Ιερισσός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°23′51″N 23°52′30″E / 40.39750°N 23.87500°E / 40.39750; 23.87500

Ιερισσός
Πόλη
Ιερισσός
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας
Δήμος Αριστοτέλη
Διοίκηση
 • Δήμαρχος Γιάννης Μίχος
Πληθυσμός 3.266 (2011)
Ταχυδρομικός κώδικας 63075
Τηλεφωνικός κωδικός 23773
Ιστοσελίδα stagira.gr/ierissos

Η Ιερισσός, με 3.455 κατοίκους το 2011 (ΦΕΚ 3465 τεύχος Β / 28-12-2012), βρίσκεται στην αρχή, της τρίτης κατά σειρά χερσονήσου του Άθω της Χαλκιδικής και απέχει περίπου 100 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Μπορεί να την προσεγγίσει κανείς είτε μέσω της εθνικής οδού 16 (Θεσσαλονίκης - Ιερισσού), είτε μέσω της Εγνατίας οδού βγαίνοντας στην έξοδο της Ρεντίνας ή στην έξοδο της Ασπροβάλτας. Αποτελεί μια όμορφη και σύγχρονα δομημένη παραλιακή κωμόπολη, με πλούσια ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά. Αποτελεί την έδρα του Δήμου Αριστοτέλη.

Στη θέση της σημερινής Ιερισσού βρίσκεται η αρχαία Άκανθος, η οποία φημιζόταν για το κρασί της, οι νεότεροι Ιερισσιώτες ασχολούνται με την αλιεία, τη ναυπηγική, το εμπόριο, την κατασκευή έργων στο Άγιο Όρος και τον τουρισμό. Χαρακτηρίζονται μάλιστα σαν σπουδαίοι καραβομαραγκοί, συνεχίζοντας ένα παμπάλαιο επάγγελμα που περνάει ατόφιο και γνήσιο από γενιά σε γενιά. Τα καρνάγια Ιερισσού είναι από τα παλιότερα στην Ελλάδα,με μεγάλους καραβομαραγκούς. Δάσκαλος της παραδοσιακής ναυπηγικής τέχνης θεωρείται ο Παπαστεριανός Σ. Δημήτριος, ο οποίος δεν βρίσκεται εν ζωή. Είχε κατασκευάσει σκαριά για όλες τις θάλασσες της Ευρώπης αλλά και για συστήματα ναυτοπροσκόπων με πιο σημαντική μια 8κουπη βάρκα ονόματι Αιγέας.

Στο κέντρο της κωμόπολης λειτουργεί από το 2005 το Κέντρο Πολιτισμού που φιλοδοξεί να φιλοξενεί, προς τέρψη των επισκεπτών του (και κυρίως των γυναικών που αδυνατούν να παραβιάσουν το άβατον), αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας μεγάλης αξίας, που σήμερα φυλάσσονται επιμελώς από τους πατέρες της μοναστικής πολιτείας. Στο πρώτο ψηφιακό αμφιθέατρο 3D στην Ελλάδα, που διαθέτει το Κέντρο, μπορεί κανείς με τη βοήθεια ειδικών γυαλιών να δει στερεοσκοπικά ντοκιμαντέρ με θέματα το Άγιο Όρος και τη Θαλάσσια Ζωή. Εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ως κέντρο ανάδειξης της Αγιορείτικης κληρονομιάς και προβολής της προ του Άθω περιοχής με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας.

Σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου ήταν ένα από τα Μαδεμοχώρια[1]. Οι κάτοικοι της Ιερισσού συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821. Σπουδαίοι αγωνιστές της επανάστασης του 1821 ήταν ο οπλαρχηγός Βλαχομιχάλης και οι γιοι του Αθανάσιος και ο Κωνσταντίνος[2][3].Το 1932 η Ιερισσός ισοπεδώθηκε από σεισμό. Οι περισσότεροι επισκέπτονται σήμερα την Ιερισσό είτε για να μεταβούν από εδώ στο Άγιο Όρος είτε για τις μοναδικής ομορφιάς, αμμουδιές της.

Αρχαία Άκανθος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχαία Άκανθος βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά της Ακτής, της ανατολικής χερσονήσου της Χαλκιδικής, στη θέση της σημερινής Ιερισσού. Ο Θουκυδίδης αναφέρει την Άκανθο, ενώ ο Πλούταρχος την θεωρεί μεικτή αποικία Ανδρίων και Χαλκιδέων, που ιδρύθηκε στην «Ακτή του Δράκοντος», στη θέση προϋπάρχοντος πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο και τα αρχαιολογικά δεδομένα, πιθανή χρονολογία ίδρυσής της είναι το 655 π.Χ. Οι οικονομικοί πόροι της προέρχονταν από τον ορυκτό και δασικό της πλούτο αλλά και τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα που διακινούνταν από το αξιόλογο λιμάνι της.

