Εσθήρ (βιβλίο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το βιβλίο της Εσθήρ έχει λάβει την ονομασία του από την ομώνυμη Ιουδαία ηρωίδα, Εσθήρ.

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια. Περιέχει την αφήγηση της βοήθειας της Ιουδαίας συζύγου του βασιλιά Ασουήρου στους συμπατριώτες της από την επιβουλή (που είδε σε όνειρο ο Μαρδοχαίος) του βασιλικού συμβούλου Αμάν (Αμαλακιτικής καταγωγής, αν και αναφέρεται ως Μακεδόνας [Εσθ. 8,12κ ...ὡς γὰρ Ἀμὰν Ἀμαδάθου Μακεδών...], ωστόσο η αλήθεια είναι ότι οι ειδικοί αναφέρουν δύο λόγους σχετικά με το γεγονός αυτό 1. Το Μακεδόνας χρησιμοποιήθηκε στην θέση του Μήδος, και δίνεται έμφαση σε αυτό όταν αναφέρεται ότι δεν έχει καθόλου Περσικό αίμα (στην πραγματικότητα οι Πέρσες και οι Μήδοι συγκυβερνούσαν στην αυτοκρατορία, αλλά παρόλα αυτά υπήρχαν μεγάλες προστριβές μεταξύ τους.) 2. Η άλλη άποψη θέλει να αναφέρεται ως Μακεδόνας κατάσκοπος, λόγο της μεγάλης του επιμονής να οδηγήσει σε εμφύλιο πόλεμο την Περσική αυτοκρατορία μεταξύ των Ιουδαίων και των Περσών). Το βιβλίο ξεκινά με ένα αποκαλυπτικό όνειρο του Μαρδοχαίου, θείου της Εσθήρ. Στη συνέχεια ο Μαρδοχαίος καθίσταται αυτήκοος μάρτυρας της συνωμοσίας που εξυφαίνουν σε βάρος του Ασουήρου δύο αυλικοί του , τους οποίους καταγγέλλει στον βασιλιά. Μετά την τιμωρία τους, ανταμείβεται με διορισμό στην βασιλική αυλή. Ο Αμάν, όμως, θέλησε να τον εκδικηθεί. Ο Ασουήρος, ο οποίος παραθέτει ένα επίσημο γεύμα στην διάρκεια του οποίου καλεί τη σύζυγό του να παρουσιαστεί γυμνή μπροστά σε όλους τους καλεσμένους. Εκείνη αρνείται και αποπέμπεται από τον βασιλικό οίκο, ενώ αναζητείται νέα βασίλισσα και απευθύνεται πρόσκληση προς τις νέες από όλες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας. Σε αυτά τα οιονεί καλλιστεία συμμετείχαν και πολλές Ιουδαίες, μεταξύ των οποίων και η Εσθήρ, η οποία εντυπωσίασε τον Ασουήρο και την έκανε σύζυγό του και βασίλισσα. Στο μεταξύ ο Μαρδοχαίος ανακαλύπτει συνωμοσία σε βάρος του Ασουήρου την οποία καταγγέλλει. Ο Αμάν είναι ο νέος ισχυρός άνδρας στην αυλή του Ασουήρου και όλοι τον προσκυνούν εκτός από τον Μαρδοχαίο ο οποίος δηλώνει υπερήφανα την Ιουδαϊκή ταυτότητά του και αυτό είναι που ερεθίζει και προκαλεί τον Αμάν. Ο τελευταίος επιθυμεί να εξοντώσει τον Μαρδοχαίο και τους συμπατριώτες του που ζουν στο Περσικό βασίλειο. Πράγματι εκδίδεται σχετικό διάταγμα, γεγονός που καταθορυβεί τον Μαρδοχαίο και την Εσθήρ. Και οι δύο προσεύχονται στον Θεό για να βοηθήσει το λαό των Ιουδαίων. Η Εσθήρ αποφασίζει να δράσει με σκοπό να σώσει τους συμπατριώτες της: παρουσιάζεται στο σύζυγό της και ζητά να απευθύνει στον Αμάν τιμητική πρόσκληση. Ο Αμάν ταυτόχρονα προετοίμασε την θανατική εκτέλεση του Μαρδοχαίου. Ο Ασουήρος στο μεταξύ πληροφορείται πως δεν έχει τιμηθεί ο Μαρδοχαίος και θέλει να τον αποκαταστήσει: ρωτά τον Αμάν τι πρέπει να κάνει σε κάποιον που θέλει να δοξάσει, κι αυτός νομίζοντας πως αυτό αφορά τον ίδιο, προτείνει διάφορες τιμές, τις οποίες όμως εντέλλεται να αποδώσει ο ίδιος ο Αμάν στον Μαρδοχαίο. Ο βασιλιάς και ο Αμάν παρουσιάζονται στο γεύμα της βασίλισσας, εκείνη αποκαλύπτει την καταγωγή της και καταγγέλλει τον Αμάν για τα σχέδιά του. Ο βασιλιάς οργισμένος διατάσσει την καταδίκη του σε θάνατο. Η Εσθήρ πετυχαίνει την έκδοση νέου διατάγματος, εξ ονόματος του βασιλιά, με το οποίο επιτρεπόταν να αμυνθούν οι Ιουδαίοι απέναντι σε καθενός την επίθεση. Για δύο μέρες, στις 13 και 14 του μηνός Αδάρ, οι Ιουδαίοι κατέσφαξαν στα Σούσα και στις άλλες επαρχίες χιλιάδες εχθρούς τους και τους δέκα γιους του Αμάν. Αυτές τις δύο ημερομηνίες όρισε ο Μαρδοχαίος να εορτάζουν οι Ιουδαίοι σε ανάμνηση της σωτηρίας τους από την επιβουλή του Αμάν. Το βιβλίο κλείνει με την αναφορά στην εορτή των ‘’Κλήρων’’-Πουρίμ, που συνδέεται με τα γεγονότα αυτά, την αποκατάσταση και αναβάθμιση του Μαρδοχαίου ως δεύτερου τη τάξει μετά τον Ξέρξη και την συσχέτιση του ονείρου στην αρχή του βιβλίου με την αίσια έκβαση της δοκιμασίας των Ιουδαίων.

Συγγραφέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συγγραφέας είναι άγνωστος. Η παράδοση τον συνδέει με τον Μαρδοχαίο. Όμως η αναφορά μέσα σε αυτό σε ‘’επιστολές’’ που συντάχθηκαν από τον Μαρδοχαίο και εστάλησαν προς τους Ιουδαίους , υπονοεί τη χρήση γραπτής παράδοσης.

Χρόνος και τόπος συγγραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρωτοκανονικό βιβλίο της Εσθήρ τοποθετείται σε εποχή μεταγενέστερη από την εποχή των περιγραφόμενων σε αυτό γεγονότων. Γράφτηκε στην Παλαιστίνη στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. στα εβραϊκά βασιζόμενο σε παλαιότερη παράδοση προερχόμενη από την ιουδαϊκή διασπορά της Ανατολής. Η πιστή και ανάγλυφη περιγραφή της Περσικής αυτοκρατορίας το πιστοποιεί. Η ελληνική μετάφραση του πρέπει να τοποθετηθεί στα μέσα του 2ου αιώνα.

Kανονικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο περιλαμβάνεται στον Ιουδαϊκό κανόνα και στην τρίτη ομάδα του, στα Αγιόγραφα (=Κεθουβίμ). Επίσης συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή των Πέντε Κυλίνδρων (=Χαμές Μεγιλλώθ), και διαβάζεται στην εορτή των Πουρίμ.

Ο χαρακτήρας του βιβλίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γεγονότα περιγράφονται σε τόνο δραματικό. Τα στοιχεία προέρχονται από τη λαϊκή εθνική παράδοση. Το πνεύμα είναι έντονα εθνικιστικό χωρίς να υποβαθμίζεται και η θεολογική άποψη πως η θεία πρόνοια είναι αυτή που κινεί την ιστορία. Οι πρωταγωνιστές του δράματος αυτού μπαίνουν με εμπιστοσύνη στην υπηρεσία του Θεού, ακόμα κι αν είναι αδύναμοι. Όσο δε για την ιστορική του αξιοπιστία είναι κάτι πολύ συζητήσιμο επειδή πρόσωπα που αναφέρονται μέσα σε αυτό δεν μνημονεύονται αλλού, όπως η πρώτη η αποπεμφθείσα σύζυγος του Ξέρξη, Βάστη, αλλά θεωρείται και απίθανο να επέτρεψε ο Ξέρξης τη σφαγή χιλιάδων υπηκόων του.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αθανάσιος Χαστούπης, Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, εν Αθήναις, 1981,σελ .408

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Αγία Γραφή, μετάφραση στη δημοτική γλώσσα από τους Βασίλειο Τσάκωνα, Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, εκδ. Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, 1997,σελ.645-660
  • Δαμιανός Δόικος, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ. Υπηρεσία δημοσιευμάτων Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσ/ίκη 1985, σελ.137-144
  • Αθανάσιος Χαστούπης, Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, εν Αθήναις, 1981,σελ.406-410