Σταυρομύτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σταυρομύτης
Ενήλικος αρσενικός σταυρομύτης
Ενήλικος αρσενικός σταυρομύτης
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Σπιζίδες (Fringillidae)
Υποοικογένεια: Ακανθυλλίνες [i] (Carduelinae) [1]
Γένος: Λοξίας (Loxia) (Linnaeus, 1758) F
Είδος: L. curvirostra
Διώνυμο
Loxia curvirostra (Λοξίας ο κυρτόραμφος)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Loxia curvirostra altaiensis
Loxia curvirostra bendirei
Loxia curvirostra balearica
Loxia curvirostra corsicana
Loxia curvirostra curvirostra
Loxia curvirostra grinnelli
Loxia curvirostra guillemardi
Loxia curvirostra himalayensis
Loxia curvirostra japonica
Loxia curvirostra luzoniensis
Loxia curvirostra meridionalis
Loxia curvirostra mesamaricana
Loxia curvirostra minor
Loxia curvirostra poliogyna
Loxia curvirostra pusilla
Loxia curvirostra reai
Loxia curvirostra stricklandi
Loxia curvirostra tianschanica
Loxia curvirostra vividior

Ο Σταυρομύτης είναι στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Σπιζιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Loxia curvirostra και περιλαμβάνει 19 υποείδη.[2][3]

Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος Loxia curvirostra curvirostra (Linnaeus, 1758), με πιθανή την παρουσία του Loxia curvirostra guillemardi (Madarász, 1903) στα ΒΑ. [2]

Ο σταυρομύτης είναι ένα από τα στρουθιόμορφα που, στην Ελλάδα, αποκαλούνται με τη γενικότερη ονομασία σπίζες. [4] Διαθέτει το πιο ασυνήθιστο ράμφος από την συγκεκριμένη ομάδα, διαμορφωμένο εξελικτικά για την εξαγωγή σπερμάτων από τους καρπούς (κώνους) των κωνοφόρων.

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους (Loxia) πιθανόν να είναι (νεο-)λατινική δάνεια λέξης που έχει ελληνική ρίζα και σχετίζεται με την στρεβλή, «λοξή», διευθέτηση του ράμφους του πτηνού.

Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από τον -πιθανό- δανεισμό του όρου από τον θεό Απόλλωνα, ο οποίος απεκαλείτο Λοξίας για λόγους που δεν είναι επακριβώς γνωστοί. Ένας (1) από αυτούς είναι η διφορούμενη ερμηνεία των χρησμών του. [5] [ ii]

Για την λατινική ονομασία του είδους curvirostra, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, αφού η ίδια η λέξη παραπέμπει στο ράμφος του πτηνού: curvus «κυρτός» + rostrum «ράμφος, ρύγχος». [6]

Τόσο η αγγλική (crossbill), όσο και η ελληνική λαϊκή ονομασία του πτηνού αναφέρονται στα διασταυρούμενα τμήματα της ραμφοθήκης του, το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα του είδους.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά, το 1758, από τον Λινναίο στην Σουηδία με την σημερινή του ονομασία. [7] Η ταξινομική του παραμένει ακόμη -μετά από πολυετείς έρευνες- προβληματική, με κύριο χαρακτηριστικό την ευρεία υβριδοποίηση. Πρόσφατες γενετικές μελέτες δείχνουν μικρές διαφορές μεταξύ των taxa στην Ευρώπη, με έμφαση στο γεγονός ότι δεν βρίσκονται σε πλήρη αναπαραγωγική απομόνωση. Από την άλλη, το ποσοστό της υβριδοποίησης παραμένει χαμηλό και, οι διαφορές στο μέγεθος του ράμφους, στον τρόπο πτήσης και τα φωνητικά καλέσματα θεωρούνται επαρκή στοιχεία για τον περιορισμό ευρείας διασταύρωσης μεταξύ τους.

Πλησιέστεροι συγγενείς του θεωρούνται τα είδη Loxia scotica και Loxia pytyopsittacus. Έχει, προφανώς, υβριδιστεί πολλάκις με το Carduelis pinus. Στην δυτική Παλαιαρκτική ζώνη η γεωγραφική διαφοροποίηση εμφανίζεται μάλλον μικρή και σταδιακή, με το Loxia curvirostra curvirostra να γίνεται πιο ανοιχτόχρωμο, φωτεινότερο και μεγαλύτερο από τα δυτικά προς τα ανατολικά, και εντός της Ευρώπης φωτεινότερο από βόρεια προς νότια. Μερικές φυλές διασταυρώνονται με άλλες σε ευρείες περιοχές, στοιχείο επίσης σημαντικό για τον βαθμό ατομικής απόκλισης. Κάποια από τα υποείδη θεωρούνται από μερικούς ερευνητές συνώνυμα, όπως π.χ. το L. c. guillemardi με το L. c. curvirostra, ενώ περαιτέρω συγχωνεύσεις παλαιοτέρων αναγνωρισμένων υποειδών έχουν πραγματοποιηθεί από τους ταξινομικούς, π.χ. hispana (που περιγράφεται στη Μούρθια), mariae (από Κριμαία), vasvarii (ΒΔ Τουρκία), caucasia (Καύκασος) και ermaki (Ν. Αλτάι), με βάση το ότι έχουν πολύ μικρές διαφορές ή παρουσιάζουν ενδιάμεσα χαρακτηριστικά.

