Εσσαίοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Εσσαίοι αποτελούσαν μία από τις τρεις κύριες θρησκευτικές ομάδες, ή φιλοσοφικές αιρέσεις των Ιουδαίων, εκτός των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων. Η ετυμολογία του ονόματος αυτών παραμένει σκοτεινή, καμία απ΄ όσες έχουν προταθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή με βεβαιότητα, αποτελώντας απλές υποθέσεις. Τα πρώτα πολύτιμα χειρόγραφα των Εσσαίων βρέθηκαν μόλις το 1947, πρόκειται για τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας.

Οι Εσσαίοι υπολογίζεται πως εμφανίσθηκαν προς το τέλος της ελληνιστικής περιόδου στη Παλαιστίνη και μάλιστα από τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα ενώ φέρονται να διαλύθηκαν από τα ρωμαϊκά στρατεύματα γύρω στο 70 μ.Χ. με την άλωση της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο, κατά την τότε Ιουδαϊκή εξέγερση.

Θρησκευτικά κείμενα από το Κουμράν, κοντά στην Νεκρά Θάλασσα

Ο Ιουδαϊσμός, με κέντρο τα Ιεροσόλυμα και με ουσιώδες συστατικό στοιχείο για την ενότητα του τον Μωσαϊκό Νόμο, είχε εσωτερικές κοινωνικές και θρησκευτικές διαφορές που συχνά κατέληγαν σε αλληλοσυγκρουόμενες ομάδες, διεκδικώντας η κάθε μία την επιβολή και την κυριαρχία της πάνω στην άλλη. Οι κυριότερες από τις ομάδες αυτές ήταν εκείνες των Φαρισαίων, των Σαδδουκαίων καθώς επίσης και άλλες μικρότερης σημασίας, όπως των Ηρωδιανών και των Ζηλωτών.

Οι Εσσαίοι, οργανωμένοι κοινοβιακά, ζούσαν κυρίως χωριστά από τον άλλο κόσμο. Η κοινότητά τους βρισκόταν στην έρημο Εν-γαδί της Ιουδαίας, στη Δυτική πλευρά της Νεκράς Θάλασσας και αριθμούσε κάποια περίοδο μέχρι και 4.000 μέλη. Οι εγκαταστάσεις βέβαια που ανακαλύφθηκαν στο Κουμράν με τις ανασκαφές, και ιδιαίτερα η τράπεζα τής κοινότητας, φαίνεται ότι δεν ήταν προορισμένες για περισσότερα από διακόσια μέλη. Φαίνεται λοιπόν ότι μεγάλος αριθμός έμενε είτε στα γύρω σπήλαια, όπου ανακαλύφτηκαν τόσα ευρήματα, είτε σε σκηνές και γενικά μη μόνιμα καταλύματα, γύρω από την περιοχή που υπήρχαν τα κτίσματα. Εσσαίοι πάντως δεν υπήρχαν μόνο στην έρημο: Ζούσαν μεν κυρίως κοντά στη δυτική όχθη της Νεκράς Θάλασσας, στην οροσειρά του Κουμράν, αλλά υπήρχαν Εσσαίοι που διέμεναν διασκορπισμένοι μέσα σε χωριά, ακόμα και σε πόλεις, της Παλαιστίνης. Η ζωή τους πάντως σε καθεστώς απομόνωσης θα πρέπει να θεωρηθεί και σαν διαμαρτυρία προς τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό.

Είναι εντυπωσιακό ότι η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη τους αγνοούν εντελώς και δεν κάνουν την παραμικρή νύξη γι' αυτούς. Οι σημαντικότερες πηγές της ιστορίας για τους Εσσαίους είναι:

  • Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (23 μ.Χ – 79 μ.Χ) στο έργο του Φυσική Ιστορία (αρ. 5 "Η γεωγραφία της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Τουρκίας")
  • Ο Φίλωνας (20 π.Χ – 50 μ.Χ) στα έργα του Περί του πάντα σπουδαίον ελεύθερον είναι και Υποθετικών (Υπέρ Ιουδαίων Απολογίας).

Επίσης, σημαντικές πληροφορίες μας παρέχουν τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας (1947), καθώς και οι αρχαιολογικές έρευνες στην ίδια περιοχή του Κουμράν (Kirbet Qumran).

Ονομασία και Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιολογικά ευρήματα στο Qumran

Στις πηγές ονομάζονται Εσσαίοι, Εσσηνοί, Οσσηνοί και Ιεσσαίοι. Δεν γνωρίζουμε ποια ακριβώς είναι η σημασία του ονόματος τους. Ο Φίλων, που παρουσιάζει τάση ωραιοποίησής τους, τους μεταφράζει σε οσίους. Έχει επίσης υποστηριχτεί ότι η ονομασία Εσσαίοι, προήλθε από τη λέξη Asaya, που σημαίνει «θεραπευτής» ή «γιατρός» όπως και ότι οι Εσσαίοι ήταν οι από το Ταλμούδ αναφερόμενοι Μπετουσσαίοι (Μπετ σιν).

