Καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ναβουχοδονόσωρ B’, ο επονομαζόμενος και Μέγας πολιόρκησε δυο φορές την Ιερουσαλήμ, το 597 και το 586 π.Χ. και τη δεύτερη φορά την κατέστρεψε, καίγοντας τον ναό του Σολομώντα και εξορίζοντας στη Βαβυλωνία μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Πριν την καταστροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γεγονότα και οι συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί κατά τα τελευταία χρόνια προ της καταστροφής της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους, έχουν ως εξής:

Πρόκειται για μια εποχή που οριοθετεί το τέλος της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας, και την αρχή της Βαβυλωνιακής κυριαρχίας στην περιοχή. Δηλαδή για την περίοδο που ονομάζουμε Νέο-Βαβυλωνιακή περίοδο. Με το τέλος της Ασσυριακής αυτοκρατορίας, πάνω από το πτώμα της, ερίζουν οι Αιγύπτιοι και οι Βαβυλώνιοι, για το ποια αυτοκρατορία θα διαδεχθεί ως ηγέτιδα δύναμη της περιοχής αυτής στην Μέση Ανατολή.

Κατά τον καιρό της Ασσυριακής κυριαρχίας στην περιοχή, οι Ισραηλίτες ήταν διαιρεμένοι σε δύο βασίλεια, λόγω εσωτερικών ταραχών και συγκρούσεων: Στο Βόρειο Βασίλειο των 10 φυλών, που ονομαζόταν «Ισραήλ» και είχε πρωτεύουσα τη Σαμάρεια, και στο Νότιο Βασίλειο του Ιούδα, των δύο φυλών, που είχε πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Ήδη προ της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, το Βόρειο Βασίλειο του Ισραήλ είχε καταλυθεί και στην περιοχή είχαν εγκατασταθεί ξένοι λαοί, οι λεγόμενοι Σαμαρείτες. Ισραηλιτικό ήταν πλέον μόνο το Νότιο Βασίλειο του Ιούδα, αλλά και αυτό υπό την εξουσία της Ασσυριακής δύναμης.

Όπως γνωρίζουμε από τα ιστορικά ντοκουμέντα, η Ασσυρία καταλύθηκε κατά την εκστρατεία των Μήδων, από τον Οκτώβριο του 610 π.Χ. ως τον Μάρτιο του 609 π.Χ. (Βαβυλωνιακό χρονικό Β.Μ. 21901 και επιγραφή της Χαρράν Nabon Η 1,Β). Το χρονικό αναφέρει πως στο δέκατο έκτο έτος του Ναβοπολασσάρ, στο μήνα Μαρχεσβάν, «οι Ουμάν-Μάντα (οι Μήδοι), που είχαν έρθει για να βοηθήσουν το βασιλιά της Ακκάδ, συνένωσαν τα στρατεύματά τους και βάδισαν κατά της Χαρράν... Ο βασιλιάς της Ακκάδ έφθασε στη Χαρράν και [...] κυρίεψε την πόλη. Αφαίρεσε τα πολλά λάφυρα της πόλης και του ναού.» Η στήλη του Ναβονίδη Η 1, Β παρέχει την ίδια πληροφορία: «Όταν στο δέκατο όγδοο έτος του Ναβοπολασσάρ, βασιλιά της Βαβυλώνας, ο βασιλιάς των θεών Σιν θύμωσε με την πόλη και με το ναό του και ανέβηκε στον ουρανό, η πόλη και ο λαός μέσα σ’ αυτήν αφανίστηκαν.»