Αντιστρόφως, κάποιοι άλλοι πληθυσμοί ενδεχομένως να αξίζουν αναβάθμιση στο επίπεδο του είδους. Η κατάσταση στην ανατολική Παλαιαρκτική και την Ασία δεν έχει ακόμη διερευνηθεί. Στην Βόρεια Αμερική, πολλές προσπάθειες έγιναν για την ταξινόμηση των πληθυσμών βορείως του Μεξικού, σε διαφορετικές και μη επικαλυπτόμενες περιοχές αναπαραγωγής. Η κατάσταση περιπλέχθηκε περαιτέρω από τη διαπίστωση ότι, τα αμερικανικά υποείδη έχουν εμφανείς διαφορές στα φωνητικά τους καλέσματα (σε όλες τις ΗΠΑ και τον Δ. Καναδά), ανιχνεύσιμα με ηχογραφήσεις και ηχογράμματα (sonagrams), αλλά και μορφολογικές διαφορές (κυρίως το μέγεθος ή σχήμα του ράμφους και το χρώμα πτερώματος) τα οποία μπορούν να αποτελέσουν βάση για την αναπαραγωγική απομόνωση αυτών των taxa. Κάτι ανάλογο παρατηρήθηκε αργότερα και στη Ευρώπη, όπου καταγράφηκαν έξι διαφορετικά «είδη» φωνής, με σημαντική αλληλεπικάλυψη στην περιοχή. Ωστόσο, σε πιο πρόσφατη μελέτη στη Δ. Μεσόγειο, ακόμη έξι φωνητικά «είδη» έχουν περιγραφεί, θέτοντας έτσι κάποιες αμφιβολίες για την ταξινομική αξία αυτών των δεδομένων.

Τέλος, μελέτες αποκαλύπτουν ότι οι σταυρομύτες, σε πολλές περιπτώσεις φαίνεται να διατηρούν την ταυτότητά τους μέσω της εξειδίκευσης σε συγκεκριμένα είδη κωνοφόρων, κάτι που αξίζει περαιτέρω μελέτης και διερεύνησης (βλ. Πίνακα υποειδών).

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σταυρομύτης είναι είδος με ευρεία κατανομή στο Βόρειο ημισφαίριο, κυρίως σε Ευρώπη, Ασία και Β. Αμερική και λιγότερο σε Αφρική και Κ. Αμερική, με τους περισσότερους πληθυσμούς να ζουν μόνιμα ή/και να αναπαράγονται στα εδάφη κατανομής τους.

Στην Ευρασία, το είδος ζεί μόνιμα καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Ωστόσο, η κατανομή του δεν είναι «συμπαγής», διότι τα ενδιαιτήματα που προτιμά είναι συγκεκριμένα (βλ. Βιότοπος). Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί είναι αποκλειστικά επιδημητικοί, ενώ στην Ασία υπάρχουν μεγάλες περιοχές διαχείμασης (λ.χ. Ιαπωνία).

Μεγαλύτερη και συμπαγέστερη είναι η εξάπλωση στην Αμερική, με τα εκεί υποείδη να κατανέμονται σε όλες τις ΗΠΑ και στο μεγαλύτερο μέρο του Καναδά, ενώ νότια κατεβαίνουν μέχρι τις ακτές της Νικαράγουα στην Καραϊβική. Οι αμερικανικοί πληθυσμοί είναι τόσο επιδημητικοί όσο και μεταναστευτικοί.

Στην Αφρική, τέλος, το είδος περιορίζεται στο βορειοδυτικό τμήμα της ηπείρου (Μαρόκο, Αλγερία και Τυνησία), με καθιστικούς πληθυσμούς. [8]

