Τανζιμάτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O όρος Τανζιμάτ περιγράφει μια σειρά από μεταρρυθμίσεις με στόχο την αναδιοργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε επίπεδο διοίκησης, οικονομίας και σχέσεών της με τους υπηκόους της. Τοποθετείται χρονικά στο διάστημα 1839-1876. Η λέξη τανζιμάτ, στην οθωμανική διάλεκτο σημαίνει αναδιοργάνωση, ενώ για τους δυτικούς ερμηνεύτηκε ως εκσυγχρονισμός. Πρωτοπόροι του Τανζιμάτ θεωρούνται οι Σουλτάνοι: Σελήμ Γ΄, Μουσταφά Δ΄, ο Μέγας Βεζίρης Μουσταφά Ρεσίτ πασάς, επίσης ο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ καθώς και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ΄, το έργο των οποίων συνέχισε βεβαίως ο Κεμάλ Ατατούρκ, στη νεοσύστατη Τουρκία. Βασικά διατάγματα (φιρμάνια) του Τανζιμάτ ήταν το Αυτοκρατορικό Διάταγμα του Ροδώνα (Γκιουλχανέ Χατ-ι Σερίφ (1839), και το Διάταγμα της Εμπέδωσης των Μεταρρυθμίσεων (Ισλαχάτ Φεμανί ή Χαττ-ι-Χουμαγιούν) του 1856.

Τα αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάρτα του 1895 για τον εορτασμό του Συντάγματος του 1876.

Η κίνηση αυτή για την αναδιοργάνωση του καταρρέοντος οθωμανικού κράτους προερχόταν από δύο διαφορετικές και ίσως με αλληλο-συγκρουόμενα συμφέροντα ομάδες. Η μια ήταν "εσωτερική" που την κατεύθυναν αυτοί που επιδίωκαν να αναδιοργανώσουν το κράτος, προκειμένου αυτό να μπορεί να ανακτήσει την παλιά στρατιωτική και οικονομική του ισχύ και έτσι να ανεξαρτητοποιηθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η δε άλλη ήταν "εξωτερική" που κατευθύνονταν από τις ίδιες τις Μεγάλες Δυνάμεις, βεβαίως με τους υποστηρικτές της πολιτικής τους εντός του οθωμανικού κράτους, που επεδίωκαν τις μεταρρυθμίσεις αυτές προκειμένου να φιλελευθεροποιήσουν τις δομές του κράτους, να εξαλείψουν τις θρησκευτικές διακρίσεις και να διευκολύνουν έτσι την διείσδυση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων, θεωρώντας πως η εδαφική ακεραιότητα του κράτους ήταν εξασφαλισμένη από τις ίδιες. Οι διαφορές αυτές που θα μείνουν σε επίπεδο υψηλόβαθμων αξιωματούχων κατά την πρώτη περίοδο θα γίνουν εντονότερες στα τελευταία χρόνια του Τανζιμάτ και στην περίοδο που θα ακολουθήσει. Αλλά και αυτό ακόμη το κίνημα των Νεοτούρκων το 1908 στη Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί παρά εκδήλωση των μεταρρυθμιστικών εκείνων ομάδων που συνέχισαν να υφίστανται και μετά το τέλος του φιλελεύθερου διαλείμματος.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη συντριβή του οθωμανικού στόλου (τουρκοαιγυπτιακού) από τον ενωμένο στόλο των Μεγάλων Δυνάμεων στο Ναυαρίνο το 1827, τη Συνθήκη της Αδριανούπολης το 1829, το "Συνέδριο του Λονδίνου" όπου αναγνωρίσθηκε το ανεξάρτητο Βασίλειο της Ελλάδος αφενός, καθώς και η συντριβή των οθωμανικών στρατευμάτων από τις επαναστατικές δυνάμεις του Μωχάμετ Αλή της Αιγύπτου, (1831), και τη Συνθήκη των Δαρδανελίων (1841) αφετέρου, απέδειξαν πως αν το κράτος δεν προχωρούσε σε αναδιοργάνωση των στρατιωτικών και διοικητικών δομών του θα κατέρρεε πολύ γρήγορα. Όταν μάλιστα οι Αιγύπτιοι εισέβαλλαν στη Μικρά Ασία, απειλώντας την έδρα της Οσμανλικής δυναστείας, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' αναγκάστηκε τότε, για να εξασφαλίσει τη διπλωματική υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων, να υποσχεθεί ότι θα προέβαινε σε μεταρρυθμίσεις και θα καταργούσε τις διακρίσεις σε βάρος των Χριστιανών υπηκόων του.