Η καταγωγή της αδελφότητας δεν είναι γνωστή με ακρίβεια. Πιθανολογείται ότι η αφετηρία της βρίσκεται στη Βαβυλώνια αιχμαλωσία (6ος π.Χ. αιώνας), ως αντίδραση προς τη θρησκευτική χαλάρωση που είχε επέλθει. Άλλοι ερευνητές, τοποθετούν την δημιουργία τους πολύ παλαιότερα, κατά την κτίση του Ναού του Σολομώντα τον 10ο π.Χ. αιώνα και τους ταυτίζουν με τους πρώτους ΤέκτονεςΜασώνους).

Αντίθετα, ο Ιώσηπος γράφει ότι πρωτοεμφανίστηκαν στα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα (Ιωσ. Ιουδ. Αρχαιολ. 13. 5. 9), δεν αποκλείεται όμως μια ομάδα Εσσαίων να διαχωρίστηκε από το υπόλοιπο σώμα της κοινότητας και να εγκαταστάθηκε στο Κουμράν (Qumran) υπό την ηγεσία του Διδασκάλου της Δικαιοσύνης.

Από άλλους υποστηρίζεται ότι προέρχονται από την ευσεβή τάξη του Ιουδαϊκού λαού, τους Χασιντίμ (hasidim = ευσεβείς), και ακόμη ότι σχηματίσθηκαν στα χρόνια των Μακκαβαίων. Αν και για όλα αυτά δεν υπάρχει τίποτε το σίγουρο και τεκμηριωμένο από τις πηγές, η ευσέβεια των Εσσαίων θα μπορούσε να ήταν ριζωμένη στα ιδανικά του "ζήλου" των Χασιντίμ της μακκαβαϊκής περιόδου.

Οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Προς τα δυτικά της Ασφαλίτιδας λίμνης, σε απόσταση από τη νοσηρή ζώνη της ακτής είναι εγκατεστημένοι οι Εσσενίτες. Λαός μονήρης και, το παραδοξότερο, χωρίς γυναίκες, χωρίς αγάπη, χωρίς χρήματα, με μόνη συντροφιά τους φοίνικες. Αλλά συνεχώς ανανεώνονται και οι νεοφερμένοι προσέρχονται μαζικά, άνθρωποι κουρασμένοι από τη ζωή και τους οποίους η μοίρα ωθεί κατά κύματα προς τους Εσσενίτες. Έτσι, εδώ και αιώνες, γεγονός απίστευτο, επιβιώνει ένας λαός, στους κόλπους του οποίου κανείς δεν γεννιέται"

(Πλίνιου του Πρεσβύτερου, Natur. Hist. V, 17, 73)

Παρά τη μαρτυρία αυτή του Πλίνιου, είναι πιθανό να ίσχυε αυτό που αναφέρει ο Ιώσηπος ότι, δηλαδή, ζούσαν μεταξύ τους άνδρες και γυναίκες αλληλοεξυπηρετούμενοι, χωρίς όμως τα δεσμά του γάμου. Ίσως, πάλι, να υπήρχαν και μικρές κοινότητες Εσσαίων, που δέχονταν στους κόλπους τους ολιγάριθμους, μορφωμένους ανθρώπους ευγενικής καταγωγής, επιτρέποντας και τον γάμο. Εξάλλου στα ερείπια της κοινότητας του Κουμράν βρέθηκαν και ολιγάριθμοι γυναικείοι τάφοι, γεγονός που μαρτυρεί την ύπαρξη και κάποιων γυναικών στην αδελφότητα, που αντιπροσώπευαν, όμως, μόλις το 2% των μελών της. Συνεπώς οι Εσσαίοι, μπορεί να μην απαγόρευαν τον γάμο, ευνοούσαν, όμως, σαφώς την αγαμία των μελών τους. Έτσι, η αγαμία επικρατούσε μεταξύ τους χωρίς όμως να είναι γενική για όλα τα μέλη, ούτε υποχρεωτική.

Μέλος της κοινότητας γίνονταν κανείς μετά τριετή δοκιμασία, που χωρίζονταν σε δύο στάδια, και αφού έδινε όρκο να τηρήσει μυστικές τις διδασκαλίες της ιερής κοινότητας. Για να γίνουν δεκτά νέα μέλη δοκιμάζονταν για ένα περίπου έτος. Αν ήταν ικανά και απαρνιόνταν την περασμένη τους ζωή γίνονταν δόκιμα μέλη της αδελφότητας. Ακολουθούσαν άλλα δύο χρόνια δοκιμασιών και αν οι νεοφώτιστοι άντεχαν, έδιναν επίσημες υποσχέσεις ότι θα τηρούσαν τους κανόνες της αδελφότητας και τότε γίνονταν κανονικά μέλη της. Υπόσχονταν επίσης ότι θα σέβονταν τον Θεό, ότι θα ήταν δίκαιοι προς όλους και δεν θα έβλαπταν κανέναν, ότι θα μισούσαν το άδικο, ότι θα προστάτευαν τους αδυνάτους. Βασική αρετή για την αδελφότητα ήταν η εγκράτεια, καθώς και η ηθική αγνότητα. Ο λόγος τους ήταν ισχυρότερος από όρκο και γι' αυτό απαγόρευαν τον όρκο στην καθημερινή ζωή. Ήταν ευσεβείς και είχαν ομάδες μαθητών τους οποίους εκπαίδευαν.

