Σηκουανοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χρυσά νομίσματα των Σηκουανών, 5ος-1ος αιώνας π.Χ.

Οι Σηκουανοί (λατινικά:Sequani) ήταν μια αρχαία γαλατική φυλή στα ανατολικά της Γαλατίας, στη δυτική πλαγιά της οροσειράς Γιούρα και είναι ιδιαίτερα γνωστοί μέσω των Απομνημονευμάτων περί του γαλατικού πολέμου του Ιούλιου Καίσαρα. H επικράτειά τους αντιστοιχούσε στο σημερινό Φρανς-Κοντέ και τμήμα της Βουργουνδίας.[1]

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφορες απόψεις σχετικά με την προέλευση του ονόματός τους. Η επικρατέστερη είναι ότι προέρχεται από το όνομα της κελτικής ποτάμιας θεότητας Souconna, που συνδέεται επίσης με τον ποταμό Σον που διαρρέει τα εδάφη τους. Άλλοι μελετητές θεωρούν ότι το όνομά τους προέρχεται από το λατινικό Sequana, που με τη σειρά του προέρχεται από το κελτικό Sicauna, το κελτικό όνομα του Σηκουάνα. Καθώς αυτός ο ποταμός δεν ρέει στην περιοχή των Σηκουανών, αυτός ο όρος μπορεί να εννοεί τον Σαιν, παραπόταμο του Αιν. [2]Μπορεί επίσης να δηλώνει μια παλιά μετακίνηση της φυλής.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Γαλατίας τον 1ο αιώνα π.Χ., που δείχνει τις θέσεις των κελτικών φυλών.

Η πρώτη αναφορά στους Σηκουάνες γίνεται από τον Στράβωνα. Αναφέρει τις επιδρομές τους στην Ιταλία, μαζί με άλλες γαλατικές και γερμανικές φυλές.[4] Αυτό το χωρίο θεωρείται γενικά ότι αναφέρεται στις γαλατικές εισβολές του 4ου αιώνα π.Χ., η οποία οδήγησε στην πτώση της Ρώμης από τους Σενόνες του Βρέννου[5] ή σε παλιότερες μεταναστεύσεις που έκαναν οι Βιτούριγες.

Ο Πλούταρχος αναφέρεται επίσης στους Σηκουανούς. Στους Βίους Παράλληλους διηγείται ότι κατά τη διάρκεια των επιδρομών των Κίμβρων και Τευτόνων, μετά την ήττα τους από τον Μάριο το 101 π.Χ., οι Τεύτονες ηγέτες κυνηγήθηκαν από τους Σηκουανούς στις Άλπεις, που τους συνέλαβαν και τους παρέδωσαν στους Ρωμαίους. [6] Τα αποτελέσματα αυτής της δράσης τους κατέληξαν σε μια συμμαχία με τους Ρωμαίους, και ο αρχηγός τους Catamantaloedes, έλαβε τον τίτλο του «φίλου του ρωμαϊκού λαού» ως αναγνώριση αυτής της βοήθειας.[7]Η αναφορά αυτή επιτρέπει να υποθέσουμε ότι τον 2ο αιώνα π.Χ. οι Σηκουανοί ήταν ήδη εγκατεστημένοι στο χώρο τους και ασκούσαν κάποια επιρροή γύρω από αυτόν.

Πριν από την άφιξη του Ιούλιου Καίσαρα στη Γαλατία το 58 π.Χ., οι Σηκουανοί, στον αγώνα των Αρβέρνων εναντίον των αντιπάλων τους Αιδούων είχαν λάβει το μέρος των πρώτων και προσκάλεσαν το γερμανικό φύλο των Σουηβών υπό τον Αριόβιστο να διασχίσει τον Ρήνο και να τους βοηθήσει (71 π.Χ.). Παρόλο που η βοήθεια των Σουηβών τους επέτρεψε να νικήσουν τον Αιδούους, οι Σηκουανοί βρέθηκαν σε χειρότερη θέση από πριν, επειδή ο Αριόβιστος καταπάτησε το ένα τρίτο της επικράτειάς τους και απειλούσε να πάρει το άλλο τρίτο, υποτάσσοντάς τους σε ημι-δουλεία.

