Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, Ρουθηνίας και Σαμογιτίας
c. 1236–1795
Σημαία Εθνόσημο
Βασιλικό λάβαρο Εθνόσημο

Χάρτης
To μεγάλο δουκάτο της Λιθουανίας στο απόγειο της ισχύος του, τον 15ο αιώνα

Πρωτεύουσα Βίλνιους (από το 1323)
Έκταση 850.000 km² (1490/3)
Πληθυσμός 4.250.000 (1490/3)
Πολίτευμα
Κληρονομική μοναρχία (1230–1572)
Εκλογική μοναρχία (1572–1795)

Νόμισμα χρυσό Ζλότι
Σημερινά κράτη Λευκορωσία Λευκορωσία
Flag of Latvia.svg Λετονία
Flag of Lithuania.svg Λιθουανία
Μολδαβία Μολδαβία
Flag of Poland.svg Πολωνία
Ρωσία Ρωσία
Ουκρανία Ουκρανία

Το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας (λιθουανικά: Lietuvos Didžioji Kunigaikštystė, ρουθηνιανά: Великое князство Литовское) ήταν κράτος στην Ευρώπη από τον 13ο αιώνα[1] μέχρι το 1795.[2] Το κράτος ιδρύθηκε από τους Λιθουανούς, μια από τις πολυθεϊστικες φυλές της Βαλτικής.[3][4][5] Το δουκάτο στη συνέχεια επεκτάθηκε και συμπεριέλαβε μεγάλες περιοχές που ανήκαν παλαιότερα στους Ρως του Κιέβου και άλλα σλαβικά φύλα, καλύπτοντας έκταση η οποία σήμερα περιλαμβάνει τη Λευκορωσία, τη Λιθουανία και τη Λετονία, καθώς και τμήματα της Εσθονίας, Πολωνίας, Ρωσίας και Ουκρανίας. Στη μέγιστη έκτασή του, ήταν το μεγαλύτερο κράτος της Ευρώπης.[6]

H ενοποίηση των Λιθουανικών εδαφών άρχισε στο τέλος του 12ου αιώνα. Ο Μιντάουγκας, ο πρώτος ηγέτης του μεγάλου δουκάτου, στέφθηκε Καθολικός Βασιλιάς της Λιθουανίας το 1253. Το παγανιστικό κράτος ήταν στόχος θρησκευτικών σταυροφοριών από τους Τεύτονες Ιππότες και το Τάγμα της Λιβονίας. Το πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό κράτος άρχισε να επεκτείνεται επί της βασιλείας του Γκεντιμίνας[7] και του γιου του Αλγκίρντας.[8] Ο διάδοχος του Αλγκίρντας, Βλαντισλάβ Β΄ Γιαγκέλο, υπέγραψε την ένωση του Κρέβο το 1386, με την οποία ήρθε η αλλαγή θρησκεύματος προς τον καθολικισμό και η ένωση των δυναστειών του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας και του στέμματος του βασιλείου της Πολωνίας.[9]

Η βασιλεία του Βιτάουτας του Μεγάλου σήμανε τη μέγιστη έκταση του δουκάτου και την ήττα των Τευτόνων στη μάχη του Γκρούνβαλντ το 1410, καθώς και την άνοδο των Λιθουανών αριστοκρατών. Μετά το θάνατο του Βιταούτας, οι σχέσεις ανάμεσα στη Λιθουανία και το Βασίλειο της Πολωνίας κλονίστηκαν.[10] Η λιθουανική αριστοκρατία επιχείρησε να διασπάσει την ένωση,[11] όμως οι ανεπιτυχείς πολέμοι με το Μεγάλο Δουκάτο της Μόσχας είχαν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της ένωσης.