Σύμφωνα με τον Ιώσηπο, οι Εσσαίοι διαιρούνταν σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με το χρόνο της άσκησης τους. Μεταξύ των τάξεων αυτών υπήρχε απόσταση ηθικής ανωτερότητας. Η αγιότητά τους, αντιστοιχούσε στην τάξη που ανήκαν. Αν οι των κατωτέρων τάξεων Εσσαίοι έρχονταν σε επαφή με κάποιον που προέρχονταν από ανώτερη τάξη, αυτό θεωρούνταν μολυσμός. Ο μολυσμένος ήταν υποχρεωμένος να τελέσει την αγνεία, δηλαδή την πλύση με νερό.

Οι επικεφαλής της εσσαϊκής κοινότητας ήταν ιερείς, στους οποίους οφείλονταν απόλυτη υπακοή. Η γενική συνέλευση των μελών ασκούσε σπουδαία πνευματική εξουσία πάνω σ' όλη την κοινότητα, δίκαζε τα μέλη και επέβαλλε ποινές.

Όποιος έμπαινε στην αδελφότητα πρόσφερε ταυτόχρονα και την περιουσία του για το κοινό καλό. Για την ένδυση των μελών, τα τρόφιμα και ό,τι άλλο χρειαζόταν η κοινότητα, υπήρχε ένας υπεύθυνος ανά όμιλο, που φρόντιζε γι' αυτά.

Το ημερήσιο πρόγραμμα τους άρχιζε με την προσευχή προς τον ανατέλλοντα ήλιο και ακολουθούσαν οι διάφορες εργασίες που ήταν για όλους υποχρεωτικές. Εργάζονταν από την ανατολή τού ηλίου μέχρι τη δύση του και διέκοπταν μόνο το μεσημέρι όπου πλένονταν και καθαροί φορούσαν τις λευκές εσθήτες τους και έπαιρναν το μεσημεριανό φαγητό τους όπου απέφευγαν να τρώνε κρέας, λάδι και να πίνουν κρασί. Στη συνέχεια άλλαζαν, έβαζαν τα ρούχα της δουλειάς και επαναλάμβαναν τις εργασίες τους ως τη δύση του ήλιου, οπότε σταματούσαν και ακολουθούσαν πάλι την ίδια -όπως το μεσημέρι- ιεροτελεστία. Ασχολούνταν με τη γεωργία, τη κτηνοτροφία, την αγγειοπλαστική, την αλιεία, τη μελισσοκομία.

Δεν συσσώρευαν πλούτη, δούλευαν μόνο για να αποκτήσουν τα απαραίτητα για τη συντήρηση τους και όχι άλλα επίγεια αγαθά. Η εργασία ήταν αναγκαία μόνο όταν γινόταν για την απόκτηση της καθημερινής τροφής. Ατομική ιδιοκτησία δεν υπήρχε. Τα πάντα ήταν κοινά, δηλαδή επικρατούσε κοινοκτημοσύνη και κάθε έσοδο εργασίας έμπαινε στο κοινό ταμείο.

Οι αγοραπωλησίες μεταξύ τους απαγορεύονταν. Δεν ασχολούνταν με το εμπόριο και απέρριπταν τη δουλεία. Ο κανονισμός της κοινότητας όριζε το ημερήσιο έργο κάθε Εσσαίου: προσευχή, εργασία, καθαρτήριες πλύσεις και κοινά γεύματα.

Θρησκευτικές Πεποιθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε μια εποχή που η Ρώμη μπορούσε άνετα να καταπνίξει οποιοδήποτε επαναστατικό κίνημα, τις περισσότερες φορές πριν καν αναπτυχθεί, οι Εσσαίοι από τη δική τους πλευρά είχαν κάνει μια άλλη επαναστατική επιλογή: Περίμεναν πως γρήγορα θα τελειώσει αυτή η μορφή του κόσμου, οι εχθροί των εκλεκτών και των δικαίων θα κατατροπωθούν από έναν εσχατολογικό πόλεμο, και θα ακολουθήσει η αποκατάσταση της τάξης στον κόσμο υπό την ηγεσία ενός Μεσσία του Ισραήλ και του Διδάσκαλου της Δικαιοσύνης. Είχαν άλλωστε μια πολύ αυστηρή αντίληψη περί του τιμωρού Θεού και το βασικό χαρακτηριστικό της ερμηνευτικής των Γραφών από τους Έσσαίους είναι η Ιστορική-εσχατολογική προοπτική. Θεωρούσαν ότι τα πάντα μέσα στις Γραφές μιλούν για το τι θα συμβεί κατά τους έσχατους καιρούς στο μέλλον, ένα μέλλον που ταυτιζόταν κατά την ερμηνευτική τους προσέγγιση με την ιστορία της δικής τους κοινότητας και τα δεινά που θα υποστεί η κοινότητα των δικαίων (Εσσαίων), τα σχετικά στην επιβίωση της κοινότητας αυτής, την τελική της νίκη.