Η Αγία Γραφή μας πληροφορεί, ότι την ίδια εκείνη χρονιά, (609 π.Χ.), σκοτώνεται στον πόλεμο ο βασιλιάς του Ιούδα Ιωσίας στη Μεγιδδώ από τον Φαραώ Νεχαώ, όταν βγαίνει να πολεμήσει μαζί του, κατά την εκστρατεία του τελευταίου στην περιοχή. Τότε, γίνεται βασιλιάς ο 23-χρονος Ιωάχαζ ο γιος του, ο οποίος όμως βασίλεψε μόνο για 3 μήνες, γιατί ο Φαραώ Νεχαώ τον φυλάκισε. Στη θέση του o Φαραώ ορίζει βασιλιά, τον 25-χρονο Ιωακείμ, ο οποίος βασίλεψε για 11 έτη. (Β΄ Βασιλέων 23/κγ΄ 31, 34. Β΄ Χρονικών 34/λδ: 1, 35/λε: 20. 36/λς΄ 1-3,5.).
Την ίδια κιόλας χρονιά όμως, (609 π.Χ.), η Αίγυπτος αποσύρεται από την περιοχή, καθώς η Βαβυλώνα μπαίνει στο παιχνίδι, να διεκδικήσει τις κτήσεις της νεκρής πλέον Ασσυρίας, στο 18ο έτος της βασιλείας του Ναβοπολασσάρ βασιλιά της Βαβυλώνος. Ξεκινά έτσι η Νέο-Βαβυλωνιακή περίοδος, που κυριάρχησε στην περιοχή για 70 έτη. (Β΄ Βασιλέων 23/κγ΄ 31- 24/κδ΄ 1. Β΄ Χρονικών 36/λς΄ 4-6).

Όμως, ο Ναβοπολασσάρ, δεν έμελλε να χαρεί για πολλά χρόνια ακόμα την εξουσία του. Από το Νεοβαβυλωνιακό χρονικό Β.Μ. 21946 μπορούμε να μάθουμε πως ο Ναβοπολασσάρ βασίλεψε στη Βαβυλώνα επί είκοσι ένα χρόνια, όπως αναφέρεται και στον Κανόνα του Πτολεμαίου. Αυτό το τμήμα του κειμένου λέει: «Επί είκοσι ένα χρόνια, ο Ναβοπολασσάρ κυβέρνησε τη Βαβυλώνα Την όγδοη μέρα του μήνα Αβ πέθανε. Το μήνα Ελούλ ο Ναβουχοδονόσορ (ΙΙ) επέστρεψε στη Βαβυλώνα και την πρώτη μέρα του μήνα ανέβηκε στο βασιλικό θρόνο στη Βαβυλώνα.» Ο Ναβουχοδονόσορας συνέχισε το έργο του πατέρα του.

Μία πρώτη μικρή μετοικεσία της «ελίτ» της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 605 π.Χ. (κατά το 3ο έτος του Ιωακείμ βασιλιά του Ιούδα ή 4ο έτος αν συνυπολογίσουμε και το έτος ενθρόνισής του), ο Φαραώ Νεχαώ νικιέται από τον Ναβουχοδονόσορα, βασιλιά της Βαβυλώνας, κατά το έτος ενθρόνισης του τελευταίου, και δεν ξαναβγαίνει από την Αίγυπτο, αναγνωρίζοντας ότι η Βαβυλώνα είναι πλέον ο κυρίαρχος της περιοχής (Ιερεμίας 46/μς΄ 2).

Την ίδια κιόλας χρονιά εκείνη, το 605 π.Χ., (έτος ενθρόνισης, ή ο Ναβουχοδονόσορας κάνει μια πρώτη επίθεση στο βασίλειο του Ιούδα, και κάνει τον βασιλιά Ιωακείμ της Ιερουσαλήμ υποτελή του. Λεηλατεί μέρος των θησαυρών της Ιερουσαλήμ, και ως νέο-ενθρονισμένος βασιλιάς, κάνει μια πρώτη μετοικεσία της «ελίτ» της Ιερουσαλήμ στη Βαβυλώνα, για να τους έχει ως συμβούλους του. Είναι μια μικρή πρώτη μετοικεσία Ιουδαίων, στην οποία μάλιστα συμμετέχει και ο γνωστός (νεαρός τότε), προφήτης Δανιήλ (Δανιήλ 1/α΄ 1-4. 2/β΄ 1. Β΄ Χρονικών 36/λς΄ 6. Β΄ Βασιλέων 24/κδ΄ 1,7. Ιερεμίας 35/λε΄ 1,1).

Λεηλασία και δεύτερη μετοικεσία κατοίκων της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

3 χρόνια αργότερα, το 602 π.Χ. κατά το 6ο έτος βασιλείας του Ιωακείμ, αυτός επαναστάτησε εναντίον του Ναβουχοδονόσορα (Β΄ Βασιλέων 24/κδ΄ 1). Στο διάστημα των επομένων ετών, οι Βαβυλώνιοι τους άφησαν ήσυχους. Και ο Ιωακείμ πέθανε κατά το 11ο έτος της βασιλείας του, και τον διαδέχθηκε ο Ιωαχείν ο γιος του σε ηλικία 18 ετών, το 597 π.Χ., ο οποίος όμως βασίλεψε μόνο 3 μήνες και 10 ημέρες. (Β΄ Χρονικών 36/λς΄ 9).