Τελικά, η Ένωση του Λούμπλιν το 1569 δημιούργησε ένα νέο κράτος, τη Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία. Σε αυτή τη συνομοσπονδία, το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας διατήρησε τη διακριτή του πολιτική και είχε ξεχωριστή κυβέρνηση, νόμους, στρατό και θησαυροφυλάκιο.[12] Αυτή η συνομοσπονδία διατηρήθηκε μέχρι τις 3 Μαΐου 1791, όταν με νέο σύνταγμα έγινε μια μόνο χώρα, η Ρεπούμπλικα της Πολωνίας, με ένα μονάρχη και ένα κοινοβούλιο. Στο νεοσχηματισμένο κράτος εισέβαλε η Ρωσία το 1792 και το κράτος διαμελίστηκε από τις γειτονικές του χώρες. Μετά την εξέγερση του Κοστιούσκο, ολοκληρώθηκε ο τρίτος διαμελισμός της Πολωνίας, ανάμεσα στη Ρωσική Αυτοκρατορία, το Βασίλειο της Πρωσίας και την Αυστρία το 1795.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα καταστατικά του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας αναφέρουν ότι ολόκληρο το όνομα του κράτους είναι Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, Ρουθηνίας και Σαμογιτίας (ρουθηνιανά: Великое князство Литовское, Руское, Жомойтское и иных).[13] Ο τίτλος «Μεγάλο Δουκάτο» έχει χρησιμοποιηθεί συστηματικά για τη Λιθουανία από τον 14ο αιώνα και έπειτα.[14]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δημιουργία του κράτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη γραπτή αναφορά στη Λιθουανία γίνεται στο Χρονικό του Κένλινμπουργκ, που χρονολογείται από το 1009.[15] Το 12ο αιώνα, τα σλαβικά χρονικά αναφέρονται στη Λιθουανία ως μια από τις περιοχές στις οποίες επιτέθηκαν οι Ρως. Οι παγανιστές Λιθουανοί αρχικά πλήρωναν φόρο στο Πόλοτσκ, αλλά σύντομα ενισχύθηκαν και οργάνωσαν τις δικές τους επιδρομές. Σε κάποιο χρονικό σημείο ανάμεσα στο 1180 και το 1183, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει και οι Λιθουανοί οργάνωσαν στρατιωτικές επιδρομές στις σλαβικές επαρχίες, όπως το Πριγκιπάτο του Πόλοτσκ και το Πσκοφ, και απείλησαν ακόμη και το Νόβγκοροντ.[16] Οι στρατιωτικές επιδρομές οδήγησαν στην ενοποίηση των λιθουανικών εδαφών στη Αουκστάιτιγια.[1]

Το Λιβονικό Τάγμα και οι Τεύτονες Ιππότες, σταυροφορικά στρατιωτικά τάγματα, ιδρύθηκαν στη Ρίγα το 1202 και τη Πρωσία το 1226. Αυτά τα τάγματα αποτέλεσαν σημαντική απειλή για τις παγανιστικές φυλές της Βαλτικής και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την ένωση. Η συνθήκη ειρήνης με πριγκιπάτο της Γαλικίας-Βολινίας το 1219 παρέχει στοιχεία για τη σχέση ανάμεσα στους Λιθουανούς και του Σαμογιτιανούς. Η συνθήκη αναφέρει 21 Λιθουανούς δούκες, ανάμεσα στους οποίους ήταν πέντε από δούκες από τη Αουκστάιτιγια και αρκετούς δούκες από τη Σαμογιτία, οι οποίοι παρά την παλαιότερη εχθρότητα μεταξύ τους, πλέον συνασπίζονταν ενάντια στον κοινό εχθρό.[17]

Βασίλειο της Λιθουανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο του Ναβαγρουντάκ.

Ο Μιντάουγκας, δούκας[18] της νότιας Λιθουανίας,[19] ήταν ανάμεσα στους πέντε δούκες που αναφέρονται στη συνθήκη με τη Γαλικία-Βολινία. Το χρονικό της Λιβονίας αναφέρει ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1230, ο Μιντάουγκας είχε αποκτήσει την ανώτατη εξουσία σε όλη τη Λιθουανία.[20] Το 1236, οι Σαμογιτιανοί, με αρχηγό τον Βύκιντας, νίκησαν το Λιβονιακό Τάγμα στη μάχη του Σιαουλάι. Το τάγμα αναγκάστηκε να γίνει ένας κλάδος των Τευτόνων Ιπποτών στη Πρωσία, με αποτέλεσμα η Σαμογιτία, μια λωρίδα γης ανάμεσα στη Λιβονία και τη Πρωσία, ήταν ο κύριος στόχος των επιθέσεών τους. Η μάχη οδήγησε σε μια διακοπή των πολέμων με τους Ιππότες, και η Λιθουανία εκμεταλλεύτηκε, οργανώνοντας επιθέσεις στη Ρουθηνία και προσάρτησαν το Ναβαγρουντάκ και το Γκρόντνο. Οι Λευκορώσοι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Μιντάουγκας προσκλήθηκε για να εξουσιάσει το Ναβαγρουντάκ και η ένωση ήταν ειρηνική.[21][22]

Το 1248, ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στο Μιντάουγκας και τους ανιψιούς του Ταουτβίλας και Εντίβιντας. Η συμμαχία ενάντια στον Μιντάουγκας περιλάμβανε το Βύκιντας, το Λιβονιακό Τάγμα, τον Δανιήλ της Γαλικίας και τον Βασίλκο της Βολινίας. Εκμεταλλευόμενος τις εσωτερικές διαμάχες, ο Μιντάουγκας συμμάχησε με το Λιβονιακό Τάγμα. Υποσχέθηκε να εκχριστιανιστεί και να ανταλλάξει μερικά εδάφη στη δυτική Λιθουανία σε αντάλλαγμα για τη στρατιωτική βοήθεια. Το 1251, ο Μιντάουγκας βαπτίστηκε Χριστιανός και ο Πάπας Ιννοκέντιος Δ΄ εξέδωσε παπική βούλα με την οποία ανακήρυσσε τη δημιουργία του Βασιλείου της Λιθουανίας. Μετά το τέλος του εμφυλίου, ο Μιντάουγκας στέφθηκε βασιλιάς της Λιθουανίας τις 6 Ιουλίου 1253. Αργότερα όμως αποκήρυξε τον Χριστιανισμό και έγινα πάλι παγανιστής. Προσπάθησε να επεκτείνει την επιρροή του στο Πόλοτσκ, σημαντικό εμπορικό κέντρο, και στο Πινσκ.[20] Οι Τεύτονες Ιππότες προσπάθησαν να ενισχύσουν τη θέση τους στη Σαμογιτία και τη Λιβονία, όμως έχασαν στις μάχες του Σκουόντας (1259) και Ντούρμπε (1260).