Σπηλιά στο Qumran

Οι Εσσαίοι ήταν περισσότερο νομικιστές από τους υπόλοιπους Εβραίους ως προς την αυστηρή τήρηση του Νόμου όχι όμως και στην τελετουργία. Έστελναν στον ναό αφιερώματα, αλλά στις θυσίες που γίνονταν σε αυτόν δεν μετείχαν, γιατί θεωρούσαν τις δικές τους εγκυρότερες.

Θεωρούσαν την εμπορική δραστηριότητα σαν παράβαση της εντολής "ου κλέψεις" και ερμήνευαν την απαγορευτική για το φόνο εντολή ως απαγόρευση του πολέμου (αν και όταν άρχισε ο πόλεμος με τους Ρωμαίους, μπήκαν στον αγώνα εναντίον του κακού και αποδείχθηκαν μάλιστα ηρωικοί πολεμιστές). Πίστευαν ακόμα πως οι γυναίκες και οι σεξουαλικές σχέσεις φέρνουν τη διαφθορά, και γι' αυτό υποστήριζαν την μη-ιουδαϊκή κατάσταση της αγαμίας. Τηρούσαν το Σάββατο πολύ αυστηρότερα και από τους Φαρισαίους, με αποτέλεσμα κατά την ημέρα αυτή να μην σηκώνονται καν από την κλίνη τους, για κανέναν λόγο.

Βασικό γνώρισμα της ασκητικής ζωής τους ήταν οι καθημερινές πλύσεις σε μια δεξαμενή γεμάτη με νερό. Η απαράβατη αυτή υποχρέωση τους σχετίζονταν από τις σχετικές διατάξεις περί αγνισμών και καθαρμών του Μωσαϊκού Νόμου, γι' αυτό και τις τηρούσαν πιστά.

Πολλοί ιστορικοί βρίσκουν μέσα στις δοξασίες των Εσσαίων, ινδουιστικές, βουδιστικές, ζωροαστρικές, και ιδιαίτερα ορφικές και πυθαγόρειες επιδράσεις, όπως για παράδειγμα τη διδασκαλία περί προϋπάρξεως της ψυχής, άγνωστη στο φιλοσοφικό πιστεύω των Ιουδαίων, την τήρηση της αγαμίας που ήταν ξένη προς τα έθιμα των Εβραίων, την ύπαρξη των δύο αντιθέτων αρχών δηλ. τα πνεύματα της αληθείας και της πλάνης, του φωτός και του σκότους, το συσχετισμό πραότητας και αγιοσύνης, τη "μόλυνση" που φέρνει η συναναστροφή με λιγώτερο καθαρούς ανθρώπους, την αποχή από σεξουαλικές επαφές. Επίσης την ιδέα της ανάστασης, οι Εσσαίοι που πίστευαν σε ασώματη ζωή μετά θάνατο, δεν την βρίσκουν έγκυρη, όπως και οι κατά παράδοση θρησκευόμενοι Ινδοί. Πάντως οι Εσσαίοι δεν πίστευαν στη μετεμψύχωση, μια κεντρική έννοια σε κάθε ινδικό σύστημα πίστεως.

Εσσαίοι και Χριστιανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά τις ανακαλύψεις των κειμένων στη Νεκρά Θάλασσα, υπήρξε πολύ έντονη η εντύπωση από τα παράλληλα μεταξύ χριστιανισμού και εσσαϊσμού και έτσι διατυπώθηκαν πολλές και ενδιαφέρουσες προτάσεις, σχετικά με την προέλευση του Χριστιανισμού από τον κύκλο των Εσσαίων.

Συσχετίστηκαν οι Ελληνιστές Ιουδαίοι των Πράξεων (κεφ. 6-8) με χριστιανούς Εσσαίους, υποστηρίχθηκε η σχέση που πιθανόν να είχε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Απ. Παύλος και ο ευαγγελιστής Ιωάννης με την κοινότητα του Κουμράν, ακόμη και ο Ιησούς με τον Διδάσκαλο της Δικαιοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, οι εξωτερικές ομοιότητες που εμφανίζονται στην κοινότητα των Εσσαίων με τον Χριστιανισμό όπως η νηστεία, η προσευχή, η ασκητική αυστηρότητα κ.λπ. πρέπει να εξηγηθούν σε βάθος και να αναλυθεί η προέλευσή τους και οι στόχοι που εξυπηρετούσαν, ώστε να υιοθετηθεί η λύση του δανεισμού των στοιχείων αυτών.

