Καρνάγιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καρνάγιο στην Κοιλάδα Αργολίδας

Το καρνάγιο (ιταλικά: carenaggio < carenare +‎ -aggio < carena < λατινικά carina), ή αλλιώς και ταρσανάς[1] είναι όρος της κοινής ναυτικής γλώσσας, που έχει λατινική – ενετική προέλευση. Είναι το τμήμα ή τα τμήματα του αιγιαλού εντός λιμένων ή και όρμων, που λόγω ομαλής κλίσης, επιτρέπουν την ανέλκυση και την καθέλκυση μικρών σκαφών ή πλοιαρίων ή ψαράδικων, τόσο ξύλινων όσο και πλαστικών, προκειμένου να υποστούν "καρναγιάρισμα", δηλ. υφαλοκαθαρισμούς, υφαλοχρωματισμούς, καλαφατίσματα και παλαμίσματα.

Τα καρνάγια αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου.[2] Κανένα από τα καρνάγια που έχουν απομείνει δεν χαρακτηρίζεται από την ένταση και τη ζωντάνια του παρελθόντος και ο ευρύτερος κλάδος της ξυλοναυπηγικής αντιμετωπίζει πολλαπλά προβλήματα.[3][4][5] Τα περισσότερα καρνάγια στην Ελλάδα έχουν εκλείψει, λίγα καρνάγια έχουν απομείνει στη Σύρο, τη Μαγνησία, την Ιερισσό της Χαλκιδικής και αλλού.

Προέλευση όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ουσιαστικά, η λέξη προέρχεται από όρο «καρένα» (ιταλικής προέλευσης), δηλαδή το μέρος του πλοίου ή ξύλινου σκάφους το οποίο βρίσκεται από το νερό, τη γάστρα. Εκεί κολλάνε φύκια και κοχύλια που πρέπει να καθαρίζονται. Τα έφερναν στα ρηχά νερά της ναυπηγικής ζώνης, τα γέρνανε στο πλευρό τους και τα ‘καρενάριζαν’. Σήμερα, πολλά από τα καρνάγια είναι χώροι στους οποίους κυρίως συντηρούν και επισκευάζουν παραδοσιακά ξύλινα σκάφη, κυρίως της αλιείας.[6]

Εξέλιξη και ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος αυτός αναπτύχθηκε κυρίως στις περιοχές που βρέθηκαν για πολύ καιρό Ενετοκρατούμενες σε αντίθεση του αντίστοιχου όρου ταρσανάς που αναπτύχθηκε περισσότερο στις τουρκοκρατούμενες περιοχές. Και ενώ στην αρχή τα καρνάγια αποτελούσαν χώρους μόνο για μικρές επισκευαστικές κυρίως δραστηριότητες στη συνέχεια άρχισαν σ΄ αυτά να ναυπηγούνται και μεγαλύτερα σκάφη από εκείνα που ναυπηγούνταν στους ταρσανάδες. Έτσι μετά την Παλιγγενεσία οι πρώτες ναυπηγικές μονάδες ήταν τα μεγάλα καρνάγια της εποχής που βρίσκονταν στις Σπέτσες, στο Γαλαξίδι, τη Σύρο, τη Θάσο, και στον Πόρο. Πολύ αργότερα άρχισαν ν΄ αναπτύσσονται επίσης και σ΄ άλλα νησιά όπως στην Αίγινα και βεβαίως στον Πειραιά και ειδικότερα στη περιοχή του Περάματος και στην Ιερισσό, όπως και σε δύο νησιά του Β. Αιγαίου συνυφασμένα με την τέχνη της ξυλοναυπηγικής, τη Λέσβο και τη Σάμο, γνωστές από την εποχή του Βυζαντίου.[7]

Και όμως αυτές οι μικρές μονάδες αποτέλεσαν την αρχή του ναυπηγικού θαύματος που παρατηρήθηκε αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε μία αξιοπρόσεκτη ελληνική ναυπηγική υποδομή φθάνοντας κάποια χρονική περίοδο η Ελλάδα να έχει τις μεγαλύτερες δεξαμενές της Μεσογείου και από τις μεγαλύτερες ναυπηγικές μονάδες του ίδιου χώρου.

Τα τελευταία χρόνια φαίνεται να υπάρχουν πρωτοβουλίες της Πολιτείας για την αξιοποίηση των καρνάγιων και την αναγέννηση του εν λόγω κλάδου της ναυπηγικής.[8][9]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]