Την ίδια εκείνη χρονιά που βασίλεψε ο Ιωαχείν, επιτέθηκε για δεύτερη φορά στην Ιερουσαλήμ ο Ναβουχοδονόσορας, κατά το 8ο έτος της βασιλείας του, για να ανακτήσει τον έλεγχο της πόλης. Συνέλαβε τον Ιωαχείν, λεηλάτησε όλους τους υπόλοιπους θησαυρούς της Ιερουσαλήμ που είχε αφήσει την προηγούμενη φορά, και έκανε μια δεύτερη μετοικεσία κατοίκων της Ιερουσαλήμ στη Βαβυλώνα. Πήρε μαζί του όλους τους άρχοντες και τους δυνατούς πολεμιστές, (συνολικά 10.000 αιχμαλώτους), και όλους τους τεχνίτες ξυλουργούς και σιδηρουργούς, αφήνοντας στην Ιερουσαλήμ μόνο τα ασθενέστερα και φτωχότερα στρώματα του λαού. Αυτό συνέβη κατά το «τέλος του ενιαυτού» (της χρονιάς), δηλαδή τέλος Αδάρ ή αρχή Νισσάν: Άνοιξη 597 π.Χ. Ο Ιωαχείν μεταφέρθηκε στη Βαβυλώνα μαζί με την οικογένειά του. Στη θέση του Ιωαχείν, ο Ναβουχοδονόσορ έβαλε το ίδιο εκείνο έτος (597 π.Χ.) τον αδελφό του Ματθανία, και του άλλαξε το όνομα σε Σεδεκία. Τότε ο Σεδεκίας ήταν 21 ετών, και συνολικά βασίλεψε από τότε, για 11 έτη. Αυτός ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Ιερουσαλήμ πριν την ολοσχερή καταστροφή της. [Β΄ Χρονικών 36/λς΄ 10,11. Ιερεμίας 52/νβ΄ 28. Β΄ Βασιλέων 24/κδ΄ 10-17 και Βασιλική επιγραφή (Μπέργκερ ΑΟΑΤ 4: 1, Σελ. 108).].

Καταστροφή της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όμως με τη σειρά του και ο Σεδεκίας επαναστάτησε εναντίον του Ναβουχοδονόσορα βασιλιά της Βαβυλώνος. Το αποτέλεσμα ήταν ότι κατά το 9ο έτος της Βασιλείας του Σεδεκία, το 10ο μήνα και τη 10η ημέρα, (Ιανουάριος του 589 π.Χ.), η Ιερουσαλήμ πολιορκήθηκε από τους Βαβυλώνιους, για μια περίοδο 2,5 ετών, ως την πτώση της. Τότε, κατά τον προφήτη Ζαχαρία, ξεκίνησε μια περίοδος 70 ετών οργής του Θεού εναντίον της Ιερουσαλήμ, ως την επιστροφή των Ιουδαίων από τη Βαβυλώνα πίσω στην Ιερουσαλήμ (Ιερεμίας 39/λθ΄1. Ιερεμίας 52/νβ΄ 4,5. Β΄ Βασιλέων 25/κε΄ 1. Ιερεμίας 21/κα΄2. Ιεζεκιήλ 24/κδ΄ 1. Ζαχαρίας 1/α΄ 7,12).