Τα κείμενα του Κουμράν εμφανίζουν θεολογικές απόψεις και συγκεκριμένη τάξη στις κοινότητες των Εσσαίων, που άρρηκτα συνδέονται με την ιστορική, οικονομική, κοινωνική και θρησκευτική πραγματικότητα της Παλαιστίνης της εποχής του Ιησού. Οι Εσσαίοι αποτελούσαν ένα παράγωγο του αρχικού ιουδαϊκού Φαρισαϊσμού με αρκετές Ζηλωτικές επαναστατικές αποκλίσεις. Στην Καινή Διαθήκη, ο Μεσσίας Ιησούς, στη σύγκρουση του με τον κατεστημένο θρησκευτικό και πολιτικό κόσμο, επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο από αυτόν της άμεσης σύγκρουσης και της καταστροφής των εχθρών του έθνους. Διαλέγει τον εκούσιο θάνατο, οδηγώντας σε αυτογνωσία, συναίσθηση και συνειδητοποίηση των σχέσεων ανάμεσα σε θεό και ανθρώπους.

Ο εσσαϊσμός παρουσιάζεται σαν ένα είδος λιμανιού των δυσαρεστημένων από την κρατούσα στην Παλαιστίνη κατάσταση, και όλη η διδασκαλία και τάξη των κοινοτήτων του Κουμράν εκφράζουν αυτό ακριβώς το αίσθημα. Παρουσιάζουν έλλειψη μιας δημιουργικής προσπάθειας για αντιμετώπιση των ζητημάτων του καιρού τους πέρα από οραματισμούς, προφητείες και εξαγγελίες της καταδίκης των αντιπάλων τους κάποτε στο μέλλον. Έτσι ήταν δυνατό κάποιος απέξω σαν τον Πλίνιο νά τους εκλάβει για μοιρολάτρες και την κοινότητα τους σαν ένα λιμάνι απόκληρων. Στην Καινή Διαθήκη υπάρχει μια προφανής βούληση μεταπλάσεως του κόσμου καθώς η βασιλεία του Θεού θα έρθει στην πληρότητά της στο μέλλον, όμως ήδη δηλώνει την παρουσία της μέσα στη ζωή της Εκκλησίας.

Οι στενοί, τοπικοί συσχετισμοί και ερμηνείες των Γραφών από τους Εσσαίους διαφοροποιούνταν κατ' αρχήν από την παγκόσμια προοπτική της ερμηνείας των Γραφών από τον χριστιανισμό που, απ' τα πρώτα χρόνια είχε διαδοθεί από τα Ιεροσόλυμα "έως εσχάτου της γης" (Πράξ. 1,8). Το ιδανικό του εσσαϊσμού ήταν η αποκατάσταση της κανονικής τάξης μέσα στο Ναό και μεταξύ των Ιουδαίων, μένοντας έτσι περιορισμένος στα στενά όρια της Παλαιστίνης.

Μερικοί υποθέτουν ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής πρέπει να ήταν κάποια περίοδο της ζωής του Εσσαίος μοναχός, αφού εφάρμοσε την πεποίθηση τους στην αξία των Βαπτισμάτων ως καθαρτικών για τον άνθρωπο ασκήσεων. Εντούτοις, οι Εσσαίοι έμεναν επί δύο έτη ως δόκιμοι προτού ενταχθούν στην κοινότητα, σε αντίθεση με τον Ιωάννη, που με το βάπτισμα έκανε άμεση ένταξη των ανθρώπων στην κοινωνία της μετανοίας. Την ίδια στιγμή, ο πνευματικός στόχος των Εσσαίων για αυτοκάθαρση κινδύνευε να βλαφτεί και μόνο με την επαφή τους προς τον μολυσμένο κόσμο που βρισκόταν έξω από τις κοινοτικές εγκαταστάσεις τους και έτσι, ήταν πολύ διστακτικοί στην επαφή τους με τους αμαρτωλούς σε αντίθεση με την τακτική του Ιησού και του Ιωάννη στην προσέγγισή τους.

Σίγουρα η ολοκλήρωση του πορτραίτου του Ιησού ως Εσσαίου παρουσιάζει επιπλέον δυσκολίες: Δεν έχει ακόμα προσδιορισθεί ούτε η αρχή της κοινότητας του Κουμράν , ούτε ποιος ακριβώς ήταν ο Διδάσκαλος της Δικαιοσύνης, ούτε ποιο ακριβώς ήταν το τέλος του και τι πίστευαν γι' αυτόν οι Εσσαίοι οπαδοί του πέρα από εικασίες. Επίσης είναι άγνωστη η σχέση του Διδασκάλου της Δικαιοσύνης προς το "νέο Ιερέα" ή "έσχατο ιερέα", και ποια η σχέση των δύο αυτών προς την αναμενόμενη ανάσταση του Μεσσία του Ααρών ή Λευί, ούτε ξέρουμε τίποτα σίγουρο για τη σχέση οποιουδήποτε από αυτούς προς τόν "Πάσχοντα Δούλο" ή προς τον Υιό του Ανθρώπου. Μέχρι στιγμής οι παραπάνω τίτλοι, ονομασίες και τα πρόσωπα που αφορούν παραμένουν ασύνδετοι και άγνωστοι.