Ο Μιντάουγκας, με την υποστήριξε του Τρενιότα, διέλυσε τη συμμαχία του με το Τάγμα και συμμάχησε με τον Αλεξάντρ Νιέφσκι του Νόβγκοροντ. Ήλπιζε να ενώσει όλες τις φυλές της Βαλτικής υπό Λιθουανική ηγεσία. Καθώς οι στρατιωτικές εκστρατείες δεν ήταν επιτυχείς, οι σχέσεις ανάμεσα στον Μιντάουγκας και τον Τρενιότα χειροτέρευσαν. Ο Τρενιότα, μαζί με τον Νταουμάντας του Πσκοφ, δολοφόνησαν τον Μιντάουγκας και τους γιους του το 1263.[23] Το κράτος βυθίστηκε τα επόμενα χρόνια σε εσωτερικές έριδες.

Η άνοδος των Γκεντιμινίδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πύργος του Γκεντιμίνας στο Βίλνιους.

Από το 1263 μέχρι το 1269, η Λιθουανία είχε τρεις μεγάλους Δούκες, τους Τρενιότα, Βαϊσβίλκας και Σβαρν, όμως το κράτος δε διασπάστηκε και ο Τραϊντένις ανέβηκε στην εξουσία το 1269. Ενίσχυσε τον έλεγχο της Λιθουανίας στη μαύρη Ρουθηνία (δυτική Λευκορωσία) και πολέμησε το Τάγμα της Λιβονίας, νικώντας στις μάχες του Κάρουσε το 1270 και Αϊζκράουκλε το 1279. Το 1274, η μεγάλη πρωσική επανάσταση τελειώσει και οι Τεύτονες Ιππότες άρχισαν να κατακτούν άλλες φυλές της Βαλτικής, ενώ το τάγμα της Λιβονίας ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Σεμιγκαλίας, τον τελευταίο βαλτικό σύμμαχο της Λιθουανίας, το 1291.[24] Έτσι, τα δύο τάγματα μπορούσαν να επικεντρωθούν στη Λιθουανία.

Από το θάνατο του Τραϊντένις μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από τον Βιτένις το 1295 η ταυτότητα των μεγάλων δούκων δεν είναι γνωστή. Ο Βυτένις ήταν ο πρώτος βασιλιάς της δυναστείας των Γκενιμινίδων, η οποία διοικούσε το δουκάτο για περισσότερο από ένα αιώνα.[25] Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, το δουκάτο βρισκόταν σε συνεχή διαμάχη με τα τάγματα, το Βασίλειο της Πολωνίας και τη Ρουθηνία. Κατάφερε να ανακτήσει τα εδάφη που έχασε το δουκάτο μετά τη δολοφονία του Μιντάουγκας και να καταλάβει το Πινσκ και το Τουρόβ, ενώ συμμάχησε με τους πολίτες της Ρίγας. Το 1307, το Πόλοτσκ προσαρτήθηκε στο δουκάτο.[26] Παράλληλα κατασκεύασε οχυρωματικά έργα κατά μήκος του ποταμού Νέμαν.

Εδαφική επέκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επέκταση του κράτους έφτασε στο απόγειό της υπό την ηγεσία του Μεγάλου Δούκα Γκεντιμίνας, ο οποίος δημιούργησε ισχυρή κεντρική κυβέρνηση και εγκαθίδρυσε ένα κράτος που εκτεινόταν από την Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. To 1320, τα περισσότερα πριγκιπάτα των δυτικών Ρως είχαν υποταχθεί ή ήταν υποτελή στη Λιθουανία. Το 1321 ο Γκεντιμίνας κατέλαβε το Κίεβο, στέλνοντας τον Στάνισλαβ, τον τελευταίο Ρουρικίδη ηγεμόνα του Κιέβου, στην εξορία. Επίσης, ο Γκεντιμίντας μετακίνησε την πρωτεύουσα του δουκάτου στο Βίλνιους. Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι πρωτεύουσα τον 13ο αιώνα ήταν το Ναβαχρουντάκ.[27]