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Loxia curvirostra altaiensis Οροσειρές Αλτάι, Σαγιάν και Τούβα (ΒΑ Καζακστάν και Ν Ρωσία), Δ και Β Μογγολία Κωνοφόρο προτίμησης: Picea spp.
2 Loxia curvirostra balearica Κ και Ν Ισπανία, Βαλεαρίδες Νήσοι Ενδημικό στην περιοχή Πιο ογκώδες ράμφος από το 5 και πολύ κοκκινωπό κεφάλι.[9] Κωνοφόρο προτίμησης: Χαλέπιος πεύκη (Pinus halepensis)
3 Loxia curvirostra bendirei ΝΔ ΚαναδάςΓιούκον, Κ Βρετανική Κολομβία, ανατολικά προς ΝΔ Σασκάτσουαν) και ΒΔ ΗΠΑ (Ουαϊόμινγκ) Ν ΗΠΑ
4 Loxia curvirostra corsicana Κορσική Ενδημικό στη νήσο Πιο ογκώδες ράμφος από το 5, πιο ανοικτόχρωμο κεφάλι από το 2.[9] Κωνοφόρο προτίμησης: Μαύρη πεύκη (Pinus nigra)
5 Loxia curvirostra curvirostra Δ, Κ και Β Ευρώπη, από Βρετανικά νησιά και Σκανδιναβία, νότια προς Β Ισπανία, Κ Ιταλία, Ελλάδα, ανατολικά προς Λευκορωσία, Β Ουκρανία, Β Καζακστάν, Β Μογγολία, Β και ΒΑ Σιβηρία, μέχρι τη λεκάνη του Β Αμούρ Είναι το κύριο ευρωπαϊκό υποείδος, πιο βαθυκόκκινο από τα αντίστοιχα αμερικανικά υποείδη
6 Loxia curvirostra grinnelli ΝΔ ΗΠΑ (Καλιφόρνια, Νεβάδα) Περιστασιακά προς Αριζόνα και ΒΔ Μεξικό
7 Loxia curvirostra guillemardi Α Βαλκάνια, Κύπρος, Κριμαία, Τουρκία, περιοχή Καυκάσου Το ♂ περισσότερο κιτρινωπό-πορτοκαλί παρά κοκκινωπό σε σχέση με το 5, αλλά πιο ανοικτόχρωμο κεφάλι από το 2.[9] Το αντίστοιχο ♀ πιο γκριζωπό [10] Πιο ογκώδες ράμφος από το 5.[9][11] Κωνοφόρο προτίμησης: Μαύρη πεύκη (Pinus nigra)
8 Loxia curvirostra himalayensis Ιμαλάια (από Β Ινδία, ανατολικά προς Μπουτάν, νότια υψίπεδα του Θιβέτ, ΔΚ και Ν Κίνα Β Μιανμάρ Κωνοφόρο προτίμησης: Tsuga dumosa
9 Loxia curvirostra japonica ΒΑ Κίνα, ανατολικά προς Α και ΝΑ Σιβηρία, Β και Κ Ιαπωνία, ΒΑ και Α Κίνα, Β Κορέα (;) , Σαχαλίνη, Ν Κουρίλες ΑΚ και Ν Κίνα, Ν Ιαπωνία
10 Loxia curvirostra luzoniensis Β Φιλιππίνες (Β και Δ Λουζόν) Ενδημικό στις οροσειρές Κορδιγιέρα και Θαμπάλες της νήσου Κωνοφόρο προτίμησης: Pinus kesiya
11 Loxia curvirostra meridionalis Ν Βιετνάμ (Ν Ανάμ) Ενδημικό στην περιοχή
12 Loxia curvirostra mesamaricana Γουατεμάλα και Μπελίζ, νοτιοανατολικά προς Β Νικαράγουα Ενδημικό στην περιοχή
13 Loxia curvirostra minor ΝΑ Καναδάς (Οντάριο, ανατολικά προς Νέα Σκωτία), ΒΑ ΗΠΑ ΑΚ ΗΠΑ
14 Loxia curvirostra poliogyna ΒΔ Αφρική (ΒΑ Μαρόκο, Β Αλγερία, Β Τυνησία, Ν Ιταλία (;), Σικελία (;) Πιο ογκώδες ράμφος από το 5.[9] Κωνοφόρο προτίμησης: Χαλέπιος πεύκη (Pinus halepensis)
15 Loxia curvirostra pusilla [[ΒΑ Καναδάς (Νέα Γη και Λαμπραντόρ) ΒΑ ΗΠΑ
16 Loxia curvirostra reai Άινταχο (ΗΠΑ) Ενδημικό στα Κ Βραχώδη Όρη στην πολιτεία
17 Loxia curvirostra stricklandi Ν ΗΠΑ (Αριζόνα, Νέο Μεξικό Μεξικό, Μπελίζ (;)
18 Loxia curvirostra tianschanica ΝΑ Καζακστάν, νότια προς Τατζικιστάν και ΒΔ Κίνα (Τιέν Σαν, ΒΔ Σινκιάνγκ) Β και ΒΔ Κίνα Κωνοφόρο προτίμησης: Picea schrenkiana
19 Loxia curvirostra vividior Κολοράντο (ΗΠΑ) Ενδημικό στην πολιτεία Πιο σκοτεινόχρωμο κεφάλι από το 5. Κωνοφόρο προτίμησης: Πεύκη η βαριά Pinus ponderosa [12]