Στα πρακτικά ζητήματα οι δυσκολίες είναι επίσης μεγάλες. Ενώ οι Εσσαίοι τηρούσαν το Σάββατο με πιο αυστηρό τρόπο ακόμα και από τους Φαρισαίους, ο Ιησούς παρουσιάζεται να τους ψέγει για τους κανόνες και τις διατάξεις τους επάνω στο θέμα αυτό. Μια άλλη σοβαρή διαφορά χωρίζει τον Ιησού από τους Εσσαίους, αφού αυτοί δεν πίστευαν στην ανάσταση των σωμάτων κατά το τέλος των ημερών του κόσμου. Ένα τέλος που η ερμηνευτική μέθοδος των Κουμρανιτών συσχέτιζε με τους Εσσαίους και την κοινότητά τους, ενώ οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης το συνδύαζαν με τον Χριστό και την Εκκλησία του.

Αλλά και η αυτοαπομόνωση των Εσσαϊκών κοινοτήτων, βρισκόταν σε έντονη αντίθεση προς το ύφος ζωής του ιδρυτή του χριστιανισμού. Η δραστηριότητα του Ιησού πλαισιώνει όλη τη ζωή του ανθρώπου. Με το κήρυγμά του δεν αρνήθηκε, ούτε και απέρριψε την ιστορία και τις κοινωνίες των ανθρώπων, με τις λειτουργίες και τους θεσμούς τους. Σε αντίθεση με τους Εσσαίους, ο Ιησούς, μετακινείται από τόπο σε τόπο για να διδάξει, ανεβαίνει στο Ναό, επισκέπτεται συναγωγές, δέχεται προσκλήσεις σε διάφορα σπίτια για συμμετοχή σε γεύματα. Η ζωή των ανθρώπων ήταν αποδεκτή στο σύνολο της, εκτός από το κακό και την αμαρτία. Ο λόγος του Ιησού μιλούσε για εξαγιασμό όλων των στοιχείων του κόσμου και του ανθρώπου και για συμφιλίωση του άνθρωπου με τη φύση του και το Θεό. Οι εσχατολογικές κοινότητες των Εσσαίων, αντίθετα, εκδήλωναν άρνηση και αντίθεση προς το φυσικό κόσμο του παρόντος και την ιστορία, προς τό ανθρώπινο σώμα και τις λειτουργίες του φύλου, προς το γάμο και τους κοινωνικούς θεσμούς χωρίς να αποδέχεται τον άνθρωπο στα κοινωνικά και ιστορικά του πλαίσια.

Αλλά και ο πρώτος χριστιανικός ασκητισμός παρουσίασε διαφοροποιήσεις όπως στο θέμα του απόλυτου διαχωρισμού των δύο φύλων, στην κοινοκτημοσύνη που ήταν εκούσια και όχι υποχρεωτική, στην απομόνωση που δεν σχετιζόταν με την άποψη ότι οι εκτός της κοινότητας ήταν αμαρτωλοί και γι αυτό αποφευχθέντες.

Είναι γεγονός πως ο Απ. Παύλος παρουσιάζει τη ζωή του πιστού σαν πόλεμο προς ορατές και αόρατες δυνάμεις, ένα θέμα πολύ κοινό στους Εσσαίους. Μόνο που στον Παύλο ο αγώνας δεν είναι μεταξύ του πνεύματος της αλήθειας και του πνεύματος της πλάνης μέσα στον άνθρωπο, αλλά μεταξύ της εμπιστοσύνης του ανθρώπου στον εαυτό του και της εμπιστοσύνης στο Θεό που σχετίζεται με τον ερχομό της εσχατολογικής χάρης του.

Είναι επίσης πραγματικότητα ότι οι Εσσαίοι όπως και ο Παύλος διδάσκουν τη δικαίωση και σωτηρία σαν έργο της χάριτος του Θεού. Για τους μεν όμως η δικαίωση αυτή είναι καρπός της αυστηρής τήρησης του Νόμου, ενώ γιά τόν Παύλο η δικαίωση είναι πρώτα από όλα ελευθερία από το Νόμο.

Στην περίπτωση του Δ' Ευαγγελίου, Εσσαίοι και Ιωάννης έχουν κοινή τη διαλεκτική αντίθεση φωτός-σκότους, αλήθειας-ψεύδους κ.λπ. Στην αγγελολογία και τη διαρχία των Εσσαίων όμως, υπάρχουν δύο αντίθετες αρχές, ενώ στην Καινή Διαθήκη προβάλλεται μόνο η ηθική διαρχία η οποία όμως δεν είναι ούτε απόλυτη, ούτε οντολογική, αλλά προβάλλεται ως κατάσταση στον κόσμο. Επίσης, κεντρική θέση στο κείμενο του Ιωάννη κατέχει ο απεσταλμένος του Θεού "ο εκ του ουρανού καταβάς", έννοια άγνωστη στους Εσσαίους.

Το χειρόγραφο 7Q5[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντικείμενο έντονων επιστημονικών αντιπαραθέσεων στον διεθνή χώρο, αποτελεί ακόμη και σήμερα το χειρόγραφο 7Q5, το οποίο, όπως δηλώνει και η ονομασία του, βρέθηκε στό σπήλαιο #7 του αρχαιολογικού χώρου του Qumran, περιέχει 11 γράμματα και ήδη από το 1972 ταυτίσθηκε από ορισμένους ειδικούς με τους στίχους 52-53 του 6ου κεφαλαίου από το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο.