Η Λιθουανία βρισκόταν σε εξαιρετική θέση για να κληρονομήσει τα δυτικά και νότια τμήμα των Ρως του Κιέβου, καθώς τα άλλα κράτη των Ρως είχαν ηττηθεί από τους Μογγόλους, καθώς οι ορδές σταμάτησαν στα σημερινά σύνορα της Λευκορωσίας και ο πυρήνας του δουκάτου παρέμεινε άθικτος. Ο ασθενής έλεγχος των Μογγόλων στις περιοχές που κυριάρχησαν επέτρεψε στην επιτάχυνση της επέκτασης της Λιθουανίας. Τα πριγκιπάτα των Ρως δεν ενσωματώθηκε ποτέ άμεσα στη Χρυσή Ορδή, παραμένοντας όμως υποτελή με αρκετή ανεξαρτησία. Η Λιθουανία προσάρτησε κάποια από αυτά μέσω της διπλωματίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το Νόβγκοροντ, το οποίο ήταν συχνά στη λιθουανική σφαίρα επιρροής και περιστασιακά γινόταν υποκείμενο του Μεγάλου Δουκάτου,[28] όμως ο λιθουανικός έλεγχος προκάλεσε εσωτερικές τριβές, με αποτέλεσμα να γίνει μια προσπάθεια να γίνουν υποτελείς της Μοσχοβίας.

Το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας κατάφερε να αποκρούσει τις μογγολικές επιθέσεις και τελικά εξασφάλισε τα κέρδη. Το 1333 και το 1339, οι Λιθουανοί νίκησαν τις Μογγολικές δυνάμεις που προσπαθούσαν να ανακτήσουν το Σμολένσκ. Μέχρι το 1355, είχε δημιουργηθεί το κράτος της Μολδαβίας και η Χρυσή Ορδή δεν προσπάθησε να θέσει ξανά την περιοχή υπό την εξουσία της. Το 1362, ο στρατός του Μεγάλου Δουκάτου νίκησε τη Χρυσή Ορδή στη μάχη των γαλάζιων νερών.[29] Το 1380, ο λιθουανικός στρατός συμμάχησε με ρωσικές δυνάμεις για να νικήσουν τη Χρυσή Ορδή στη μάχη του Κουλίκοβο, και, αν και η εξουσία των Μογγόλων δεν έληξε, η επιρροή τους στην περιοχή περιορίστηκε. Το 1387, η Μολδαβία έγινε υποτελής της Πολωνίας και, με μια ευρύτερη έννοια, της Λιθουανίας. Μέχρι τότε, οι Λιθουανοί είχαν κατακτήσει την έκταση της Χρυσής ορδής μέχρι τον ποταμό Δνείπερο. Σε μια σταυροφορία ενάντια στη Χρυσή Ορδή το 1398, οι Λιθουανοί εισέβαλαν στη βόρεια Κριμαία και νίκησαν. Το 1399, όμως, οι Λιθουανοί ηττήθηκαν στη μάχη του ποταμού Βόρσκλα, χάνοντας την περιοχή της στέππας.

Ένωση με την Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1377 στο θρόνο του δουκάτου αναρρήθηκε ο Γιογκάιλα. Το 1386 έγινε καθολικός και βαπτίστηκε Λαδίσλαος στη Κρακοβία, παντρεύτηκε τη νεαρή βασίλισσα Γιαντβίγκα της Πολωνίας και στέφθηκε βασιλιάς της Πολωνίας ως Βλαντισλάβ Β΄ Γιαγκέλο, υπογράφοντας την ένωση του Κρέβο. Στη συνέχεια προχώρησε στον εκχριστιανισμό της Λιθουανίας το 1387, μεταφράζοντας τις χριστιανικές προσευχές στη λιθουανική γλώσσα.[30] Μετά το θάνατο της βασίλισσας Γιανβίγκα το 1399, έγινε βασιλιάς της Πολωνίας. Την εποχή του διαδόχου του Βιτάουτας του Μεγάλου, το κράτος έφτασε στο απόγειό του. Ο Βιτάουτας βασίλευσε την περίοδο 1401-1430, και ως πρίγκιπας της Χρόντνα (1370-1382) και του Λουτσκ (1387-1389). Ο Βιτάουτας ήταν γιος του Κεστούρις, ξάδελφος του Γιογκάιλα, και ήταν παππούς του Βασίλειου Β΄ της Μόσχας.

Πίνακας που απεικονίζει τη μάχη του Γκρούνβαλντ, από τον Γιαν Ματέικο (1878).

Το 1410, ο Βιτάουτας διοίκησε τις δυνάμεις του Μεγάλου Δουκάτου στη μάχη του Γκρούνβαλντ. Η μάχη έληξε με αποφασιστική νίκη των Λιθουανών ενάντια στο Τευτονικό Τάγμα. Ο Βιτάουτας υποστήριξε την οικονομική ανάπτυξη του κράτους με πολλές μεταρρυθμίσεις. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, η διοίκηση του Μεγάλου Δουκάτου έγινε με αργούς ρυθμούς πιο κεντρική, και οι πιστοί στον Βιτάουτας κυβερνήτες αντικατέστησαν τους ντόπιους πρίγκιπες με δυναστικούς δεσμούς στο θρόνο.

