Φαρισαίος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η λέξη Φαρισαίος προέρχεται εκ του εβραϊκού "περουσείμ" και του αραμαϊκού "περίσαγια" που σημαίνει "ο αποχωρισμένος". Φαρισαίος χαρακτηρίζονταν ο οπαδός θεοκρατικής μερίδας των Ιουδαίων. Συνεκδοχικά είναι ο προσηλωμένος στους εξωτερικούς τύπους της λατρείας, δηλαδή ο υποκριτής.

Οι Φαρισαίοι προερχόμενοι από τους Ασιδαίους αποτελούσαν ιδιαίτερη μερίδα του Ιουδαϊκού λαού και βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση με τους κοσμικόφρονες Σαδδουκαίους. Ασκούσαν δε, μεγάλη επίδραση στο λαό και στη συμπεριφορά στη καθημερινή ζωή του μέχρι το 70 μ.Χ. Διακρίνονταν τόσο για την υποκρισία τους όσο και για τη στενότητα των αντιλήψεών τους. Έδιναν μεγάλη σημασία στους εξωτερικούς λατρευτικούς τύπους της εκδήλωσης της θρησκείας τους, περιφρονώντας όλους τους άλλους, πιστεύοντας πως έτσι μόνο αυτοί ήταν "καθαροί". Οι δε τρόποι της εξωτερίκευσης της λατρείας των έφθαναν τις περισσότερες φορές μέχρι του γελοίου, όπως προκύπτει από τα παρωνύμια με τα οποία τους αποκαλούσε ο λαός παρά τον προς αυτούς εκδηλούμενο σεβασμό.

Έτσι, υπήρχαν οι "Κύπτοντες Φαρισαίοι" οι λεγόμενοι "Νικφί" που κατά τον βηματισμό τους έσερναν τα πόδια τους προσκόπτοντας σε πέτρες. Επίσης οι Φαρισαίοι με ματωμένο μέτωπο, οι λεγόμενοι "Κιζάι" που περπατούσαν με κλειστά τα μάτια, για να μη βλέπουν τις γυναίκες, με συνέπεια να προσκρούουν σε τοίχους. Ακόμη οι Φαρισαίοι με τους ευρείς ώμους, που περπατούσαν με μεγάλη κύρτωση προσδίδοντας την εικόνα ότι κουβαλούν στους ώμους τους ολόκληρο το βάρος του Μωσαϊκού Νόμου.

Γενικά οι Φαρισαίοι διατράνωναν ότι πίστευαν στη Θεία Πρόνοια, στους Αγγέλους, στην αθανασία της ψυχής, στην ανάσταση, στην κόλαση και στον παράδεισο. Ο Ιησούς Χριστός ως κήρυκας της πνευματικής και αληθινής κατά εσωτερική πίστη λατρείας ήλθε σε οξεία αντιπαράθεση με τους υποκριτές Φαρισαίους τους οποίους και σε κάθε ευκαιρία τους κατάγγελνε και τους καυτηρίαζε ιδιαίτερα στην "Επί του Όρους Ομιλία" Του.