Πολλά στοιχεία για ακριβή χρονολόγηση του χειρογράφου δεν υπάρχουν και οι απόψεις των παπυρολόγων παρουσιάζουν διαφορές. Σύμφωνα πάντως με τις αρχαιολογικές ενδείξεις (νομίσματα πού έχουν βρεθεί στην περιοχή, χρονολόγηση άλλων χειρογράφων του ίδιου σπηλαίου) το χειρόγραφο θα πρέπει να προέρχεται από το 50 π.Χ. μέχρι και το 120 μ.Χ..

Αναμφίβολα, σε περίπτωση που υπήρξε οποιαδήποτε βεβαιότητα για μια χρονολόγηση του σπαράγματος σε έτη προ της Σταύρωσης του Ιησού, το γεγονός αυτό θα ήταν τεράστιας σημασίας. Θα έπρεπε στην περίπτωση αυτή να αιτιολογηθούν σαφώς οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο Μάρκος συμπεριέλαβε το χωρίο αυτό στο Ευαγγέλιό του (ή αν ακόμη επρόκειτο για τμήμα του ίδιου του Κατά Μάρκον), οπότε το γεγονός αυτό θα απαιτούσε αναθεώρηση όλων των δεδομένων για τον χριστιανισμό και την ιστορία του.

Τα επιχειρήματα υπέρ ή κατά της ταυτίσεως με το χωρίο του Κατά Μάρκον είναι πολλά, όμως η δυσκολία ανάγνωσης του χειρογράφου είναι μεγάλη και έτσι πολλές απόψεις στηρίζονται σε εικασίες. Πάντως, για να στηριχτεί η ταύτιση, έπρεπε να γίνουν κάποιες υποχρεωτικές υποθέσεις, όπως παράλειψη λέξεων ώστε να ταιριάξει το χωρίο (παράλειψη που όμως δεν μαρτυρείται από κανένα γνωστό χειρόγραφο), αντικατάσταση γραμμάτων από αντιγραφικά λάθη κ.ά..

Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι αναγκαία η αξιολόγηση επιπλέον στοιχείων:

Πως μπορεί να αιτιολογηθεί το γεγονός ότι το σπήλαιο 7 είναι το μοναδικό στο Qumran που διέσωσε αποκλειστικά ελληνικά χειρόγραφα;
Ποιες ενδείξεις υπάρχουν για τις σχέσεις της Πρωτοχριστιανικής Κοινότητας με τους Εσσαίους;

Επί της βάσης αυτής, οι επιστήμονες προσπάθησαν να ανακαλύψουν όλες τις πιθανές σχέσεις Χριστιανών και Εσσαίων ώστε να μπορέσει να βρεθεί λύση στην ταύτιση του χειρογράφου. Οι απόψεις που διατυπώθηκαν ήταν κάποιες φορές υπερβολικές όπως εκείνη που αφορούσε την πλήρη ταύτιση Χριστιανών και Εσσαίων ή αυτή που θεωρούσε ως δυνατή τη μεταστροφή όλων των Εσσαίων στον Χριστιανισμό, γεγονός που δικαιολογεί και την απουσία αναφορών για τους Εσσαίους στα Ευαγγέλια.

Αυτή τη στιγμή, την ιστορική εικόνα του Χριστού και της αρχέγονης Εκκλησίας την προσφέρουν οι πληροφορίες της Καινής Διαθήκης και η παράδοση της Χριστιανικής Εκκλησίας. Με βάση αυτό, τα σενάρια που διατυπώνονται, για να μπορούν να είναι αξιόπιστα, θα πρέπει να μην έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα αυτή και όχι να απαιτείται να μεταβληθεί ολόκληρη η εικόνα για να επιβεβαιωθούν τα σενάρια.

Εκτός αυτού, τα επιχειρήματα ενάντια στην ταύτιση Χριστιανών και Εσσαίων είναι αρκετά για να δυσκολέψουν τέτοιους ισχυρισμούς. Επιπλέον, κι αν ακόμη μπορούσε να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα ότι το 7Q5 ταυτίζεται με το Μκ. 6:52-53, αυτό θα μπορούσε να συμβεί είτε λόγω σχέσεων κάποιων μελών των κοινοτήτων Εσσαίων-Χριστιανών μεταξύ τους, ή να προέρχεται το χειρόγραφο απ' ευθείας από Χριστιανούς χωρίς τη μεσολάβηση των Εσσαίων, καθώς το συγκεκριμένο σπήλαιο ήταν το μόνο όπου βρέθηκαν αποκλειστικά ελληνικά χειρόγραφα.

Οι "Θεραπευτές" του Φίλωνα Αλεξανδρείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Εσσαίοι, δεν ήταν στην πραγματικότητα η μοναδική ασκητική κοινότητα στο περιθώριο της Ιουδαϊκής Θρησκείας για την οποία σώζονται πληροφορίες. Μια δεύτερη περίπτωση παρόμοιας ομάδας, αποτελεί και σήμερα ακόμη ένα ιστορικό μυστήριο αφού μοναδική αναφορά για αυτήν έχουμε από το Φίλωνα τον Ιουδαίο ή Αλεξανδρείας ενώ πουθενά σε άλλα ιστορικά κείμενα δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή νύξη για το θέμα. Πρόκειται για την κοινότητα των "Θεραπευτών" στη Μαρεώτιδα Λίμνη της Αιγύπτου η οποία αναφέρεται στο έργο του Φίλωνα "Περί Βίου θεωρητικού".