Στη συνέχεια, οι Σηκουανοί απευθύνθηκαν για βοήθεια στον Καίσαρα, ο οποίος εκδίωξε τους Σουηβούς (58 π.Χ.), αλλά ταυτόχρονα υποχρέωσε τους Σηκουανούς να παραδώσουν στους Αιδούους όλα τα εδάφη που είχαν κερδίσει, γεγονός που οι Σηκουανοί έφεραν βαρέως και έτσι συμμετείχαν με 12.000 άνδρες στην εξέγερση του Βερκιγγετόριξ εναντίον των Ρωμαίων κατακτητών (52 π.Χ.) και μοιράστηκαν μαζί του την ήττα στην Αλέσια.[8]

Η αψίδα του θριάμβου στη Μπεζανσόν

Οι Σηκουανοί παρενέβησαν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που προκλήθηκαν από τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα το 44 π.Χ. Σύμφωνα με τον Τίτο Λίβιο, συνέλαβαν τον Ντέσιμο Βρούτο,[9] έναν από τους δολοφόνους του Καίσαρα, και στη συνέχεια ήρθαν σε επαφή με τον Μάρκο Αντώνιο, ο οποίος έδωσε εντολή να τον εκτελέσουν.[10]

Υπό τον Αύγουστο, η περιοχή που ήταν γνωστή ως Σηκουανία αποτελούσε μέρος της Βελγικής Γαλατίας. Μετά το θάνατο του Βιτέλλιου (69 μ.Χ.), οι κάτοικοι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη γαλατική εξέγερση εναντίον της Ρώμης, την οποία υποκίνησαν ο Γάιος Ιούλιος Σίβιλος και ο Ιούλιος Σαβίνος, και απώθησαν τον Σαβίνο, ο οποίος είχε εισβάλει στην επικράτειά τους. Μία αψίδα θριάμβου στην κυριότερη πόλη τους, το Βεσόντιο (σημερινή Μπεζανσόν), πιθανώς να είναι προς τιμήν αυτής της νίκης.[1]

Ο Διοκλητιανός πρόσθεσε την Ελβετία και μέρος της Γερμανίας στην Σηκουανία, η οποία ονομαζόταν στην εποχή του Μεγάλη επαρχία των Σηκουανών (Provincia Maxima Sequanorum) και το Βεσόντιο έλαβε τον τίτλο της Μητρόπολης. Η νότια έκταση αυτού του εδάφους ήταν γνωστή ως Sapaudia, η οποία αργότερα εξελίχθηκε στη Σαβοΐα.

Πενήντα χρόνια αργότερα, άρχισε στη Γαλατία η διείσδυση των βαρβάρων και το Βεσόντιο καταστράφηκε (355 μ.Χ.). Στα χρόνια του Ιουλιανού, ανάκτησε μέρος της σημασίας του ως οχυρωμένη πόλη και ήταν σε θέση να αντέξει τις επιθέσεις των Βανδάλων.

Αργότερα, όταν η Ρώμη δεν ήταν πλέον σε θέση να παρέχει προστασία στους κατοίκους της Γαλατίας, οι Σηκουανοί συγχωνεύθηκαν στο νεοσυσταθέν βασίλειο της Βουργουνδίας[1] και αργότερα, το 534, μετά την πτώση του βασιλείου της Βουργουνδίας, ενσωματώθηκαν στο Φραγκικό Βασίλειο.

Παραπομπές και σχόλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Cambridge University Press. «Chisholm, Hugh, ed. (1911)». 
  2. Louis Deroy & Marianne Mulon, Dictionnaire de noms de lieux, Paris: Le Robert, 1992, p. 440.
  3. Fabien Régnier et Jean-Pierre Drouin,Les peuples fondateurs à l'origine de la Gaule , Yoran embanner, 2012
  4. Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο IV, κεφ. 3, 2
  5. Σ' αυτόν αποδίδεται η περίφημη φράση Fae victis (= Ουαί τοις ηττημένοις), την οποία χρησιμοποίησε όταν οι Ρωμαίοι διαμαρτυρήθηκαν για το υπερβολικό ποσό λύτρων που ζήτησε ο Βρέννος για να αποσύρει τα στρατεύματά του.
  6. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, βιβλίο VII, Βίος του Μάριου
  7. Stephan Fichtl, Les peuples du Jura à l'époque de César, L'isthme européen Rhin-Saône-Rhône dans la protohistoire. Approches nouvelles en hommage à Jacques-Pierre Millotte, C. Mordant et J.-F. Piningre dir., Presses universitaires de Franche-Comté, 2009.
  8. Ιούλιος Καίσαρ, Απομνημονεύματα περί του Γαλατικού πολέμου βιβλίο 7ο, 75.
  9. να μην συγχέεται με τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο
  10. Periochae de l'Histoire romaine de Tite Live, 120