Ελεύθερη θέληση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μια απλοποιημένη ταξονομία των φιλοσοφικών θέσεων σχετικά με την ελεύθερη θέληση και την αιτιοκρατία.

Ελεύθερη θέληση είναι η ικανότητα του ατόμου και γενικότερα του κάθε έμβιου όντος να προβαίνει σε επιλογές χωρίς να περιορίζεται από ορισμένους παράγοντες.

Οι παράγοντες ιστορικού ενδιαφέροντος περιλαμβάνουν μεταφυσικούς περιορισμούς (όπως λογικούς, νομολογικούς, ή θεολογική αιτιοκρατία), φυσικούς περιορισμούς (όπως φυλάκιση), κοινωνικούς περιορισμούς (όπως η απαγόρευση ή η απειλή τιμωρίας), και πνευματικούς περιορισμούς (όπως εμμονές ή φοβίες, νευρολογικές διαταραχές, ή γενετικές προδιαθέσεις).

Η ιδέα της ελεύθερης θέλησης έχει θρησκευτικές, νομικές, και επιστημονικές επιπτώσεις. [1] Για παράδειγμα στον θρησκευτικό τομέα, η ύπαρξη ελεύθερη θέλησης υπονοεί πως η ατομική βούληση και επιλογές μπορούν να συνυπάρξουν με την ύπαρξη μιας παντοδύναμης θεότητας. Σε ότι αφορά τα ζητήματα νομικού ενδιαφέροντος, έχει επιπτώσεις στην εκτίμηση της τιμωρίας και της επανένταξης. Σε σχέση με την ηθική, μπορεί να έχει επιπτώσεις για το κατά πόσο τα άτομα μπορούν να θεωρηθούν ηθικά υπεύθυνα για τις πράξεις τους. Στην επιστήμη, οι νευροφυσιολογικές ανακαλύψεις μπορούν να προτείνουν διαφορετικούς τρόπους πρόβλεψης της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Αυτό το σημαντικό ζήτημα έχει συζητηθεί ευρέως σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, και συμπεριλαμβάνει όχι μόνο το κατά πόσο η ελεύθερη θέληση υπάρχει αλλά ακόμα και το πώς ορίζεται αυτή η έννοια. Παραδοσιακά, ο κύριος περιορισμός είναι η ύπαρξη κάποιου τύπου αιτιοκρατίας (όπως λογική, νομολογική, ή θεολογική), έτσι οι πιο προβεβλημένες και κοινές θέσεις ορίζονται σύμφωνα με την σχέση που θεωρούν πως υπάρχει ανάμεσα στην ελεύθερη θέληση και την αιτιοκρατία.

Όσοι ορίζουν την ελεύθερη θέληση ως ελευθερία από την αιτιοκρατία ονομάζονται αντισυμβατιστές, καθώς θεωρούν πως η αιτιοκρατία είναι ασύμβατη με την ελεύθερη θέληση. Οι δύο κύριες θέσεις των αντισυμβατιστών είναι ο μεταφυσικός φιλελευθερισμός, που ορίζει ότι η αιτιοκρατία δεν είναι υπαρκτή με συνέπεια η ύπαρξη της ελεύθερη θέλησης να είναι τουλάχιστον εφικτή, και η σκληρή αιτιοκρατία που ισχυρίζεται πως η αιτιοκρατία είναι αληθής και επομένως η ύπαρξη ελεύθερης θέλησης δεν είναι δυνατή. Ο σκληρός αντισυμβατισμός προτείνει πως ακόμα και η μή ύπαρξη της αιτιοκρατίας είναι ασύμβατη με την ελεύθερη θέληση, και επομένως σε κάθε περίπτωση η ελεύθερη θέληση δεν είναι πιθανή.

Αυτοί που ορίζουν την ελεύθερη θέληση διαφορετικά, χωρίς αναφορά στην αιτιοκρατία, ονομάζονται συμβατιστές, διότι θεωρούν πως η αιτιοκρατία είναι συμβατή με την ελεύθερη θέληση. Ορισμένοι συμβατιστές μάλιστα πιστεύουν πως η αιτιοκρατία είναι απαραίτητη για την ελεύθερη θέληση, επιχειρηματολογώντας πως η διαδικασία της επιλογής συμπεριλαμβάνει την παρουσία προτίμησης για ένα ενδεχόμενο έναντι ενός άλλου, μια διαδικασία που απαιτεί κάποιο είδους αντίληψης για το πως θα εξελιχθεί η κάθε επιλογή. [2][3] Οι συμβατιστές επομένως θεωρούν πως ο διάλογος μεταξύ των φιλελεύθερων και σκληρών αιτιοκρατών σχετικά με την ελεύθερη θέληση έναντι της αιτιοκρατίας είναι ένα ψευδές δίλημμα.[4] Διαφορετικοί συμβατιστές μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικούς ορισμούς για το τι η ελεύθερη θέληση καν σημαίνει, θέτοντας διαφορετικούς περιορισμούς σε σχέση με το θέμα, αλλά μια και όλοι συμφωνούν πως η ύπαρξη της αιτιοκρατίας δεν είναι το πρόβλημα, παραδοσιακά ομαδοποιούνται κάτω από αυτόν τον κοινό τίτλο.