Ο Φίλωνας, αναφέρει αρκετά πράγματα που είναι αδύνατον να επιβεβαιωθούν από ιστορικές πηγές όπως π.χ. την παρουσία γυναικών που ασκήτευαν φυλάσσοντας παρθενία, την διαμονή των Θεραπευτών σε εξαίρετο και φιλόξενο τόπο (ενώ γνωρίζουμε από τους χριστιανούς που ασκήτευαν κοντά στις περιοχές αυτές ότι ο τόπος ήταν άγριος και αφιλόξενος), την ύπαρξη άφθονου τρεχούμενου νερού κ.ά..

Αρχικά υπήρξε μεγάλη διαμάχη για το αν το έργο αυτό αποδίδεται στο Φίλωνα, αλλά ακόμα και μετά από την τελική απόδοση του έργου στο Φίλωνα, οι αντιρρήσεις σχετικά με την ύπαρξη ή όχι των Θεραπευτών της Αιγύπτου παραμένουν. Ο Ευσέβιος Καισαρείας στο έργο του "Εκκλησιαστική ιστορία" αναφέρει την άποψη ότι, ο Φίλωνας, αφού άκουσε και έμαθε πρώτα σχετικά με τον Χριστιανισμό και τη διδασκαλία του, εντυπωσιάστηκε και κατόπιν συνδύασε με αυτά που άκουσε, πολλά στοιχεία από τον Εθνισμό με τον οποίο είχε γαλουχηθεί και επινόησε τους Θεραπευτές.

Στην κοινότητα των Θεραπευτών, συναντάμε πολλά στοιχεία Στωικά και Νεοπυθαγόρεια και μια φιλοσοφική αναζήτηση του Όντος σαν και αυτή των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων.

Σε πολλούς μοιάζει ο Φίλωνας να θέλει να δώσει μια ιδανική μορφή ασκητισμού που θα ήταν αποδεκτή από όλους: Εβραίους αλλά και Έλληνες ή Ρωμαίους Εθνικούς.

Ανάμεσα στις δύο κοινότητες, Εσσαίους και Θεραπευτές, παρουσιάζονται κάποιες εξωτερικές ομοιότητες αλλά και αρκετές διαφορές. Γενικά, στην κοινότητα των Εσσαίων, ο Φίλωνας, τονίζει τον χαρακτήρα της πρακτικής άσκησής τους ενώ στους Θεραπευτές τονίζει το θεωρητικό, φιλοσοφικό τους υπόβαθρο.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • The Ancient Library of Qumran and Modern Biblical Studies, Frank Moore Cross Jr., Doubleday, 1958
  • Hellenistic Religions: An Introduction, Luther H. Martin, Oxford University Press, 1987
  • Roman Nature: The Thought of Pliny the Elder, Mary Beagon, Oxford University, 1992
  • From the Maccabees to the Mishnah, Shaye J. D. Cohen, Westminster Press, 1989
  • The Early Christian Church Vol. 1, Philip Carrington, Cambridge University Press, 1957
  • An Introduction to Judaism, Nicholas De Lange, Cambridge University Press, 2000
  • The Dead Sea Scrolls and Primitive Christianity, Salvator Attanasio - Jean Daniaelou, Helicon Press, 1958
  • Βιβλικές θεολογικές Μελέτες, Αγουρίδης Σάββας, Άρτος Ζωής, 1993
  • Δοκίμια στις ρίζες του Χριστιανισμού, Αγουρίδης Σάββας, Έννοια, 2005
  • Η περί Παρακλήτου-Πνεύματος Διδασκαλία του Ευαγγελιστού Ιωάννου, Τσάκωνα Βασιλείου, 1992
  • Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Καλαντζάκη Σταύρου, Πουρνάρας, 1999
  • 50 χειρόγραφα-κλειδιά της Νεκράς Θάλασσας, R. Eisenman & Michael Wise, Έσοπτρον, 1995
  • Η παραβιβλική άσκηση των Εβραίων, Ναυκρατίου Τσουλκανάκη, Θεσ/νίκη, 1996
  • Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη, Ντάνιελ Ροπς, Παπαδήμας, 1990
  • Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη, G.E.M. DESTE. Croix, ΜΙΕΤ, 2005
  • Eγκυκλoπαίδεια "ΔΟΜΗ" 2004, λήμμα: Εσσαίοι
  • Εγκυκλοπαίδεια "Πάπυρος-Larous-Britannica", λήμματα: Αγαμία, Ακτημοσύνη, Εσσαίοι, Ιουδαϊσμός, Κουμράν, Νεκρά Θάλασσα, Φίλων
  • Ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Britannica 2005, λήμμα: Essenes
  • Ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Encarta 2005, λήμμα: Essenes