Το 587 π.Χ., κατά το 11ο έτος βασιλείας του Σεδεκία, τον 4ο μήνα, 9η ημέρα, που ήταν το 18ο έτος του Ναβοχοδονόσορα. (19ο αν υπολογίσουμε και το έτος ενθρόνισης), η πόλη δεν άντεξε άλλο την πολιορκία, και έπεσε (Ιερεμίας 32/λβ΄ 1-3. 39/λθ΄ 2,8-10. 52/νβ΄ 5-14,29. 41/μα΄ 1-3,10. Ζαχαρίας 7/ζ΄ 1-5.). «Και την ένατη ημέρα τού τέταρτου μήνα, η πείνα υπερίσχυσε στην πόλη, και δεν υπήρχε ψωμί για τον λαό τού τόπου. Και η πόλη εκπορθήθηκε, και όλοι οι άνδρες τού πολέμου έφυγαν τη νύχτα, διαμέσου τού δρόμου τής πύλης, που ήταν ανάμεσα στα δύο τείχη, η οποία ήταν κοντά στον βασιλικό κήπο• (και οι Χαλδαίοι ήσαν κοντά στην πόλη, ολόγυρα)• και ο βασιλιάς πήγε προς τον δρόμο τής πεδιάδας. Και ο στρατός των Χαλδαίων καταδίωξε πίσω από τον βασιλιά, και τον έφτασαν στις πεδιάδες τής Ιεριχώ• και ολόκληρος ο στρατός του διασκορπίστηκε από κοντά του. Και συνέλαβαν τον βασιλιά, και τον έφεραν στον βασιλιά τής Βαβυλώνας, στη Ριβλά• και πρόφεραν καταδίκη εναντίον του. Και έσφαξαν τους γιους τού Σεδεκία μπροστά στα μάτια του, και έβγαλαν τα μάτια τού Σεδεκία, και αφού τον έδεσαν με δύο χάλκινες αλυσίδες, τον έφεραν στη Βαβυλώνα.» (Β΄ Βασιλέων 25/κε΄ 2-7).

Η τρίτη και μεγαλύτερη μετοικεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παλαιά Διαθήκη, συνεχίζει την αφήγηση των γεγονότων της καταστροφής της Ιερουσαλήμ ως εξής:

«Και στον πέμπτο μήνα, την έβδομη ημέρα τού μήνα, του 19ου χρόνου τής βασιλείας τού Ναβουχοδονόσορα, του βασιλιά τής Βαβυλώνας, ήρθε στην Ιερουσαλήμ ο Νεβουζαραδάν, ο αρχισωματοφύλακας, ο δούλος τού βασιλιά τής Βαβυλώνας• και κατέκαψε τον οίκο τού Κυρίου, και το παλάτι τού βασιλιά, και όλα τα σπίτια τής Ιερουσαλήμ, και κάθε μεγάλο σπίτι το κατέκαψε με φωτιά. Και ολόκληρος ο στρατός των Χαλδαίων, που ήταν μαζί με τον αρχισωματοφύλακα, καταγκρέμισε τα τείχη τής Ιερουσαλήμ, ολόγυρα.

Και το υπόλοιπο του λαού, που είχε απομείνει στην πόλη, κι εκείνους που έφυγαν, οι οποίοι είχαν καταφύγει στον βασιλιά τής Βαβυλώνας, και εκείνο το τμήμα που εναπέμεινε από το πλήθος, ο Νεβουζαραδάν, ο αρχισωματοφύλακας, το μετοίκισε. Από τους φτωχούς τής γης, όμως, ο αρχισωματοφύλακας άφησε, για αμπελουργούς και γεωργούς» (Β΄ Βασιλέων 25/κε΄ 8-12). Αυτή ήταν η Τρίτη Μετοικεσία στη Βαβυλώνα, του λαού τη Ιερουσαλήμ.

Η αφήγηση συνεχίζει ως εξής:

«Και τους χάλκινους στύλους, που ήσαν στον οίκο τού Κυρίου, και τις βάσεις, και τη χάλκινη θάλασσα, που ήταν στον οίκο τού Κυρίου, οι Χαλδαίοι την κατέκοψαν, και μετακόμισαν τον χαλκό τους στη Βαβυλώνα. Και πήραν τα καζάνια, και τα φτυάρια, και τα λυχνοψάλιδα, και τα θυμιατήρια, και όλα τα χάλκινα σκεύη, με τα οποία γινόταν η υπηρεσία. Ακόμα, ο αρχισωματοφύλακας πήρε και τα πυροδοχεία, και τις φιάλες, ό,τι ήταν χρυσό, και ό,τι ήταν ασημένιο• τους δύο στύλους, τη μία θάλασσα, και τις βάσεις που ο Σολομώντας είχε κάνει για τον οίκο τού Κυρίου• ο χαλκός όλων αυτών των σκευών ήταν αζύγιστος. Τό ύψος τού ενός στύλου ήταν 18 πήχες, και το κιονόκρανο που ήταν επάνω του, το χάλκινο• και το ύψος τού κιονόκρανου ήταν τρεις πήχες• και το διχτυωτό, και τα ρόδια επάνω στο κιονόκρανο, ολόγυρα, όλα ήσαν χάλκινα• τα ίδια είχε και ο δεύτερος στύλος, μαζί με το διχτυωτό.