Ελεύθερη θέληση και νευροεπιστήμες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νευροεπιστήμες (νευροενδοκρινολογία, νευρολογία, ψυχιατρική κ.α.) απορρίπτουν την συνειδητή ελεύθερη βούληση, μα όχι την αίσθηση αυτοκυριαρχίας του ατόμου. Σύμφωνα με τις νευροεπιστήμες, το άτομο δεν επιλέγει τα γονίδια το αρχικό περιβάλλον και την αρχική διαμόρφωση του εγκεφάλου στην μήτρα, ούτε τις ενδοκρινολογικές του αναλογίες εκκρίσεων αλλά (το άτομο) συνδιαμορφώνει τις σωματικές και νευρολογικές του συνθήκες. Οι νευρώνες για να αποδόσουν συγκεκριμένη συμπεριφορά, δρούν σε ομάδες και ο υγιής εγκεφαλικός ιστός χρησιμοποιεί συγκεκριμένα χορογραφικά μοτίβα αλληλεπιδράσεων (χορογραφικά γιατί παίζει ρόλο η διάρκεια και η στιγμή ενεργοποίησης των νευρώνων αλλά και η λειτουργία τους σαν μέλος γενικότερου συνόλου). Για να υπάρξει ενεργοποίηση και κινητοποίηση σκέψης θα πρέπει να συσσωρευθεί ένα κατώτερο απαιτούμενο όριο νευρικών σημάτων, ώστε να ξεπεραστεί το φράγμα συμπεριφορικής αδράνειας (το φράγμα αδράνειας διαφέρει ανά δραστηριότητα) και η νευρωνική διεργασία να θεωρηθεί εντολή. Η ενεργοποίηση των νευρώνων μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια αλληλεπίδρασης αποτελεί σύνθετο στατιστικό πρόβλημα, ο κάθε νευρώνας δεν έχει απόλυτα την ίδια μάζα ούτε το κάθε σήμα έχει απόλυτα την ίδια διάρκεια ή ένταση, όμως και πάλι αποτελεί τομέα μαθηματικής-στατιστικής μελέτης. Στην στατιστική εμπεριέχεται και η θεωρία θορύβου, ένα ποσοστό νευροεπικοινωνιακών ενεργειών έχει τυχαία προέλευση ειδικά σε μικρότερες κλίμακες κι εντάσεις (λόγω των εσωτερικών διεργασιών του κυττάρου) αλλά όσο μεγαλώνουμε την κλίμακα ανάλυσης, ο υγιής εγκέφαλος σταδιακά είτε απορρίπτει τον θόρυβο, είτε τον ενσωματώνει ενισχύοντας μερικώς την φυσιολογική διαδικασία εγκεφαλικής δραστηριότητας. Στην σύγχρονη ιατρική ο νευρολογικός θόρυβος (δηλαδή τυχαίες ενεργοποιήσεις ή μικρά σφάλματα λογικής) δεν είναι αναγκαία κακός, όμως πρέπει να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα και να διαχέεται ώστε να μην επικρατεί, αλλιώς οι νευρωνικές εντολές αδυνατούν να αποδόσουν φυσιολογική σωματική ή νοητική λειτουργία. Τεράστιο ρόλο παίζει και η κβαντομηχανική, παρ' ότι λόγο των σχετικών υψηλών θερμοκρασιών μέσα στο σώμα, τα χημικά στοιχεία συνήθως δεν εμφανίζουν αρκετά απλωμένη κυμματοσυνάρτηση εφ' όσον έχουμε κρούσεις με φωτόνια (θερμότητα), όμως αυτό δεν σημαίνει ότι τα σωματίδια παύουν να πάλλονται ή ότι εκμηδενίζεται κάθε εξάπλωση των κυματοσυναρτήσεων. Είδικά σε μεγάλα μόρια, η κβαντομηχανική ορίζει τον τρόπο με τον οποίο τα σύνθετα αυτά μόρια δύνανται να ελιχθούν. Οι χημικές κινήσεις ή ταλαντεύσεις των μορίων δεν ορίζονται από τον άνθρωπο αλλά από στατιστικές φυσικοχημικές ιδιότητες κβαντικού πιθανοτικού φάσματος. Το άτομο δεν δύναται να διαχειριστεί τον θόρυβο (τυχαία πληροφορία) ούτε τις ταλαντώσεις των μορίων, και αν μπορεί, δύναται να το πράξει μέσα στα πλαίσιο που επιτρέπουν οι νόμοι της φυσικής, άρα τίθεται το ερώτημα αν το άτομο ή η φυσικές ιδιότητές του τελικά επιλέγουν. Αν η ελεύθερη θέληση αφορά φυσικές ιδιότητες και πιθανοτικά μαθηματικά, τότε είναι πλασματική αντίληψη, εφ' όσον το άτομο δεν έχει έλεγχο πάνω στους φυσικούς νόμους ακόμη κι αν δρουν