Η πρώιμη ιστορία δεν είναι γνωστή. Την ανάπτυξή της στην αρχαϊκή περίοδο αντανακλά η μεγάλη κυκλοφορία των νομισμάτων της, που αρχίζει γύρω στο 530 π.Χ. με έμβλημα το ταυροκτόνο λιοντάρι. Είναι γνωστοί τουλάχιστον 92 τύποι. Το πρώτο ιστορικό στοιχείο, ήδη από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ., τη συσχετίζουν με τους περσικούς πολέμους. Ως ελεύθερη πόλη η Άκανθος αρχικά ήταν μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας και αργότερα της Σπαρτιατικής. Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., σε περίοδο μεγάλης ακμής, αντιτάχθηκε και δεν προσχώρησε ποτέ στη Χαλκιδική Συμμαχία. Το 348 π.Χ. κατακτήθηκε από τους Μακεδόνες χωρίς να καταστραφεί. Αργότερα ενσωματώθηκε στην περιοχή της Ουρανούπολης, η νέα πόλη που ιδρύθηκε στον ισθμό, ανάμεσα στο Στρυμονικό και στο Σιγγιτικό κόλπο, από τον Αλέξαρχο, τον αδελφό του Κασσάνδρου. Σύμφωνα με τον Λίβιο γύρω στο 200 π.Χ. η Άκανθος πολιορκήθηκε από τους Ρωμαίους, που αξιοποίησαν, όπως φαίνεται, τις φυσικές πηγές πλούτου[4] και το λιμάνι της. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, μαρτυρείται επιγραφικά στην πόλη η ύπαρξη ρωμαϊκής κοινότητας (conventus civium Romanorum) [5]. Η ζωή της Ακάνθου συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια των βυζαντινών μέχρι τα νεότερα χρόνια.

Η αρχαία πόλη εκτείνεται σε γραφική λοφοσειρά, 600 μέτρα περίπου νοτιοανατολικά από τον οικισμό της Ιερισσού, όπου διατηρούνται λείψανα των τειχών, ένα εντυπωσιακό τμήμα της ακρόπολης, διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και οικοδομικά απομεινάρια ελληνιστικών χρόνων. Στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο σώζονται μία ερειπωμένη βυζαντινή εκκλησία και δύο μεταβυζαντινές. Η Άκανθος δεν έχει ανασκαφεί ακόμη συστηματικά αντίθετα με τη νεκρόπολη, που η έρευνά της άρχισε ήδη από το 1973. Ιδιαίτερα εκτεταμένος ο χώρος του νεκροταφείου κατέχει το παράλιο τμήμα της Ιερισσού και αριθμεί μέχρι σήμερα περισσότερους από 600 τάφους.

Χρησιμοποιήθηκε μια μεγάλη χρονική περίοδο, από την αρχαϊκή εποχή μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια, και στη συνέχεια, ίσως με κάποιες διακοπές, μέχρι το 17ο αι. Οι τάφοι εκτείνονται σε δύο ή τρία τουλάχιστον επάλληλα στρώματα, είτε σε μικρό βάθος, στο στρώμα του χώματος, είτε σε μεγαλύτερο, στην άμμο. Η διάταξη των τάφων είναι συνήθως παράλληλη στη γραμμή του αιγιαλού. Ο προσανατολισμός των νεκρών είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, από νοτιοανατολικά (κρανίο νεκρών- στόμιο αγγείων) προς βορειοδυτικά. Στην Άκανθο ενήλικες και παιδιά θάβονται στον ίδιο χώρο σύμφωνα με τα γνωστά ταφικά έθιμα της αρχαιότητας, στα οποία κυριαρχεί ο ενταφιασμός. Χρησιμοποιούνται διάφορα είδη τάφων, όπως ορθογώνιοι λάκκοι είτε απλοί είτε επενδεδυμένοι με πηλό ή πήλινες λάρνακες, συνήθως ακόσμητες, μερικές φορές όμως με ανάγλυφη η ζωγραφική διακόσμηση, κιβωτιόσχημοι τάφοι, κεραμοσκεπείς και εγχυτρισμοί, δηλαδή ταφές μέσα σε πίθους ή μικρότερα αγγεία- αμφορείς, υδρίες, στάμνοι, που αποτελούν και το μεγαλύτερο ποσοστό βρεφικών ή παιδικών ταφών.

