Λαϊκισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Λαϊκισμός είναι στάση και συμπεριφορά που συναντάται στην πολιτική και στην τέχνη και χαρακτηρίζεται από υπερβολική και μη αυθεντική λαϊκότητα[1].

Το επίθετο "λαϊκός" αναφέρεται σε αυτόν που προέρχεται από το λαό. Η "λαϊκότητα" στο χώρο της πολιτικής αναφέρεται στη συμμετοχή, την παρουσία του λαού στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας και ανύψωση του σε καθοριστικό παράγοντα της ιστορίας. Λαϊκισμός είναι η κατ' επίφαση λαϊκότητα, δηλαδή αυτό που δείχνει λαϊκό ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι[2].

Ο λαϊκισμός ως μία μορφή πολιτικής ιδεολογίας αντιπαραβάλει τα συμφέροντα και τις επιθυμίες της μάζας του λαού ενάντια στις ελίτ. Το λεξικό Cambridge ορίζει το λαϊκισμό ως «πολιτική ιδέα και δράση που στοχεύει στην αντιπροσώπευση των επιθυμιών και των αναγκών του απλού λαού».[3]

Η έννοια του λαϊκισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος «λαϊκισμός» χρησιμοποιείται με δύο διαφορετικές και αντιφατικές μεταξύ τους σημασίες. Κατά την κοινή γλωσσική χρήση έχει καταρχήν αρνητική σημασία. Ενώ κατά την επιστημονική χρήση του όρου είναι αξιολογικά ουδέτερος, αποτελεί δηλαδή μια πολιτική θεωρία ή ιδεολογία και δεν είναι εκ των προτέρων «κακός» ή «καλός».[4]

Λαϊκισμός, δημαγωγία και προπαγάνδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την ακραία αρνητική του εκδοχή, ο λαϊκισμός στηρίζεται στην εσκεμμένη ανειλικρίνεια (π.χ. στη διάδοση κάποιου θέματος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα). Επίσης, ο λαϊκιστής πολιτευτής θέτει σκοπίμως ψευτοδιλήμματα, όπως "εχθροί ή φίλοι", "ταραξίες ή φιλήσυχοι", "αλλογενείς ή γηγενείς", με απώτερο σκοπό την καλλιέργεια ανασφάλειας στο λαό, και την αυτοπροβολή του ίδιου σαν προστάτη και σωτήρα[5].

Κοντινές έννοιες είναι η δημαγωγία, η κολακεία των αδυναμιών και ελαττωμάτων του λαού και η υιοθέτηση θέσεων και τάσεων που τον ευχαριστούν και απαντούν στο συναίσθημά του χωρίς να τον ωφελούν ή που να τον βλάπτουν μακροπρόθεσμα, με μοναδικό πάντα σκοπό την εξασφάλιση της εύνοιάς του.

Μορφή λαϊκισμού αποτελεί και η προπαγάνδα.

Λαϊκισμός στην τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λαϊκισμός παρατηρείται όχι μόνο στην πολιτική και τα ΜΜΕ. Παραδείγματος χάριν, συναντάται συχνά στη λογοτεχνία και τις τέχνες γενικότερα. Παρότι δε είναι συνήθως kitsch, μελοδραματικός και αγράμματος, ο λαϊκισμός είναι "αταξικός", υπό την έννοια ότι διαπερνάει μορφωτικά, κοινωνικά και οικονομικά στρώματα.

Κοινωνιολογική προσέγγιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίκληση στην αυθεντία της μάζας και η καταγγελία των ελίτ χάνονται στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας: ο Ιησούς Χριστός και ο προφήτης Μωάμεθ είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Όταν όμως οι ιστορικοί και οι κοινωνικοί επιστήμονες αναφέρονται στο λαϊκισμό, αυτό έχει να κάνει με φαινόμενα της Νεωτερικής εποχής. Γνωστά παραδείγματα λαϊκιστών ηγετών είναι ο Θίοντορ Ρούζβελτ, ο Σιμόν Μπολιβάρ και ο Αδόλφος Χίτλερ. Ο λαϊκισμός έχει μία εντυπωσιακή ικανότητα κινητοποίησης του πλήθους. Αυτό μπορεί να είναι καλό ή κακό: ο Χίτλερ οδήγησε την Ευρώπη στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στο Ολοκαύτωμα, αλλά υπήρξαν πολλοί λαϊκισμοί με εξαιρετικά προοδευτικό ρόλο στην ανθρώπινη ιστορία.[6] Στο Ιράν ο Μοχάμεντ Μοσσαντέκ χρησιμοποίησε τη λαϊκιστική κινητοποίηση για τη χειραφέτηση της χώρας του από ξένους πάτρωνες και για να εθνικοποιήσει την πετρελαϊκή βιομηχανία που ήταν υπό βρετανικό έλεγχο. Αυτό οδήγησε στην ανατροπή του από πραξικόπημα που οργάνωσε η CIA.