Πηγές: [2][7][8][13] (σημ. με έντονα γράμματα τα υποείδη που απαντώνται στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικος αρσενικός σταυρομύτης

Η μορφή του ράμφους του σταυρομύτη (βλ. Ράμφος) είναι -συχνά- κάπως ακανόνιστη. Αυτό δείχνει ότι, ακόμη και σε περιοχές στις οποίες ζει μόνιμα ως καθιστικό πτηνό, καταγράφονται έντονες διακυμάνσεις στο ράμφος, με τις περισσότερες από αυτές να βαίνουν παράλληλα με το φάσμα σπερμάτων των προτιμωμένων κωνοφόρων. Μάλιστα, οι -μεμονωμένες- χρονιές ιδιαίτερα υψηλής παραγωγής σπερμάτων συνήθως βρίσκονται ανάμεσα σε -περισσότερες- χρονιές χαμηλότερης παραγωγής, που καθορίζουν και τις μετακινήσεις του πτηνού.

Επιπλέον, σε μεγάλες περιοχές εμφανίζονται ισχυρές «εισβολές» ανά τακτά χρονικά διαστήματα. [14] Πίσω από αυτό, πιστεύεται ότι «κρύβεται» αντιστοιχία μεταξύ της υψηλής πυκνότητας πληθυσμού και της αποδημίας που μπορεί να πυροδοτείται από αυτήν και, είναι δυνατόν να προλαμβάνει τον υπερπληθυσμό των περιοχών στις οποίες συμβαίνει. Σε αυτές τις περιπτώσεις παρατηρείται νωρίτερη επιστροφή -κατά το δεύτερο έτος μετά την «εισβολή»- κάποιων ατόμων στα πατρογονικά εδάφη αναπαραγωγής τους. [15][16]

Στα χρόνια καλής παραγωγής σπερμάτων, οι βόρειοι και ανατολικοί πληθυσμοί μετακινούνται σε μεγάλους αριθμούς προς την Κ. Ευρώπη. Αλλά και στην περίπτωση έλλειψης τροφής, οι πληθυσμοί συχνά αποδημούν κατά μήκος μεταναστευτικών οδών στις ίδιες περιοχές ή και μακρύτερα. Τα σμήνη κινούνται κυρίως με νοτιοδυτική κατεύθυνση, και μπορούν να φθάσουν την Ισπανία ή ακόμη και στην Β. Αφρική. Εξαίρεση αποτελούν οι σκανδιναβικοί πληθυσμοί που κινούνται προς την Αγγλία. Οι μεταναστεύσεις των βορείων πληθυσμών πραγματοποιούνται κυρίως από Ιούνιο μέχρι Αύγουστο, ωστόσο, σε ακραίες περιπτώσεις αυτό μπορεί να συμβαίνει από τον Απρίλιο μέχρι τον Δεκέμβριο.

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από την Μάλτα και την Ισλανδία, την Ιορδανία, το Αφγανιστάν και το Τατζικιστάν, τήν Λιβύη αλλά και την Γροιλανδία.[8]

Στην Ελλάδα, ο σταυρομύτης απαντά καθ’ όλη την διάρκεια τους έτους ως επιδημητικό πτηνό, σε ολόκληρη σχεδόν την επικράτεια, [10][17][18] ωστόσο η εξάπλωσή του εμφανίζεται κατακερματισμένη, κάτι αναμενόμενο λόγω της φύσης των ενδιαιτημάτων του. Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία του περιορίζεται μόνο στις περιοχές με κωνοφόρα, συνήθως από κάποιο υψόμετρο και πάνω, χωρίς να αποκλείονται οι πεδινές περιοχές. Επίσης, κατά τις μεταναστεύσεις εμφανίζονται και πληθυσμοί από βορειότερα εδάφη αναπαραγωγής, που αναμιγνύονται με τους μόνιμους, κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα. [8][17]

Η παρουσία του στην Κρήτη αμφισβητείται, αν και είχε αναφερθεί παρατήρησή του στα Λευκά Όρη-Φαράγγι Σαμαριάς από τον Ιταλό καθηγητή B. Massa. [19] Αντίθετα, απαντά ως καθιστικό πτηνό στην Κύπρο και, μάλιστα, ως ενδημικό υποείδος (Loxia curvirostra guillemardi) στην περιοχή του Τροόδους (βλ. Πίνακα υποειδών). [11]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικος θηλυκός σταυρομύτης (υποείδος L. c. bendirei

Τα «κλασικά» ενδιαιτήματα αναπαραγωγής του σταυρομύτη περιλαμβάνουν τα εκτεταμένα δάση κωνοφόρων μέχρι την αλπική γραμμή στην Ευρώπη, κυρίως εκείνα της ελάτης (Abies spp.) και της ερυθρελάτης (Picea spp.). Αν και συχνάζει -ιδιαίτερα στο νότο- στις ορεινές περιοχές της κατανομής του, σε ορισμένες περιπτώσεις απαντά σε δάση ερυθρελάτης στα πεδινά. Επιπλέον, σε μικτά δάση, σε πάρκα και μεγάλους κήπους με μεμονωμένα κωνοφόρα.