Τα κτερίσματα, που συνήθως είναι τοποθετημένα μέσα στους τάφους δίπλα ή επάνω στους νεκρούς, είναι πολυάριθμα και ποικίλα ανάμεσα τους υπερτερούν τα πήλινα αγγεία, είτε για τροφή στερεή ή υγρή. Πολλές φορές τα κτερίσματα που συνοδεύουν τους νεκρούς αποτελούσαν και τα προσωπικά τους αντικείμενα ή σχετίζονταν με τα επαγγέλματα και τις προσωπικές τους ασχολίες, όπως κοσμήματα, περόνες, πόρπες, καθρέφτες, στλεγγίδες, βελόνες, αγκίστρια, κλαδευτήρια, μαχαίρια. Όπλα αποκαλύπτονται σπάνια. Πολύ συχνά, στις γυναικείες και στις παιδικές ιδιαίτερα ταφές, υπάρχουν πήλινα ειδώλια, που απεικονίζουν χθόνιες θεότητες, διάφορες γυναικείες ή ανδρικές μορφές, ηθοποιούς, ερωτιδείς, ζώα. Τα ευρήματα παρουσιάζουν πλατιά τυπολογία και προέλευση. Αντιπροσωπεύονται διάσημα εμπορικά κέντρα του αρχαίου κόσμου και διάφορα εργαστήρια, ενώ είναι αισθητή η παράλληλη ανάπτυξη και της τοπικής παραγωγής. Συγγενικά ταφικά έθιμα, παρόμοιοι τύποι ταφών και ευρήματα απαντούν σε πολλά άλλα νεκροταφεία των αρχαίων πόλεων της Μακεδονίας και της Θράκης και φανερώνουν επιδράσεις, επαφές και εμπορικές συναλλαγές τόσο με την ελληνόφωνη Ανατολή όσο και με γνωστά κέντρα του νησιώτικου χώρου, την Εύβοια, την Αθήνα, την Κόρινθο και τη Βοιωτία.

Ακάνθιοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ακάνθιοι συμμάχησαν αρχικά με τους Πέρσες, μετά με τους Αθηναίους και κατόπιν με τους Σπαρτιάτες.

Το 199 π.Χ. την πόλη λεηλάτησαν οι Ρωμαίοι, οι οποίοι την μοίρασαν σε λεγεωνάριους. Κάποια εποχή οι Ρωμαίοι ήταν οι μόνοι κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι την ονόμασαν Ericius, δηλαδή Ερισσός και αργότερα έγινε Ιερισσός.

Η αρχαία Άκανθος απλωνόταν στους λόφους σε μία έκταση περίπου 560 στρεμμάτων. Τα λείψανα, που είναι ορατά σήμερα, είναι ίχνη από την οχύρωση της πόλης και τα σπίτια. Στο κέντρο του οικισμού ανασκάφηκε ένα δημόσιο κτίριο με δύο πηγάδια με μαρμάρινα στόμια.

Οι ανασκαφές στην περιοχή ξεκίνησαν πριν από 25 περίπου χρόνια στο νεκροταφείο της Ακάνθου, ακριβώς πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Ιερισσός. Έχουν ερευνηθεί περισσότεροι από 9.000 ελληνιστικοί και κλασσικοί τάφοι και τα περισσότερα ευρήματα βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πολυγύρου. Σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η Ιερισσός ήταν έδρα επισκόπου. Διοικητικά υπαγόταν στο ναχιγιέ των Σιδηροκαυσίων αρχικά και του Παζαργκιάχ αργότερα, ενώ παράλληλα αποτελούσε ένα από τα πιο σημαντικά χωριά των Μαδεμοχωρίων.

Ασχολίες και οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι της Ιερισσού, της Στρατονίκης και των Σταγίρων είναι ντόπιοι,οι κάτοικοι του Στρατωνίου είναι από τα Μπάλλια της Μ.Ασίας και μεταλλωρύχοι από όλη την Ελλάδα, ενώ οι κάτοικοι της Αμμουλιανής, της Ουρανούπολης και των Νέων Ρόδων είναι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.

Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι ο τουρισμός, η αλιεία, τα μεταλλεία, η γεωργία, η υλοτομία και οι υπηρεσίες. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η φυσική ιδιομορφία του Δήμου, που ξεκινάει από ορεινές και δασώδεις περιοχές, για να καταλήξει σε ανοιχτές θάλασσες και καθαρές αμμουδιές, ενώ παράλληλα το νησάκι της Αμμουλιανής είναι το μοναδικό στην ευρύτερη περιοχή.

Η κύρια οικονομική δραστηριότητα του Δήμου Αριστοτέλη είναι ο τουρισμός. Σημαντική θέση έχουν επίσης η αλιεία, τα μεταλλεία, το εμπόριο, η γεωργία, η κτηνοτροφία και η υλοτομία. Στην Γεωργία, η κατανομή των καλλιεργήσιμων εκτάσεων έχει ως εξής: Αροτραίες καλλιέργειες 60,5%, Λαχανοκομία 0,8%, Δενδρώδεις καλλιέργειες 35,5%, Αμπελουργία 0,1%, Αγραναπαύσεις 2,5%. Οι επικρατέστερες καλλιέργειες στην περιοχή του Δήμου είναι η ελαιοκαλλιέργεια και η καλλιέργεια σκληρού σιταριού.

