλική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος ΙΔ' παραλαμβάνει τα κλειδιά του Στρασβούργου το 1681.
Οι προσαρτήσεις του Λουδοβίκου ΙΔ'

Ο Τριακονταετής πόλεμος ((1618 - 1648) έφερε την Αλσατία στο επίκεντρο των μαχών και υπήρξε καταστροφικός για την περιοχή. Ο πληθυσμός μειώθηκε στο μισό. Όταν οι εχθροπραξίες ολοκληρώθηκαν το 1648 με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, το μεγαλύτερο μέρος της Αλσατίας αναγνωρίστηκε ως μέρος της Γαλλίας, αν και ορισμένες πόλεις παρέμειναν ανεξάρτητες. Οι διατάξεις της συνθήκης σχετικά με την Αλσατία ήταν πολύπλοκες και αρχικά η Αλσατία παρέμενε αυτοκρατορικό έδαφος.

Η Γαλλία άρχισε να επιβάλλει την πολιτική της στην περιοχή από το 1657. Ο Λουδοβίκος ΙΔ' ίδρυσε ένα περιοδεύον Ανώτατο Συμβούλιο. Το 1670 η Γαλλία κατέλαβε και τη Λωρραίνη. Το 1673 ο βασιλιάς επιστάτησε στο γκρέμισμα των τειχών του Κολμάρ και ενίσχυσε την κυριαρχία του στη Δεκάπολη. Το 1675, στη διάρκεια μιας νικηφόρας εκστρατείας, οι Γάλλοι νίκησαν στο Τουρκχάιμ και εξασφάλισαν την οριστική κυριαρχία στην Αλσατία που επικυρώθηκε με τη συνθήκη της Νιμέγκ το 1678. Εφαρμόστηκε ενωτική πολιτική που κατέληξε το 1681 στην προσάρτηση του Στρασβούργου και αμέσως έπειτα ο Σεμπαστιάν Βωμπάν οχύρωσε την περιοχή κατά μήκος του Ρήνου.[1]

Αν και ο Γάλλος βασιλιάς απέκτησε κυριαρχία, τα υπάρχοντα δικαιώματα και έθιμα των κατοίκων διατηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Η Γαλλία εξακολούθησε να διατηρεί τα τελωνειακά της σύνορα κατά μήκος των Βοσγίων, αφήνοντας την Αλσατία οικονομικά προσανατολισμένη στις γειτονικές γερμανόφωνες χώρες. Η γερμανική γλώσσα παρέμεινε σε χρήση στην τοπική διοίκηση, στα σχολεία και στο (Λουθηρανικό) Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, το οποίο συνέχισε να αντλεί μαθητές από άλλες γερμανόφωνες χώρες. Το διάταγμα του Φονταινεμπλώ του 1685, με το οποίο ο Γάλλος βασιλιάς διέταξε την καταστολή του γαλλικού Προτεσταντισμού, δεν εφαρμόστηκε στην Αλσατία. Η Γαλλία αργότερα προσπάθησε να προωθήσει τον καθολικισμό. Ο καθεδρικός ναός του Στρασβούργου, για παράδειγμα, ο οποίος ήταν Λουθηρανικός από το 1524 έως το 1681, επιστράφηκε στην Καθολική Εκκλησία. Ωστόσο, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Γαλλία, η Αλσατία απολάμβανε ένα κλίμα θρησκευτικής ανοχής.

Η Αλσατία στο εξής γνώρισε πάλι εποχές ευημερίας και ειρήνης. Ο πληθυσμός της σε έναν αιώνα τριπλασιάστηκε. Εφαρμόστηκαν νέες καλλιέργειες (καπνός, πατάτες) δημιουργήθηκε νέο οδικό δίκτυο και αυξήθηκε η εμπορική δραστηριότητα της περιοχής. Από το 1746 άρχισε να αναπτύσσεται η υφαντική βιομηχανία. Στις παραμονές της Γαλλικής επανάστασης, η Αλσατία ήταν μία από τις πλουσιότερες και αυθεντικότερες επαρχίες της Γαλλίας.

Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τον Γαλλο-Πρωσικό Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έτος 1789 έφερε τη Γαλλική Επανάσταση και μαζί της τη διαίρεση της Αλσατίας στους νομούς Άνω Ρήνος και Κάτω Ρήνος. Οι Αλσατοί έπαιξαν ενεργό ρόλο στη Γαλλική Επανάσταση. Στις 21 Ιουλίου 1789, μετά την είδηση για την άλωση της Βαστίλης στο Παρίσι, πλήθος ανθρώπων συγκεντρώθηκε στο δημαρχείο του Στρασβούργου, αναγκάζοντας τους διοικητές της πόλης να φύγουν και έθεσαν έτσι συμβολικά τέλος στο φεουδαρχικό σύστημα στην Αλσατία. Το 1792, ο Ρουζέ ντε Λιλ συνέθεσε στο Στρασβούργο το επαναστατικό τραγούδι η Μασσαλιώτιδα (ως Τραγούδι για το στρατό του Ρήνου), το οποίο αργότερα έγινε ο εθνικός ύμνος της Γαλλίας. Η Μασσαλιώτιδα ακούστηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του ίδιου έτους στο σαλόνι του δημάρχου του Στρασβούργου Ντίτριχ. Μερικοί από τους πιο διάσημους στρατηγούς της Γαλλικής Επανάστασης προέρχονταν επίσης από την Αλσατία, όπως ο Κελλερμάν, ο νικητής του Βαλμί, ο Κλεμπέρ, ένας από τους στρατηγούς της Γαλλικής Δημοκρατίας στον πόλεμο της Βανδέας και ο Βεστερμάν, που επίσης πολέμησε στη Βανδέα.

Ταυτόχρονα, η περιοχή στο σύνολό της έξω από το Στρασβούργο ήταν αντίθετη προς τους Ιακωβίνους και προτιμούσε την αποκατάσταση της μοναρχίας, όπως και οι εισβολείς Αυστριακοί και Πρώσοι που επιδίωκαν να συντρίψουν την αναδυόμενη επαναστατική δημοκρατία. Πολλοί από τους κατοίκους έκαναν «προσκυνήματα» σε μοναστήρια κοντά στη Βασιλεία, στην Ελβετία, για βαπτίσεις και γάμους. Η περίοδος της Τρομοκρατίας (1793-1794) συνοδεύτηκε, όπως και σε όλη τη Γαλλία, από ακρότητες. Όταν ο Γαλλικός Επαναστατικός Στρατός του Ρήνου νίκησε, δεκάδες χιλιάδες έφυγαν προς τα ανατολικά. Όταν αργότερα τους επιτράπηκε να επιστρέψουν (σε ορισμένες περιπτώσεις όχι μέχρι το 1799), ήταν συχνές οι περιπτώσεις που διαπίστωναν ότι τα εδάφη τους και τα σπίτια τους είχαν κατασχεθεί. Αυτές οι συνθήκες οδήγησαν στη μετανάστευση εκατοντάδων οικογενειών σε πρόσφατα κενές εκτάσεις στη Ρωσική Αυτοκρατορία το 1803-4 και πάλι το 1808. Μια αναπαράσταση αυτού του γεγονότος με βάση το τι είδε προσωπικά αφηγείται ο Γκαίτε στο μεγάλο του ποίημα Χέρμαν και Δωροθέα.

Το κανάλι της Μυλούζ το 1828 -Επίσκεψη του Καρόλου Ι'

Οι περίοδοι του Διευθυντηρίου και της Αυτοκρατορίας υπήρξαν εποχές μεγάλης ευημερίας για την Αλσατία. Ο ηπειρωτικός αποκλεισμός ευνόησε τις καλλιέργειες και την υφαντουργική βιομηχανία, απαλλαγμένη από τον αγγλικό ανταγωνισμό. Κατασκευάστηκαν μεγάλα έργα κατά μήκος του Ρήνου και βελτιώθηκε το οδικό δίκτυο. Επίσης, σχεδόν ολοκληρώθηκε το τεράστιο έργο της διώρυγας που συνδέει τον Ρήνο με τον Ροδανό. Η περιοχή πρόβαλε σθεναρή αντίσταση στην εισβολή του 1814.