Έτσι μετά την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων άρχισε η προετοιμασία του εκσυχρονισμού που έλαβε την ονομασία "Τανζιμάτ", που τελικά όμως, λόγω του θανάτου του Σουλτάνου, αυτή θα αναληφθεί από το διάδοχό του, Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, ο οποίος λίγο μετά την ανάρρησή του στο θρόνο υπό την πίεση κυρίως των Ρώσων, θα εκδόσει στις 2 Νοεμβρίου 1839 το Χάττ-ι-Σερίφ του Γκιουλχανέ, (=Οργανικός νόμος, διάταγμα της αίθουσας των ρόδων).
Με βάση αυτό το διάταγμα καταργούνταν οι διακρίσεις εις βάρος των Χριστιανών, παρέχονταν εγγυήσεις για τη ζωή, την τιμή και την περιουσία τους και έδινε τη δυνατότητα ισότιμης συμμετοχής των χριστιανών στο στρατό και στη διοίκηση του κράτους. Βέβαια σε μεγάλο βαθμό αυτές οι εγγυήσεις έμεναν στα χαρτιά και οι διακρίσεις σε βάρος των Χριστιανών συνεχίζονταν. Με αφορμή αυτές τις διακρίσεις η Ρωσία άρχισε να ασκεί πρόσθετες πιέσεις για επέμβαση στο εσωτερικό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία όμως με την υποστήριξη των Αγγλογάλλων αρνήθηκε να υποχωρήσει με συνέπεια να ξεσπάσει ο Κριμαϊκός πόλεμος. Είχε γίνει όμως σαφές στους Οθωμανούς πως οι διακρίσεις αυτές θα αποτελούσαν πάντοτε για τις Μ. Δυνάμεις αιτία επέμβασης στα εσωτερικά της Χώρας τους. Όταν όμως αντιλήφθηκαν πως οι Μ. Δυνάμεις σχεδίαζαν συλλογική επέμβαση για την εξάλειψη των διακρίσεων αποφάσισαν να δράσουν πρώτοι, και έτσι το 1856 δημοσιεύτηκε το διάταγμα του Χαττ-ι Χουμαγιούν, που επαναλάμβανε με ρητό τρόπο τις προηγούμενες ρυθμίσεις και καλούσε τους Οθωμανούς αξιωματούχους να σέβονται απόλυτα τις σχετικές αποφάσεις.

Την περίοδο αυτή μάλιστα θα κυριαρχήσουν πολιτικοί που υποστήριζαν αυτές τις μεταρρυθμίσεις και επιδίωκαν τον εξευρωπαϊσμό του κράτους. Μάλιστα το 1869 με νομοθετική πράξη παραχωρούνταν σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκείας, η Οθωμανική υπηκοότητα. Η μεταρρυθμιστική κίνηση θα κορυφωθεί το 1876 με την ανακήρυξη του πρώτου Τουρκικού Συντάγματος. Η άνοδος όμως στο θρόνο του απολυταρχικού Αμπντούλ Χαμίτ Β' και το ξέσπασμα του Ρωσο-Τουρκικού πολέμου του 1877-1878 ανέστειλαν τη διαδικασία φιλελευθεροποίησης και οδήγησαν στην επιστροφή του παλιού απολυταρχικού καθεστώτος.

Πρόσωπα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]