Η κτηνοτροφία αποτελεί το 18% του ακαθάριστου προϊόντος του πρωτογενούς τομέα. Κυριαρχεί η ποιμενική αιγοτροφία και προβατοτροφία ενώ υπάρχει και οργανωμένη αγελαδοτροφία. Σημαντική είναι και η παραγωγή μελιού.

Παρόλο που τα δάση καλύπτουν το 50% της έκτασης του Δήμου η συμμετοχή της δασικής παραγωγής στην Ακαθάριστη Αξία Παραγωγής είναι μόνο 5%.

Το υπέδαφος είναι πλούσιο σε ορυκτά και μεταλλεύματα στην περιοχή των Μαντεμοχωρίων με οικονομικό ενδιαφέρον και μεγάλη μεταλλευτική παράδοση αιώνων.

Οι δραστηριότητες του δευτερογενή τομέα περιλαμβάνουν τρεις επιμέρους ενότητες:

α) τη μεταποίηση γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, β) τη μεταποίηση των λοιπών προϊόντων πέρα των γεωργικών και κτηνοτροφικών, γ) τις παραδοσιακές και βιοτεχνικές του χώρου των κατασκευών.

Στο Δήμο υπάρχουν καρνάγια παραδοσιακής ναυπηγικής τέχνης, μικρές μονάδες παραγωγής ξυλανθράκων, επίπλων και κουφωμάτων, σιδηροκατασκευών, αλουμινοκατασκευών, παραγωγής σκυροδέματος, ασβεστίου και ταπητουργίας, παραγωγής τσίπουρου, ζαχαροπλαστεία, αρτοποιεία, μεταλλευτικές επιχειρήσεις κ.α. Στον Τουριστικό τομέα υπάρχουν αρκετές Ξενοδοχειακές μονάδες μικρής και μεσαίας δυναμικότητας, αρκετά ενοικιαζόμενα δωμάτια και εστιατόρια.

Τα τελευταία χρόνια οι κάτοικοι της Ιερισσού αντιστέκονται με συνεχείς κινητοποιήσεις[6] στην επέκταση του μεταλλείου χρυσού και χαλκού στις Σκουριές. Μαζί τους βρίσκεται η πλειοψηφία των κατοίκων της Μεγάλης Παναγιάς, της Ουρανούπολης, της Αμουλιανής, των Νέων Ρόδων, της Στρατονίκης, των Σταγίρων, του Νεοχωρίου και άλλων περιοχών[εκκρεμεί παραπομπή].

Ναοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερισσός ανήκει στην Αρχιερατική Περιφέρεια Ιερισσού και Ουρανουπόλεως. Αυτή υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου. Κύριοι ναοί είναι το Γενέσιο της Θεοτόκου και ο Άγιος Νικόλαος.

Δ.δ. Ιερισσού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με 3.455 κατοίκους το 2011, η Δημοτική Κοινότητα Ιερισσού περιλαμβάνει τους οικισμούς:

Αξιόλογοι Ιερισσιώτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

{{www.efsyn.gr/?p=71615}}

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική έκδοση αυτού του άρθρου προέρχεται από τον ιστότοπο του Δήμου Σταγείρων και δημοσιεύεται στη Βικιπαίδεια κάτω από την Άδεια GFDL μετά από άδεια.
    • http://doumbia-istoria.blogspot.com/2010/12/18.html
    • Κύτταρο Ιερισσού, πολιτισμικό περιοδικό έντυπο, Ιανουάριος 2010, Σελ. 6
    • Νίκος Εμμ. Παπαοικονόμου, "Προσωπογραφία Αγωνιστών του 1821 από τη Χαλκιδική και τη Θεσσαλονίκη", έκδοση Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 261-274, ISBN 978-960-9458-12-2
    • D. C. Samsaris, Les mines et la metallurgie de fer et de cuivre dans la province romaine de Macédoine, Klio 69(1987), 1, σ. 154
    • [1] Δημήτρης Κ. Σαμσάρης, Oι Ρωμαίοι και η Χαλκιδική, Μακεδονικά 25 (1985-86) 33-46 =[2] Πρώτο Πανελλήνιο Συμπόσιο "Ιστορία και Αρχαιολογία της Χαλκιδικής", Πολύγυρος, 7-9 Δεκεμβρίου 1984, σ. 113
    • συνεχείς κινητοποιήσεις