Η ταχεία εξάπλωση της επιρροής της Μοσχοβίας την έθεσε σύντομα σε αντιπαλότητα με το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, και μετά την προσάρτηση του Νόβγκοροντ το 1478, η Μοσχοβία ήταν ανάμεσα στα προεξέχοντα κράτη της βορειοανατολικής Ευρώπης. Ανάμεσα στο 1492 και το 1508, ο Ιβάν Γ΄ της Ρωσίας ισχυροποίησε ακόμη περισσότερο τη Μοσχοβία, κερδίζοντας στη μάχη του Βέντροσα και ανέκτησε πολλά εδάφη των Ρως του Κιέβου, όπως το Τσέρνιγκοφ και το Μπριάνσκ. Τις 8 Σεπτεμβρίου 1514, οι συνασπισμένες δυνάμεις του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας και του Βασιλείου της Πολωνίας, νίκησαν στην Μάχη του Όρσα το στρατό του Μεγάλου Δουκάτου της Μοσχοβίας. Παρά τη μεγάλη νίκη των Λιθουανών, οι Μοσχοβίτες τελικά κέρδισαν το πόλεμο. Με την ειρηνευτική συνθήκη του 1522, το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας παραχώρησε μεγάλες εκτάσεις στη Μοσχοβία.

Πολωνο-λιθουανική Κοινοπολιτεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση του Δουκάτου της Λιθουανίας εντός της Πολωνο-λιθουανικής Κοινοπολιτείας

Η εξάπλωση της Μόσχας σε βάρος του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας και η συνεχής πίεση απειλούσαν την επιβίωση του κράτους, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να συμμαχήσει ισχυρότερη με την Πολωνία, με αποτέλεσμα να ενωθεί με το προς δυσμάς γειτονικό κράτος και να σχηματιστεί η Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία με την ένωση του Λούμπλιν το 1569. Κατά τη περίοδο της κοινοπολιτείας, πολλές από τις εκτάσεις του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας μεταφέρθηκαν στο στέμμα του Βασιλείου της Πολωνίας, και σταδιακά εκπολωνίστηκαν και η Λιθουανία βρέθηκε υπό την κυριαρχία των Πολωνών.[31][32][33] Το Μεγάλο Δουκάτο διατήρησε πολλά δικαιώματα στην ομοσπονδία, όπως ξεχωριστή κυβέρνηση, θησαυροφυλάκιο και στρατό, μέχρι το σύνταγμα του Μαΐου του 1791.

Μετά τον διαμελισμό της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας στο τέλος του 18ου αιώνα, τα περισσότερα από τα εδάφη του Δουκάτου προσαρτήθηκαν άμεσα στη Ρωσική Αυτοκρατορία αντί να προσαρτηθούν στο Βασίλειο της Πολωνίας, το οποίο είχε γίνει κράτος-ανδρείκελο της Πολωνίας. Όμως, το 1812, λίγο πριν την γαλλική εισβολή στη Ρωσία, τα εδάφη του πρώην Δουκάτου επαναστάτησαν ενάντια στους Ρώσους. Σύντομα μετά την άφιξή του στο Βίλνιους, ο Ναπολέοντας ανακήρυξε την δημιουργία της προσωρινής κυβέρνησης επιτρόπων του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας, η οποία σε αντάλλαγμα ανανέωσε την ένωση Λιθουανίας-Πολωνίας.[34] Όμως, η ένωση δεν επισημοποιήθηκε, καθώς ο Μεγάλος Στρατός του Ναπολέοντα μέσα σε μισό χρόνο εκδιώχθηκε από τη Ρωσία και αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς τα δυτικά. Το Δεκέμβριο του 1812, οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το Βίλνιους και τα σχέδια για την αναβίωση του Δουκάτου τελείωσαν.[34]

Γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 13ο αιώνα, το κέντρο του Δουκάτου της Λιθουανίας κατοικούταν από ανθρώπους οι οποίοι μιλούσαν κυρίως λιθουανικά,[35] τα οποία όμως δεν ήταν μια γραπτή γλώσσα μέχρι τον 16ο αιώνα. Σε άλλα τμήματα του δουκάτου, η πλειονότητα του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των Ρουθηνανών ευγενών, χρησιμοποιούσε τις γραπτές ρουθηνιακές γλώσσες.[35] Οι ευγενείς που μετανάστευσαν από το ένα μέρος στο άλλο προσαρμόζονταν στη νέα πραγματικότητα και υιοθετούσαν την τοπική θρησκεία και πολιτισμό και οι ευγενείς λιθουανικές οικογένειες που μετακινούνταν σε σλαβικές περιοχές συχνά υιοθετούσαν τον τοπικό πολιτισμό γρήγορα.[36] Οι Ρουθηνιανοί κατοικούσαν στον κεντρικό και νότιο ανατολικό τμήμα του μεγάλου δουκάτου.