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ το 1815, η Αλσατία μαζί με άλλες συνοριακές επαρχίες της Γαλλίας καταλήφθηκαν από ξένες δυνάμεις από το 1815 έως το 1818 [3], συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 280.000 στρατιωτών και 90.000 αλόγων μόνο στο νομό Κάτω Ρήνο. Αυτό είχε σοβαρές επιπτώσεις στο εμπόριο και στην οικονομία της περιοχής, καθώς οι πρώην χερσαίοι εμπορικοί δρόμοι μεταφέρθηκαν στους νέους θαλάσσιους λιμένες της Μεσογείου και του Ατλαντικού.

Από το 1818 έως το 1870 η Αλσατία υποτάχθηκε στην πολιτική των διαδοχικών καθεστώτων και στράφηκε στην ανάπτυξη της βιομηχανίας. Το 1836 διέθετε 44 βιομηχανικά νηματουργεία. Αυτή την εποχή διανοίχτηκε και η διώρυγα από τον Μάρνη στον Ρήνο.

Εβραίοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1790, ο εβραϊκός πληθυσμός της Αλσατίας ήταν περίπου 22.500, περίπου το 3% του επαρχιακού πληθυσμού. Ήταν εξαιρετικά διαχωρισμένοι και είχαν υποστεί μακροχρόνιες αντισημιτικές ρυθμίσεις. Διατηρούσαν τα δικά τους έθιμα, τη γλώσσα Γίντις και τις ιστορικές παραδόσεις μέσα στα κλειστά γκέτο και υπάκουαν στο νόμο του Ταλμούδ που επιβάλλονταν από τους ραβίνους τους. Οι Εβραίοι είχαν εκδιωχθεί από τις περισσότερες πόλεις και ζούσαν μόνο στα χωριά. Επικεντρώθηκαν στο εμπόριο, τις υπηρεσίες και ιδιαίτερα στον δανεισμό χρημάτων και χρηματοδοτούσαν περίπου το ένα τρίτο των δανείων στην Αλσατία. Η επίσημη ανοχή αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, με πλήρη χειραφέτηση το 1791. Από το 1830-1870, οι περισσότεροι Εβραίοι μετακόμισαν στις πόλεις, όπου ενσωματώθηκαν, καθώς ο αντισημιτισμός μειώθηκε απότομα. Μέχρι το 1831, το κράτος άρχισε να πληρώνει μισθούς σε επίσημους ραβίνους και το 1846 έπαυσε να ισχύει ο ειδικός όρκος για τους Εβραίους. Αντισημιτικές τοπικές ταραχές εμφανίστηκαν περιστασιακά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1848. Η προσάρτηση της Αλσατίας στη Γερμανία το 1871-1918 μείωσε την αντισημιτική βία.[4]

Πόλεμοι μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδοσιακές ενδυμασίες της Αλσατίας
Οι χαμένες περιοχές της Αλσατίας και Λωρραίνης είχαν χρωματιστεί με μαύρο στους χάρτες της Γαλλίας.

Ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος, ο οποίος ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1870, έβαλε τέλος σ'αυτήν την περίοδο ευφορίας. Η Αλσατία μεταβλήθηκε σε πεδίο μάχης. Η Γαλλία ηττήθηκε τον Μάιο του 1871 από το Βασίλειο της Πρωσίας και άλλα γερμανικά κράτη. Το τέλος του πολέμου οδήγησε στην ενοποίηση της Γερμανίας. Ο Όττο φον Μπίσμαρκ προσάρτησε την Αλσατία και τη βόρεια Λωρραίνη στη νέα γερμανική αυτοκρατορία το 1871. Η Γαλλία παραχώρησε περισσότερο από το 90% της Αλσατίας και το ένα τέταρτο της Λωρραίνης, όπως ορίζονταν στη συνθήκη της Φρανκφούρτης. Σε αντίθεση με άλλα κράτη μέλη της Γερμανικής Ομοσπονδίας, που είχαν δικές τους κυβερνήσεις, η νέα αυτοκρατορική επικράτεια της Αλσατίας-Λωρραίνης ήταν υπό την αποκλειστική εξουσία του Κάιζερ και διοικούνταν άμεσα από την αυτοκρατορική κυβέρνηση στο Βερολίνο. 160.000 Αλσατοί (συνολικού πληθυσμού περίπου ενάμισι εκατομμυρίου) επέλεξαν να παραμείνουν Γάλλοι πολίτες και εγκαταλείποντας την περιοχή τους εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία ή στη Γαλλική Αλγερία.[1] Ο Μπίσμαρκ προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να αφομοιώσει τους υπόλοιπους κατοίκους της Αλσατίας. Τα γερμανικά έγιναν υποχρεωτική γλώσσα και απαγορεύτηκε η διδασκαλία των γαλλικών στα σχολεία. Η πολιτική αυτή του εκγερμανισμού όμως απέτυχε καθώς συνάντησε σφοδρή αντίδραση. Ο Ρωμαιοκαθολικός κλήρος έγινε ο πυρήνας αντίστασης στη γερμανοποίηση. Η γαλλική εξωτερική πολιτική της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας που κυριάρχησε μετά την ήττα του 1871 διακατεχόταν από ρεβανσισμό και απαιτούσε την επιστροφή της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Η Γαλλία περίμενε πάντα την ευκαιρία «με τα μάτια προσηλωμένα στη γαλάζια γραμμή των Βοσγίων». Οι χαμένες περιοχές της Αλσατίας και Λωρραίνης είχαν χρωματιστεί με μαύρο στους χάρτες της Γαλλίας.

Ωστόσο, η Γαλλία δεν ήταν έτοιμη για τον «πόλεμο αντεκδίκησης». Στην Κάτω Αλσατία αναπτύχθηκαν τότε τάσεις αυτονομιστικές.

Μόνο το 1911 η Αλσατία-Λωρραίνη απέκτησε κάποια αυτονομία, η οποία όμως ενίσχυσε την αντίσταση των Αλσατών. Όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος το κλίμα στην Αλσατία ήταν έντονα αντιγερμανικό.

Α' Παγκόσμιος πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προκήρυξη της Γ' Γαλλικής Δημοκρατίας στο Στρασβούργο, 10-11-1918

Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, για να αποφευχθεί ο πόλεμος μεταξύ αδελφών, πολλοί Αλσατοί κατετάγησαν στο γερμανικό ναυτικό και συμμετείχαν στη ναυτική ανταρσία που οδήγησε στην παραίτηση του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ της Γερμανίας τον Νοέμβριο του 1918, που άφησε την Αλσατία-Λωρραίνη χωρίς ονομαστική κεφαλή του κράτους.

Μια αυτοανακηρυχθείσα κυβέρνηση αποτελούμενη από τα «Σοβιέτ του Στρασβούργου» κήρυξε την ανεξαρτησία της περιοχής ως «Δημοκρατία της Αλσατίας-Λωρραίνης», ενώ την ίδια μέρα ο Ζακ Περότ, βουλευτής και πρόσφατα εκλεγμένος δήμαρχος του Στρασβούργου, ανακοίνωσε το τέλος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και την έλευση της Γ' Γαλλικής Δημοκρατίας.[5] Τα γαλλικά στρατεύματα εισήλθαν στην Αλσατία σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, έθεσαν τέλος στις απεργίες των εργαζομένων και απομάκρυναν τους επαναστάτες από την εξουσία. Από την 21 Νοεμβρίου 1918 οι πόλεις της Αλσατίας υποδέχθηκαν με έξαλλο ενθουσιασμό τα γαλλικά στρατεύματα. Η Γερμανία παραχώρησε επίσημα την περιοχή στη Γαλλία βάσει της συνθήκης των Βερσαλλιών τον Ιούνιο του 1919.