Επειδή σε πολλές περιοχές του Τρίτου Κόσμου, κυρίως στη Λατινική Αμερική, λαϊκιστές ηγέτες πολεμούσαν τα Δυτικά συμφέροντα, ο χαρακτηρισμός «λαϊκιστής» απέκτησε αρνητική χροιά στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, και η λιτανική καταγγελία του «ανεύθυνου λαϊκισμού» ανήκε στο ιδεολογικο-πολιτικό οπλοστάσιο της Αμερικανικής κυβέρνησης και των κυβερνήσεων των άλλων χωρών του ΝΑΤΟ, που ήθελαν να αποτρέψουν την εθνικοποίηση πλουτοπαραγωγικών πηγών.[7] Όμως ο λαϊκισμός είχε αξιόλογη παρουσία και στις ίδιες της ΗΠΑ με το Κόμμα του Λαού (People's Party) στα τέλη του 19ου αιώνα, και φιγούρες όπως ο Huey Long, κυβερνήτης της Λουιζιάνα το 1928-1932, με σύνθημα του "every man a king" (κάθε άνθρωπος βασιλιάς), ο οποίος τελικά δολοφονήθηκε.

Σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ευρωσκεπτικιστές συχνά χαρακτηρίζονται λαϊκιστές από τους υποστηρικτές της Ενωμένης Ευρώπης.

Στην Ελλάδα, ο Νίκος Μουζέλης και ο Γιάννης Σταυρακάκης είναι μεταξύ των μελετητών του λαϊκισμού με συμμετοχή στον διεθνή ακαδημαϊκό διάλογο. Ο πρώτος θεωρεί τον λαϊκισμό περισσότερο ως αρνητικό φαινόμενο, ενώ ο δεύτερος υποστηρίζει τις μεγάλες δυνατότητες κινητοποίησης σε δημοκρατική και χειραφετητική κατεύθυνση που διαθέτει ο λαϊκισμός. Τις απόψεις του Σταυρακάκη φαίνεται πως τις συμμερίζονται πλέον ανοιχτά και άλλοι σημαίνοντες διανοούμενοι, όπως ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο οποίος μάλιστα αναρωτιέται σε πρόσφατο άρθρο του: "Μήπως η δημοκρατία θα έπρεπε να επανιδρυθεί ως «λαϊκιστική»;".

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νούτσος, Παναγιώτης, «Από το ‘λαό’ των Διαφωτιστών στη ‘λαϊκή δημοκρατία’ των μαρξιστών. Για την κατανόηση του ‘λαϊκισμού’». Δωδώνη 14/Γ΄ (1985), 9-19.
  • Νίκος Δεμερτζής, «Λαϊκισμός και μνησικακία. Μια συμβολή της (πολιτικής) κοινωνιολογίας των συγκινήσεων»[1]

Σχετικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση, βιβλίο των Νικόλα Σεβαστάκη & Γιάννη Σταυρακάκη (Νεφέλη, 2012)

Λαϊκισμός «και άλλα Δαιμόνια», άρθρο του Νικου Xρυσολωρα (Η Καθημερινή, 12/07/2009)

Ο νέος αριστερός λαϊκισμός, άρθρο του Ανδρέα Πανταζόπουλου (Κυρ. Ελευθεροτυπία, 09/03/2008)

Λαϊκισμός: έγκλημα ή διέξοδος;, άρθρο των Κατσαμπέκη & Σταυρακάκη (Κυρ. Αυγή, 19/12/2010)

Ο αναγκαίος λαϊκισμός. Συνέντευξη με τον Ερνέστο Λακλάου (Εποχή, 5/12/2010)

Η πρόκληση του ακροδεξιού λαϊκισμού, άρθρο του Ανδρέα Πανταζόπουλου (Ελευθεροτυπία, 18/06/2004)

Ιστοσελίδα του επιστημονικού συνεδρίου "Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Δημοκρατία" (27-28 Ιανουαρίου 2012, ΑΠΘ, Θεσ/νίκη)

Συνέντευξη της Σαντάλ Μουφ στην εφημερίδα "Αυγή" για την κρίση, τον ΣΥΡΙΖΑ, και τον λαϊκισμό (26/05/2013)

Το φάντασμα του λαϊκισμού, άρθρο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά (Εφημερίδα των συντακτών, 1/4/2013)