Πολλές γλώσσες χρησιμοποιήθηκαν στα κρατικά αρχεία, ανάλογα με την ιστορική περίοδο και τον σκοπό. Αυτές οι γλώσσες είναι τα λιθουανικά, τα ρουθηνιανά (ανατολικά Σλαβονικά, παλιά λευκορωσικά ή παλιά ουκρανικά)[37][38], τα πολωνικά και, σε μικρότερο βαθμό, κυρίως στη διπλωματία, τα λατινικά και γερμανικά.[39][36][40] Η ρουθηνιακή γλώσσα χρησιμοποιήθηκε μαζί με τα πολωνικά, τα λατινικά και τα γερμανικά για να γραφούν νόμοι, αλλά η χρήση ποικίλε ανάλογα με την περιοχή. Από την εποχή του Βιτάουτας υπάρχουν λιγότερα έγγραφα στα ρουθηνιακά από ότι στα λατινικά και στα γερμανικά, αλλά παρέμειναν η κύρια γλώσσα καταγραφής, ιδιαίτερα στα ανατολικά και νότια τμήματα του δουκάτου. Τον 16ο αιώνα, την εποχή της Πολωνο-Λιθουανικής κοινοπολιτείας, τα εδάφη των Λιθουανών σε μεγάλο βαθμό εκπολωνίστηκαν και άρχισε να χρησιμοποιείται η πολωνική γλώσσα έναντι των λιθουανικών και ρουθηνιακών και τα πολωνικά έγιναν επισήμως η γλώσσα της καγκελαρίας στην Κοινοπολιτεία το 1697.[36][41][40][37]

Η αυλή χρησιμοποιούσε Ρουθηνιανά για να αλληλογραφήσει με τις ανατολικές χώρες, ενώ τα λατινικά και γερμανικά χρησιμοποιήθηκαν για τις διεθνείς σχέσεις με τις δυτικές χώρες.[37][42] Κατά το ύστερο τμήμα της ιστορίας του Δουκάτου, τα πολωνικά χρησιμοποιούνται με αυξανόμενο ρυθμό στα κρατικά έγγραφα, ιδίως μετά την ένωση του Λούμπλιν.[40] Μέχρι το 1697, τα πολωνικά είχαν αντικαταστήσει τα ρουθηνιανά ως η «επίσημη γλώσσα» της Αυλής,[39][37][43] αν και τα ρουθηνιανά συνέχισαν να χρησιμοποιούνται σε μερικά επίσημη έγγραφα μέχρι το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.[41]

Η χρήση των λιθουανικών στη δουκική αυλή συνέχισε και μετά τον θάνατο του Βιτάουτας και του Γιογκάιλα, ενώ ο Μεγάλος Δούκας Αλέξανδρος Α΄ μπορούσε να κατανοήσει και να μιλήσει λιθουανικά. Ο Ζίγκουντ Άουγκουστ είχε αυλές στις οποίες ομιλούνταν τόσο πολωνικά όσο και λιθουανικά.[44] Στις αρχές του 16ου αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την επανάσταση του Μίκαελ Γκλίνσκι το 1508, έγιναν προσπάθειες να αντικατασταθεί η χρήση της ρουθηνιακής γλώσσας στην αυλή από τα λατινικά,[45] αλλά τα ρουθηνιανά είχαν βαθιές πολιτιστικές ρίζες και η χρήση τους ήταν διαδεδομένη.

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1260, το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας ήταν το έδαφος του δουκάτου της Λιθουανίας και οι Λιθουανοί αποτελούν την πλειοψηφία (67,5%) των περίπου 400.000 υπηκόων του.[46] Μετά την προσάρτηση νέων ρουθηνιακών περιοχών, το 1340 το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί σε 30%,[47] Με την μέγιστη επέκταση του δουκάτου στα εδάφη των Ρως, τον 13ο και 14ο αιώνα, είχε έκταση 800 με 930 χιλιάδες χλμ², στα οποία μόνο στο 10-14% ήταν εθνικά λιθουανικά.[46][48]

Ο εκτιμώμενος πληθυσμός στα εδάφη της Πολωνίας και του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας υπολογίζεται σε 7,5 εκατομμύρια κατοίκους για το 1493, εκ των οποίων η κατανομή ανά εθνικότητα ήταν 3,75 εκατομμύρια Ρουθηνιανοί (Ουκρανοί και Λευκορώσοι), 3,25 εκατομμύρια Πολωνοί και 0,5 εκατομμύρια Λιθουανοί.[49] Με την ένωση του Λούμπλιν, μεγάλο τμήμα των εδαφών του μεγάλου δουκάτου πέρασε στο πολωνικό στέμμα. Τα βοϊβοδάτα με κυρίως εθνικά Λιθουανικό πληθυσμό, όπως του Βίλνιους, Τρακάι και Σαμογιτίας παρέμειναν σχεδόν εξ ολοκλήρου ομιλούντα λιθουανικά, τόσο από το λαό όσο και από τους ευγενείς. Επιπλέον, πέρα από τους Λιθουανούς και τους Ρουθηνιανούς, άλλα σημαντικές εθνικές ομάδες στο μεγάλο δουκάτο ήταν οι Εβραίοι και οι Τάταροι.[36]