Η περιοχή εξαιρέθηκε από κάποιες νομικές αλλαγές που σημειώθηκαν στην υπόλοιπη Γαλλία μεταξύ 1871 και 1919, όπως ο γαλλικός νόμος του 1905 για το διαχωρισμό της Εκκλησίας και του Κράτους.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλσατία-Λωρραίνη καταλήφθηκε από τη Γερμανία το 1940 κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Παρόλο που ποτέ δεν προσαρτήθηκε επίσημα, η Αλσατία-Λωρραίνη ενσωματώθηκε στη Ναζιστική Γερμανία. Η Αλσατία συγχωνεύθηκε με το Μπάντεν και τη Λωρραίνη με το Σάαρλαντ για να γίνει μέρος ενός σχεδιαζόμενου Westmark. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, 130.000 νέοι από την Αλσατία και τη Λωρραίνη κατατάχθηκαν στο γερμανικό στρατό αναγκαστικά (Παρά τη θέλησή μας- Μαλγκρέ-νου). Οι περισσότεροι έπεσαν στο ανατολικό μέτωπο. Ορισμένοι κατάφεραν να διαφύγουν στην Ελβετία ή εντάχθηκαν στη Γαλλική αντίσταση. Τον Ιούλιο του 1944, απελευθερώθηκαν 1500 Μαλγκρέ-νου από την αιχμαλωσία της Σοβιετικής Ένωσης και απεστάλησαν στο Αλγέρι, όπου προσχώρησαν στις Ελεύθερες γαλλικές δυνάμεις. Η περιοχή ελευθερώθηκε τον Μάρτιο του 1945 με την προέλαση της 1ης Γαλλικής Στρατιάς υπό τον Ζαν ντε Λατρ ντε Τασινύ.

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και το τέλος της ναζιστικής προσάρτησης της Αλσατίας-Λωρραίνης, ο νομός Μοζέλ παρέμεινε διοικητικά συνδεδεμένος με τους δύο νομούς της Αλσατίας και μόνο στη δεκαετία του 1960 σχημάτισε την περιοχή της Λωρραίνης, με τους νομούς Μερτ-ε-Μοζέλ, Μεζ και Βοζ. Η πόλη Κελ, στις όχθες του Ρήνου απέναντι από το Στρασβούργο, ετέθη υπό τη διοίκηση του στρατιωτικού κυβερνήτη του Στρασβούργου από το 1945 έως το 1949 και οι Γερμανοί κάτοικοί της εκδιώχθηκαν. Η πόλη επέστρεψε στη Γερμανία το 1953.

Έως το 2015 η Αλσατία ήταν διοικητική περιοχή και περιλάμβανε 2 νομούς τον Άνω Ρήνο και τον Κάτω Ρήνο. Από την 1 Ιανουαρίου 2016 μαζί με τις πρώην περιοχές Καμπανία-Αρδέννες και την Λωρραίνη συγκροτούν τη νέα περιοχή Γκραντ Εστ, ως αποτέλεσμα του νόμου σχετικά με την τροποποίηση των περιοχών που ψηφίστηκε το 2014.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς, τομ. 7, σελ. 171
  2. Πτολεμαίος Γεωγραφία, II:8 §12
  3. Veve, Thomas Dwight (1992). The Duke of Wellington and the British army of occupation in France, 1815–1818, pp. 20–21. Greenwood Press, Westport, Connecticut, United States.
  4. . «Caron, Vicki (2005). "Alsace". In Levy, Richard S. (ed.). Antisemitism: A Historical Encyclopedia of Prejudice and Persecution. 1. pp. 13–16». 
  5. Jacques Fortier, « La chute de l'Empire », Dernières Nouvelles d'Alsace, 16 novembre 2008