Και ο αρχισωματοφύλακας πήρε τον Σεραϊα, τον πρώτο ιερέα, και τον Σοφονία, τον δεύτερο ιερέα, και τους τρεις θυρωρούς• και από την πόλη πήρε έναν ευνούχο, που ήταν επιστάτης στους άνδρες των πολεμιστών, και πέντε άνδρες από τους παριστάμενους μπροστά στον βασιλιά, που είχαν βρεθεί στην πόλη, και τον γραμματέα, τον άρχοντα των στρατευμάτων, που έκανε τη στρατολογία τού λαού τής γης, και 60 άνδρες από τον λαό τής γης, που είχαν βρεθεί στην πόλη. Και αφού ο Νεβουζαραδάν, ο αρχισωματοφύλακας, τους πήρε, τους έφερε στον βασιλιά τής Βαβυλώνας, στη Ριβλά. Και ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας τούς πάταξε, και τους θανάτωσε, στη Ριβλά, στη γη Αιμάθ. Έτσι μετοικίστηκε ο Ιούδας από τη γη του» (Β΄ Βασιλέων 25/κε΄ 13-22).

Μετά από την κατστροφή, ο Ναβουχοδονόσορας κατέστησε έναν νέο κυβερνήτη στην πόλη, όχι όμως βασιλιά, όπως μας διασώζει το ιστορικό υπόμνηματης Αγίας Γραφής:

«Και για τον λαό που είχε εναπομείνει στη γη Ιούδα, τους οποίους ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, ο Ναβουχοδονόσορας, είχε αφήσει, κατέστησε επάνω τους τον Γεδαλία, τον γιο τού Αχικάμ, γιου τού Σαφάν. …Και ο Γεδαλίας ορκίστηκε σ' αυτούς, και στους άνδρες τους, και τους είπε: Μη φοβάστε να είστε δούλοι των Χαλδαίων• κατοικήστε στη γη, και δουλεύετε τον βασιλιά τής Βαβυλώνας• και θα είναι σε σας καλό» (Β΄ Βασιλέων 25/κε΄ 23-24).

Προφανώς αυτή η στάση του Γεδαλία θεωρήθηκε «προδοσία», και αρπαγή της εξουσίας, γιατί η αφήγηση μας διηγείται ότι αμέσως μετά από αυτό, ο Γεδαλίας δολοφονήθηκε από συγγενείς του εκθρονισμένου βασιλιά Σεδεκία:

«Και στον έβδομο μήνα, ο Ισμαήλ, ο γιος τού Νεθανία, γιου τού Ελισαμά, από το βασιλικό σπέρμα, ήρθε, έχοντας μαζί του δέκα άνδρες, και πάταξαν τον Γεδαλία, ώστε πέθανε, και τους Ιουδαίους και τους Χαλδαίους, εκείνους που ήσαν μαζί του στη Μισπά. Και σηκώθηκε ολόκληρος ο λαός, από μικρόν μέχρι μεγάλον, και οι άρχοντες των στρατευμάτων, και ήρθαν στην Αίγυπτο• επειδή, φοβήθηκαν από το πρόσωπο των Χαλδαίων» (Β΄ Βασιλέων 25/κε΄ 25,26).

Έτσι, ο λαός της Ιερουσαλήμ έφυγε, και η πόλη έμεινε σχεδόν έρημη.

Η τέταρτη και τελευταία μετοικεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 582 π.Χ. (5 χρόνια αργότερα), το 23ο έτος του Ναβουχοδονόσορα, ο Ναβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλακας του Ναβουχοδονόσορα, επανήλθε στην Ιερουσαλήμ, και έκανε και τέταρτη μετοικεσία των κατοίκων της, άλλους 745 ανθρώπους που είχαν απομείνει εκεί, ώστε η Ιερουσαλήμ ερημώθηκε τελείως (Ιερεμίας 52/νβ: 30).