Το υψομετρικό εύρος των ενδιαιτημάτων του κυμαίνεται από τα 800-4.100 μέτρα. Στις περιοχές του Νεπάλ απαντά από τα (2.100-) 2.590 έως τα 3.660 μέτρα. [20][21]

Στην Ελλάδα ο σταυρομύτης ανευρίσκεται κυρίως σε δάση κωνοφόρων και σε άλλα αειθαλή δάση, [17] αλλά είναι αρκετά σπάνιος. [10] Κατά την περίοδο φωλιάσματος προτιμά την ερυθρελάτη στα βόρεια, την μαύρη πεύκη, την δασική πεύκη και το ρόμπολο, στις υπόλοιπες περιοχές. Κατά το χειμώνα συχνάζει περισσότερο σε χαλέπιο ή τραχεία πεύκη, ενώ συνήθως αποφεύγει τα έλατα. [10]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικοι αρσενικοί σταυρομύτες του υποείδους L. c. bendirei (διακεκριμένη φωτογραφία)

Ο σταυρομύτης είναι είδος που ξεχωρίζει εύκολα από τις άλλες ευρωπαϊκές σπίζες λόγω του χαρακτηριστικού ράμφους του. Γενικά, πρόκειται για πτηνό με μέγεθος λίγο μεγαλύτερο από εκείνο ενός σπουργιτιού με όμορφα χρώματα, τα οποία ποικίλλουν ανάλογα με το υποείδος. Αλλά και τα φύλα διαφέρουν χρωματικά μεταξύ τους (ελαφρός φυλετικός διμορφισμός), με τα αρσενικά να έχουν ως κύριο χρώμα το καστανοκόκκινο (κεραμιδί), ενώ στα θηλυκά κυριαρχεί το κιτρινοπράσινο (λαδί).

Το κεφάλι είναι στρογγυλεμένο και ισχυρό, η δε ουρά, κοντή και διχαλωτή. Στις πτέρυγες παρατηρούνται πολύ λεπτές, λευκές ραβδώσεις, εμφανέστερες στο θηλυκό. Οι ταρσοί και τα πόδια είναι ανοικτά καφέ, ενώ η ίριδα είναι μαύρη.

Τα ενήλικα αρσενικά είναι κατά κύριο λόγο κοκκινωπά ή καστανοκόκκινα στο χρώμα του τούβλου (sic), ενώ το ουροπύγιο έχει πιο φωτεινό κόκκινο χρώμα. Όμως, ανάλογα με την τροφή, το πτέρωμα του αρσενικού μπορεί να πάρει ένα κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα εκτός από το κόκκινο, όπως λ.χ. κιτρινοπράσινα «μπαλώματα», [10] ιδιαίτερα κατά την χειμερινή περίοδο. [22] Οι πτέρυγες και η ουρά είναι σκούρες καφέ, ενώ και το κάτω μέρος του σώματος είναι, επίσης, κοκκινωπό. Τα ωτικά καλυπτήρια είναι σκουρόχρωμα.

Τα θηλυκά έχουν κυρίως κιτρινοπράσινο ή λαδί χρώμα, με κίτρινο ουροπύγιο. Το κεφάλι, ο τράχηλος, ο μανδύας (mantle) και η κοιλιά είναι γκρίζα. Το στέμμα του κεφαλιού είναι, επίσης, λαδί με πολύ μικρές σκοτεινόχρωμες κουκίδες.

Τα νεαρά άτομα είναι αρκετά διαφορετικά από τους ενήλικες, με πρασινόγκριζο προς καφετί χρώμα πτερώματος και χαρακτηριστικές σκούρες ραβδώσεις στην κάτω επιφάνεια. Μερικές από αυτές τις ραβδώσεις μπορεί να παραμένουν και στο πτέρωμα του 1ου χειμώνα. [10] Το λοξό τους ράμφος είναι ήδη διαμορφωμένο. Τα νεαρά αρσενικά μπορεί να αναγνωριστούν από το πορτοκαλί έως κιτρινωπό-πράσινο χρώμα, το οποίο αλλάζει με το χρόνο σε κοκκινωπό-κίτρινο.

Ράμφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ράμφος του σταυρομύτη είναι το κύριο διαγνωστικό του στοιχείο. Είναι γκρίζο, ογκώδες -όμως, όχι όσο του κοκκοθραύστη- και χαρακτηρίζεται αφ’ ενός από το μεγάλο ύψος της ραμφοθήκης σε σχέση με το μήκος της, αφ’ ετέρου από τα διασταυρούμενα άκρα της. Η μορφή του ποικίλλει ανάλογα με το υποείδος και είναι σημαντικό διαγνωστικό στοιχείο αναγνώρισης. Σε μερικές περιπτώσεις, το ύψος και το σχήμα της ραμφοθήκης είναι τέτοιο που, το ράμφος μοιάζει πολύ με εκείνο ενός παπαγάλου. [10]

Ανατομική του κρανίου και των γνάθων του σταυρομύτη (σκίτσο του 1843)

Συγκεκριμένα, τα αγκιστρωτά άκρα της ραμφοθήκης αποκλίνουν της ευθείας γραμμής και διασταυρώνονται χιαστί, έτσι ώστε το ακραίο τμήμα της γναθοθήκης να περνάει κάτω και λοξά από το αντίστοιχο της ρινοθήκης. Αποτελεί τυπικό παράδειγμα οργανικής δομής, εξελικτικά διαμορφωμένης προς εξυπηρέτηση κάποιου συγκεκριμένου σκοπού. Στην περίπτωση αυτή, το ράμφος του σταυρομύτη είναι διαμορφωμένο για να έχει πρόσβαση στα λέπια των κώνων των κωνοφόρων και την εξαγωγή των σπερμάτων από αυτούς. Πάντως, τα στοιχεία αυτά που χαρακτηρίζουν το ράμφος δεν είναι πάντοτε ορατά από κάποια απόσταση. [14]

  • Σημειωτέον ότι, όχι μόνον η ραμφοθήκη ως ενιαίο σύνολο, αλλά και η μέση ραχιαία γραμμή (culmen), όπως και η μέση κοιλιακή γραμμή (gonys), της ρινοθήκης και της γναθοθήκης, αντίστοιχα, είναι σημαντικά διαγνωστικά στοιχεία μεταξύ των ειδών και υποειδών. Για παράδειγμα, στο είδος Loxia pytyopsittacus η μέση ραχιαία γραμμή είναι έντονα καμπυλωτή, ενώ εκείνη του παρόμοιου Loxia curvirostra είναι λιγότερο κυρτή. [10]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (15-) 16 έως 17 εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 27 έως 30 εκατοστά
  • Βάρος: μέσος όρος 37,23 γραμμάρια [37-38 (-40)] γραμμάρια [21]

(Πηγές: [9][10][12][14][20][22][23][24][25][26][27][28])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το διαιτολόγιο του σταυρομύτη αποτελείται κυρίως από σπέρματα ερυθρελάτης, αλλά και άλλων κωνοφόρων, όπως ελάτης, πεύκου, λάρικος και σημύδας. Επιπλέον, μπορεί να περιλαμβάνει φύλλα και μπουμπούκια ανθέων, πευκοβελόνες και δρύπες ή σωροκάρπια από δρύπες (berries).

Ωστόσο, κατά την διάρκεια του καλοκαιριού στρέφεται και σε μικρά έντομα, όπως αφίδες, κάμπιες και αράχνες. Μάλιστα, στο κυνήγι εντόμων ο σταυρομύτης μπορεί να ανοίγει τους κώνους για να τα συλλάβει. Η διατροφή των νεοσσών περιλαμβάνει κυρίως έντομα και σπέρματα κωνοφόρων.

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πτήση του σταυρομύτη χαρακτηρίζεται ως ισχυρή και ευθεία. Συνήθως αρχίζει με χαρακτηριστικό κάλεσμα και η κίνηση του πτηνού γίνεται προς την κορυφή των δένδρων στα οποία συχνάζει. Τα φτεροκοπήματα διακόπτονται από σύντομες φάσεις αερολίσθησης (glides).

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σταυρομύτης είναι ημερόβιο και ελάχιστα εδαφικό πτηνό, υπερασπίζεται δηλαδή την φωλιά του, αλλά όχι όλη την περιοχή φωλιάσματος. Σε όλες τις εποχές συμπεριφέρεται πολύ διακριτικά, αναζητώντας καταφύγιο στα ψηλά κωνοφόρα. Κατά την περίοδο αναπαραγωγής, συγκροτεί μικρές ομάδες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αναλογία των αρσενικών αντιστοιχεί σε εκείνη των θηλυκών. Συμβαίνει συχνά οι σταυρομύτες να αναμιγνύονται με τα άλλα τρία ευρωπαϊκά είδη του γένους Loxia.