Στα μέσα και τέλη του 17ου αιώνα, εξαιτίας των εισβολών Ρώσων και Σουηδών, τμήμα του πληθυσμού του δουκάτου χάθηκε,[50] συμπεριλαμβανομένων των εθνικά Λιθουανών στα περίχωρα του Βίλνιους. Παράλληλα, ο πληθυσμός των Ρουθηνανών μειώθηκε αναλογικά, μετά την κατάκτηση εδαφών του Δουκάτου από τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Μέχρι το 1770 ζούσαν περίπου 4,84 εκατομμύρια κάτοικοι σε έκταση 320.000 χλμ², η πλειοψηφία των οποίων κατοικούσε στη Ρουθηνία και περίπου 1,39 εκατομμύρια 29% στη Λιθουανία.[46] Κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, ο πληθυσμός μειώθηκε εξαιτίας των διαμελισμών.[46]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 T. Baranauskas. Lietuvos valstybės ištakos. Vilnius, 2000
  2. Sužiedėlis, Saulius. Historical dictionary of Lithuania (2η έκδοση). Lanham, Md.: Scarecrow Press, σελ. 119. ISBN 978-0-8108-4914-3. 
  3. Rowell S.C. Lithuania Ascending: A pagan empire within east-central Europe, 1295-1345. Cambridge, 1994. p.289-290
  4. Ch. Allmand, The New Cambridge Medieval History. Cambridge, 1998, p. 731.
  5. Encyclopædia Britannica. Grand Duchy of Lithuania
  6. R. Bideleux. A History of Eastern Europe: Crisis and Change. Routledge, 1998. p. 122
  7. Rowell, Lithuania Ascending, p.289.
  8. Z. Kiaupa. "Algirdas ir LDK rytų politika." Gimtoji istorija 2: Nuo 7 iki 12 klasės (Lietuvos istorijos vadovėlis). CD. (2003). Elektroninės leidybos namai: Vilnius.
  9. N. Davies. Europe: A History. Oxford, 1996, p. 392.
  10. J. Kiaupienė. Gediminaičiai ir Jogailaičiai prie Vytauto palikimo. Gimtoji istorija 2: Nuo 7 iki 12 klasės (Lietuvos istorijos vadovėlis). CD. (2003) Elektroninės leidybos namai: Vilnius.
  11. J. Kiaupienë, "Valdžios krizës pabaiga ir Kazimieras Jogailaitis." Gimtoji istorija 2: Nuo 7 iki 12 klasės (Lietuvos istorijos vadovėlis). CD. (2003). Elektroninės leidybos namai: Vilnius.
  12. D. Stone. The Polish-Lithuanian state: 1386-1795. University of Washington Press, 2001, p. 63.
  13. «Lithuanian-Ruthenian state». Internet Encyclopedia of Ukraine. 1993. http://www.encyclopediaofukraine.com/display.asp?linkpath=pages\L\I\Lithuanian6Ruthenianstate.htm. Ανακτήθηκε στις 22 February 2016. 
  14. E. Bojtár. Forward to the Past: A Cultural History of the Baltic People. Central European University Press, 1999 p. 179
  15. Encarta.Lithuania. Accessed September 21, 2006. Archived 2009-10-31.
  16. Encyclopedia Lituanica. Boston, 1970-1978, Vol.5 p.395
  17. Lithuania Ascending p.50
  18. Στις σύγχρονές του καταγραφές, οι Λιθουανοί αποκαλούσαν τους πρώτους ηγέτες του kunigas (kunigai στο πληθυντικό), μια λέξη δανεισμένη από τις γερμανικές γλώσσες – kuning, konig. Αργότερα αντικαταστάθηκε από τη λέξη kunigaikštis, για να περιγράψει τους μεσαιωνικούς Λιθουανούς ηγέτες, ενώ kunigas σήμερα σημαίνει ιερέας.
  19. Z.Kiaupa, J. Kiaupienė, A. Kunevičius. The History of Lithuania Before 1795. Vilnius, 2000. p. 43-127
  20. 20,0 20,1 V. Spečiūnas. Lietuvos valdovai (XIII-XVIII a.): Enciklopedinis žinynas. Vilnius, 2004. p. 15-78.
  21. А. Кравцевич История Великого Княжества Литовского.
  22. Краўцэвіч, А.К. Стварэнне Вялікага Княства Літоўскага.
  23. Senosios Lietuvos istorija p. 44-45
  24. Kiaupa, Zigmantas. Jūratė Kiaupienė. Albinas Kunevičius (2000) [1995]. «Establishment of the State». The History of Lithuania Before 1795 (English έκδοση). Vilnius: Lithuanian Institute of History, σελ. 45–72. ISBN 9986-810-13-2. 
  25. Lithuania Ascending p.55
  26. New Cambridge p.706