μέσα του. Οι νευροεπιστήμες απορρίπτουν μαγικά ή μεταφυσικά αιτιατά σκέψεων, ενεργειών ή συμπεριφορών. Με τον τομέα της ελεύθερης βούλησης και νευροεπιστημών έχει ασχοληθεί μεταξύ άλλων και ο Ρόμπερτ Σαπόλσκυ, με αναφορά και στο ποινικό σκέλος του προβλήματος. Ο Ρόμπερτ Σαπόλσκυ υπερασπιζόμενος την επιστήμη, δεν αποδέχεται μεταφυσικά αιτιατά συμπεριφοράς και αναγνωρίζει ότι παρ' όλη την συνθετότητα του ανθρώπινου μυαλού, οι φυσικοί νόμοι δεν ορίζονται από το άτομο και το άτομο δύναται να αλληλεπιδρά μέσα σε πλαίσια που ορίζουν αυτοί (οι φυσικοί νόμοι). Ο μέσος άνθρωπος που δεν πάσχει από κάποια ψυχική νόσο νοιώθει ότι έχει αυτοέλεγχο στις πράξεις του. Οι νευροεπιστήμες δεν θεωρούν παράδοξο τον αίσθημα αυτοελέγχου, αφού το άτομο είναι κομματι του φυσικό κόσμου και όχι χωριστό από αυτόν, όμως δεν θεωρούν (οι νευροεπιστήμες) ότι το άτομο συνειδητά μπορεί να παραβεί τους φυσικούς νόμους. Η αλληλεπίδραση εντώς φυσικών νόμων με αίσθηση αυτοελέγχου, δεν αποτελεί εκδήλωση ουσιώδους ελεύθερης βούλησης, διότι το άτομο δεν δύναται να υπερβεί τους φυσικούς νόμους, ούτε να επιρρεάσει την στατιστική με μή εφικτά μαθηματικά. Σε περίπτωση που υπάρχει αλλαγή σε συμπεριφορά, θεωρείται ότι α. είτε το άτομο προείχε μέσα στο πιθανοτικό εύρος επιλογών του την νέα επιλογή γ. είτε το άτομο είχε αξιολογίσει ισοδύναμα τις δύο επιλογές, άρα επέδρασε η τυχαιότητα μιας στιγμιαίας αύξησης στατιστικής νευρωνικής δραστηριότητας υπέρ της μιας άποψης γ. είτε το συγκεκριμένο άτομο έχει θορυβώδη συμπεριφορά - με συχνές αυθόρμητες τυχαίες εκδηλώσεις (ελλειμματική προσοχή, υπερκινητικότητα κ.α). Σε όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις επιλογών, το άτομο βιώνει ότι έχει αυτοέλεγχο, όμως δεν δύναται να ελέγξει ούτε το προυπάρχον νευραξονικό δίκτυο, ούτε την πιθανοτική θεωρία, κι άν δύναται να συνδιαμορφώσει κάτι, το πράτει μέσα στα φυσικά φυσιολογικά πλαίσια. Το άτομο δεν δύναται να διαχωριστεί από τον φυσικό κόσμο και τις φυσικές επιστήμες, άρα υπάρχουν κάποιες γενικότερες φυσικές ιδιότητες που υπερβαίνουν της έννοιας του κυριολεκτικού αυτοελέγχου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Thomas W Clark (1999). «Fear of mechanism: A compatibilist critique of The Volitional Brain. Journal of Consciousness Studies 6 (8-9): 279–93. http://www.naturalism.org/fearof.htm. 
  2. C. James Goodwin (2009). Research In Psychology: Methods and Design (6th έκδοση). Wiley. σελ. 11. ISBN 047052278X. http://books.google.com/books?id=eNsVUGTMcDoC&pg=PA11. 
  3. Robert C Bishop (2010). «§28.2: Compatibilism and incompatibilism». Στο: Raymond Y. Chiao, Marvin L. Cohen, Anthony J. Leggett, William D. Phillips, Charles L. Harper, Jr.. Visions of Discovery: New Light on Physics, Cosmology, and Consciousness. Cambridge University Press. σελ. 603. ISBN 0521882397. http://books.google.com/books?id=BhcpiZN2MOIC&pg=PA603&lpg=PA603. 
  4. Janet Richards (2001). «The root of the free will problem: kinds of non-existence». Human Nature After Darwin: A Philosophical Introduction. Routledge. σελ. 142 ff. ISBN 041521243X. http://books.google.com/books?id=6KZ1NZmDGCEC&pg=PT152&lpg=PT152. 

5. Robert Sapolsky on free will: https://www.youtube.com/watch?v=Cx8xEUYrb74