Κινείται με ακροβατικές κινήσεις στα υψηλότερα τμήματα των κωνοφόρων, ενώ η κίνησή του, έχει εύστοχα περιγραφεί ότι, μοιάζει με εκείνη ενός παπαγάλου. [25][26] Σπάνια κατεβαίνει στο έδαφος, συνήθως μόνο για να πιεί νερό.[25]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φώλιασμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεαρός σταυρομύτης

Ο σταυρομύτης είναι σεξουαλικά ώριμος ήδη κατά το επόμενο έτος της γέννησής του. Συνήθως είναι μονογαμικός, αλλά σε μεμονωμένες περιπτώσεις εμφανίζεται το φαινόμενο της διγυνίας, δηλαδή το ζευγάρωμα ενός αρσενικού με δύο θηλυκά. [15][16] Η διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου και η θέση φωλιάσματος ποικίλλουν από χρόνο σε χρόνο και εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες και από την διαθεσιμότητα τροφής. Στους κεντροευρωπαϊκούς πληθυσμούς εκτείνεται από τον (Δεκέμβριο-) Ιανουάριο έως τον Απρίλιο (-Μάιο), [14] ενώ σε ευνοϊκές χρονιές, η ωοτοκία μπορεί να είναι διπλή. Προτιμώνται εδάφη αναπαραγωγής, όπου υπάρχει αρκετά μεγάλη ποσότητα τροφής. Μικρές ομάδες αρχίζουν ταυτόχρονα να σχηματίζονται, συνήθως 2-5 ζευγάρια, έτσι ώστε υπάρχει ένα μίνιμουμ επίπεδο εδαφικής διεκδίκησης σε μια μικρή περιοχή. Αργότερα, τα νεαρά πουλιά της πρώτης γέννας συχνά βοηθούν τους γονείς τους στη σίτιση των νεοσσών της δεύτερης.

Η ακριβής επιλογή της θέσης που θα κατασκευαστεί η φωλιά καθορίζεται από το θηλυκό. Βρίσκεται κυρίως στα κωνοφόρα δέντρα σε ένα οριζόντιο κλάδο καλά κρυμμένο, 4-30 μέτρα από το έδαφος. Η φωλιά κατασκευάζεται από το θηλυκό, ενώ το αρσενικό βοηθάει μόνον στον ανεφοδιασμό υλικών. Είναι καλά προφυλαγμένη από τα καιρικά φαινόμενα, όπως το χιόνι, μικρή σε μέγεθος και κατασκευασμένη από κλαδιά, χόρτα, φλοιούς δένδτων και βρύα. Το υλικό επίστρωσης είναι χόρτα, λειχήνες, φτερά μαλλί και τρίχες που, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, είναι λεπτότερο ή παχύτερο.

Η γέννα αποτελείται από 2-4 (σπάνια 5) αβγά που εναποτίθενται κάθε δεύτερη ημέρα. Οι διαστάσεις τους είναι 21,9 x 16,0 χιλιοστά. [29] Η επώαση αρχίζει με την εναπόθεση του πρώτου αβγού, πραγματοποιείται μόνον από το θηλυκό -που σιτίζεται από το αρσενικό- και διαρκεί 13 έως 16 ημέρες.

Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι και καλύπτονται με πυκνό γκρίζο χνούδι. Η ραμφοθήκη δεν είναι ακόμη λοξά διευθετημένη. Μόνο μετά από περίπου 45 ημέρες διασταυρώνονται οι δύο γνάθοι στα άκρα τους, έτσι ώστε το νεαρό πουλί να μπορεί να τρέφεται με σπέρματα κωνοφόρων ανεξάρτητα από τους γονείς του. Μετά την ασύγχρονη εκκόλαψη, οι νεοσσοί σιτίζονται για 15 ημέρες, περίπου, από το θηλυκό, με έντομα τα οποία φέρνει το αρσενικό. Κατόπιν, η σίτιση των νεοσσών πραγματοποιείται και από τους δύο γονείς.

  • Επειδή, ακόμη και σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες τα μικρά πουλιά πρέπει να μένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα μόνα τους, αφού οι γονείς αναζητούν τροφή, πέφτουν συχνά σε κατάσταση περιορισμένης νάρκωσης για την αποφυγή ενεργειακής σπατάλης, αλλά μετά από λίγα λεπτά είναι και πάλι ενεργά.

Ανάλογα με την διάρκεια της ημέρας στα γεωγραφικά πλάτη αναπαραγωγής, ο χρόνος πτέρωσης των νεοσσών (fledging period), μπορεί να κυμαίνεται από 16 έως 25 ημέρες. Μετά την αναχώρηση από τη φωλιά, και οι δύο γονείς σιτίζουν τα νεαρά πουλιά για περίπου 8 ημέρες μαζί, έως ότου τελικά τα αναλαμβάνει αποκλειστικά το αρσενικό, επειδή το θηλυκό απασχολείται με την δεύτερη ωοτοκία. Μετά από 5 έως 8 εβδομάδες, τα νεαρά πουλιά ανεξαρτητοποιούνται. Ο σταυρομύτης μπορεί να φτάσει τα 2-5 έτη στη φύση κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, αλλά σε αιχμαλωσία, μπορεί να γίνει μέχρι 15 ετών.