  27. Maciej Stryjkowski (1985). Kronika polska, litewska, żmódzka i wszystkiéj Rusi Macieja Stryjkowskiego. Warsaw: Wydawnictwa Artystyczne i Filmowe, σελ. 572. 
  28. Glenn Hinson. The Church Triumphant: A History of Christianity Up to 1300. 1995, p.438
  29. Borys Cherkas (30 December 2011). «Битва на Синіх Водах. Як Україна звільнилася від Золотої Орди» (στα ουκρανικά). istpravda.com.ua. http://www.istpravda.com.ua/articles/2011/12/30/66894/. Ανακτήθηκε στις 22 February 2016. 
  30. Jerzy Kloczowski, A History of Polish Christianity, Cambridge University Press, 2000, p. 55.
  31. Ukraine. (2006). In Encyclopædia Britannica.
  32. Lublin, Union of (2006). In Encyclopædia Britannica
  33. Lithuania, history in Encyclopædia Britannica
  34. 34,0 34,1 Marek Sobczyński (στα pl) (PDF). Procesy integracyjne i dezintegracyjne na ziemiach litewskich w toku dziejów. Zakład Geografii Politycznej Uniwersytetu Łódzkiego. http://geopol.geo.uni.lodz.pl/wp-content/uploads/2010/12/ziemie_litewskie.pdf. Ανακτήθηκε στις 22 February 2016. 
  35. 35,0 35,1 Daniel. Z Stone, A History of East Central Europe, p.4
  36. 36,0 36,1 36,2 36,3 Burant, S. R.; Zubek, V. (1993). «Eastern Europe's Old Memories and New Realities: Resurrecting the Polish-lithuanian Union». East European Politics & Societies 7 (2): 370–393. doi:10.1177/0888325493007002007. ISSN 0888-3254. http://eep.sagepub.com/content/7/2/370.full.pdf. 
  37. 37,0 37,1 37,2 37,3 Bjorn Wiemer, Dialect and language contacts on the territory of the Grand Duchy from the 15th century until 1939, Kurt Braunmüller, Gisella Ferraresi, Aspects of multilingualism in European language history, John Benjamins Publishing Company, 2003, ISBN 90-272-1922-2, Google Print, p.109-114
  38. Stone, Daniel. The Polish-Lithuanian State, 1386-1795. Seattle: University of Washington, 2001. p. 4.
  39. 39,0 39,1 Kevin O'Connor, Culture And Customs of the Baltic States, Greenwood Press, 2006, ISBN 0-313-33125-1, Google Print, p.115
  40. 40,0 40,1 40,2 Daniel. Z Stone, A History of East Central Europe, p.46
  41. 41,0 41,1 (Λιθουανικά) Lietuvos Didžiosios kunigaikštystės kanceliarinės slavų kalbos termino nusakymo problema Z. Zinkevičius
  42. Kamuntavičius, Rustis. Development of Lithuanian State and Society. Kaunas: Vytautas Magnus University, 2002. p.21.
  43. Piotr Eberhardt, Jan Owsinski, Ethnic Groups and Population Changes in Twentieth-Century Central-Eastern Europe: History, Data, Analysis, M.E. Sharpe, 2003, ISBN 0-7656-0665-8, Google Print, p.177.
  44. Daniel. Z Stone, A History of East Central Europe, p.52
  45. (Λιθουανικά) Lietuvių kalba: poreikis ir vartojimo mastai (XV a. antra pusė - XVI a. antra pusė); A. Dubonis
  46. 46,0 46,1 46,2 46,3 Letukienė, Nijolė; Gineika, Petras (2003) (στα lt). Istorija. Politologija: kurso santrauka istorijos egzaminui. Vilnius: Alma littera, σελ. 182 
  47. Letukienė, N., Istorija, Politologija: Kurso santrauka istorijos egzaminui, 2003, p. 182
  48. Bjorn Wiemer (2003). «Dialect and language contacts on the territory of the Grand Duchy from the 15th century until 1939». Aspects of Multilingualism in European Language History. John Benjamins Publishing, σελ. 109; 125. ISBN 90-272-1922-2. https://books.google.com/books?id=7KraXiQo_uIC&pg=PA109. Ανακτήθηκε στις 22 February 2016. 
  49. Based on 1493 population map (p.92) from Iwo Cyprian Pogonowski, Poland a Historical Atlas, Hippocrene Books, 1987, ISBN 0-88029-394-2
  50. Jarmo Kotilaine, Russia's foreign trade and economic expansion in the seventeenth century: windows on the world, BRILL, 2005, ISBN 90-04-13896-X, Google Print, p.45