Είκοσι χρόνια αργότερα, το 562 π.Χ., ο Ναβουχοδονόσορας πέθανε, και στη θέση του βασίλεψε ο Νεριγλισσάρ (Ευείλ Μεροδάχ), κατά το 37ο έτος της μετοικεσίας του Ιωαχείν. (Οκτώβριος 562 π.Χ.). (Β΄ Βασιλέων 25/κε΄ 27. Ιερεμίας 52/νβ΄ 31.). Ενώ το επόμενο έτος, το 581 π.Χ., ο Ιωαχείν, πρώην βασιλιάς της Ιερουσαλήμ αποφυλακίσθηκε (Β΄ Βασιλέων 25/κε΄ 27. Ιερεμίας 52/νβ΄ 31).

Επιστροφή των κατοίκων στην Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταστροφή της Βαβυλώνας από τους Μηδοπέρσες, το 539 π.Χ., από τον Κύρο, κατά το 17ο έτος του Ναβονίδη, (5/6 Οκτωβρίου), έθεσε τέρμα στην Νέο-Βαβυλωνιακή περίοδο, και άνοιξε το δρόμο για την επιστροφή των Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ, και την ανοικοδόμηση του Ναού τους. (Ιερεμίας 25/κε΄ 11,12. 29/κθ΄ 10. Β΄ Χρονικών 36/λς΄ 21). Με διάταγμα του Κύρου, του βασιλιά της Μηδοπερσίας, κατά το πρώτο του έτος, (538 – 537 π.Χ.), Οι Ιουδαίοι άρχισαν την επιστροφή τους για την ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ και του Ναού τους (Β΄ Χρονικών 26/λς΄ 22. Έσδρας 1/α΄ 1).

Σημασία της καταστροφής της Ιερουσαλήμ για τους Εβραίους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί στον Ισραηλιτικό λαό, καθώς τα πάντα στη ζωή τους καθορίζονταν από τους Ιερείς και τη λειτουργία του Ναού τους, σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, που καταγράφεται στην Πεντάτευχο (Παλαιά Διαθήκη). Το όνειρό τους ήταν να ξαναχτιστεί η Ιερουσαλήμ. Παράλληλα με την καταστροφή αυτή άρχισε η εβραϊκή διασπορά, που από τότε είναι έντονη σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα πολλοί Εβραίοι μετά την πτώση της Ιερουσαλήμ εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο (ιδιαίτερα στη νήσο Ελεφαντίνη) όπου αργότερα έγινε και η μετάφραση των Εβδομήκοντα.

Γενικότερη ιστορική σημασία της χρονολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 587 π.Χ. ως ημερομηνία καταστροφής της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους, είναι μια σημαντική ιστορική χρονολογία, η οποία "δένει" μεταξύ τους διαφορετικές ιστορικές γραμμές χρονολογήσεων, και οδηγεί τους αρχαιολόγους σε εντοπισμό διαφόρων γεγονότων της ιστορίας που συνέβησαν την ίδια περίοδο. Επειδή είναι ιστορικά τεκμηριωμένη, αποτελεί σημείο αναφοράς για πολλές άλλες χρονολογήσεις της Νεοβαβυλωνιακής περιόδου.

Θρησκευτική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή η πτώση της Ιερουσαλήμ είναι ένα σημαντικό γεγονός που αναφέρεται στην Αγία Γραφή εκτενώς, είναι σημαντικός ο ιστορικός του εντοπισμός για τους Χριστιανούς. Γι' αυτό και οι σοβαρότερες έρευνες για την ιστορία αυτής της περιόδου, εκπονήθηκαν από ανθρώπους που προέρχονταν από τέτοιες θρησκείες.

Η χρονολογική τεκμηρίωση της περιόδου αυτής, εκτός από την κατανόηση των κειμένων της Αγίας Γραφής στην οποία οδηγεί, είναι για τους Χριστιανούς και μία από τις αποδείξεις της ιστορικής αξιοπιστίας της Αγίας Γραφής, δεδομένου ότι η ίδια η Αγία Γραφή, μέσα από το βιβλίο του Ζαχαρία, είναι η μία από τις ανεξάρτητες γραμμές χρονολόγησης, που τεκμηριώνουν την περίοδο αυτή.