Στην Ελλάδα, το είδος φωλιάζει στις ορεινές περιοχές των εδαφών που καταλαμβάνει κατά την αναπαραγωγική περίοδο σε όλη την επικράτεια. [10]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To είδος δεν φαίνεται να διατρέχει κάποιο σοβαρό κίνδυνο που να απειλεί την αναπαραγωγή του και αξιολογείται από την IUCN ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC).[30] Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί αναπαραγωγής αποτελούν κάτι λιγότερο από το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού. Παρά το γεγονός ότι υπήρξαν διακυμάνσεις μεταξύ των ετών 1990 και 2000, ήταν αποφασιστική η σταθερότητα των βασικών πληθυσμών στη Ρωσία και Φινοσκανδιναβία.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλη λόγια ονομασία του είδους είναι: Λοξίας ο σταυρορραμφής. [17][31]

Λαϊκές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σταυρομύτης απαντά στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες Γενηντουνιάς, Ελατοσταυρομύτης, Κουκουναράς (Αττική) και Στραβομύτης. [17][31]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^ Η ονομασία Ακανθυλλίνες είναι άμεση απόδοση της λατινικής λέξης Carduelinae, από το carduus «άκανθα, αγκάθι». [6]

ii. ^ Η ίδια η λέξη Λοξίας, αναφέρεται αυτούσια ως επίκληση του θεού Απόλλωνα. Κατά τον Οινοπίδη, ο Απόλλωνας –ως θεός του Ήλιου, «εκπορεύεται τον λοξόν κύκλον, από δυσμών εις ανατολάς κινούμενος». [32]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 746
  2. 2,0 2,1 2,2 Howard and Moore, p. 756
  3. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt
  4. ΠΛΜ 61, 202
  5. Μπαμπινιώτης, σ. 1021
  6. 6,0 6,1 http://books.google.gr/books?id=m2QSAAAAIAAJ&pg=PA268&redir_esc=y#v=onepage&q&f=false
  7. 7,0 7,1 http://ibc.lynxeds.com/species/red-crossbill-loxia-curvirostra
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22720646
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 Heinzel et al, p. 352
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 10,5 10,6 10,7 10,8 10,9 Mullarney et al, p. 356
  11. 11,0 11,1 Σφήκας, σ. 96
  12. 12,0 12,1 Gray, p. 237
  13. http://birdsofkazakhstan.com/
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 Bruun, p. 286
  15. 15,0 15,1 Münch
  16. 16,0 16,1 Urs N. Glutz von Blotzheim
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 17,4 Όντρια (Ι), σ. 160
  18. Κόκκινο Βιβλίο, σ. 162
  19. Σφήκας, σ. 76
  20. 20,0 20,1 Grimmett et al, p. 258
  21. 21,0 21,1 http://www.birdlife.org/datazone/species/factsheet/22720646/additional
  22. 22,0 22,1 Perrins, p. 198
  23. Flegg, p. 232
  24. Όντρια, σ. 160
  25. 25,0 25,1 25,2 Scott & Forrest, p. 218
  26. 26,0 26,1 Singer, p. 359
  27. http://www.ibercajalav.net
  28. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  29. Harrison, p. 308
  30. http://www.iucnredlist.org/details/22720646/0
  31. 31,0 31,1 Απαλοδήμος, σ. 53
  32. ΠΛ: 9, 495

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bezzel Einhard: BLV Handbuch Vögel. BLV Buchverlag GmbH & Co. KG, München, 2006, ISBN 3-8354-0022-3
  • Bezzel Einhard: Kompendium der Vögel Mitteleuropas. Singvögel. Wiesbaden, 1993
  • BirdLife International. 2004. Birds in Europe: population estimates, trends and conservation status. BirdLife International, Cambridge, U.K.
  • Brazil, M. 2009. Birds of East Asia: eastern China, Taiwan, Korea, Japan, eastern Russia. Christopher Helm, London.
  • Classen/Massoth: Handbuch für Cardueliden II. Pforzheim, 1994
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at: http://www.iucnredlist.org. (Accessed: 19 June 2012).
  • Münch Hans: Die Kreuzschnäbel. Neue Brehm Bücherei, Westarp Wissenschaften, Aula Verlag, ISBN 3-89432-442-2
  • Peterson Roger, Guy Montfort, F. A. D. Hollom: Die Vögel Europas. Paul Parey Verlag, Hamburg und Berlin, 9. Auflage 1966, ISBN 3-490-05518-7
  • Rich, T.D.; Beardmore, C.J.; Berlanga, H.; Blancher, P.J.; Bradstreet, M.S.W.; Butcher, G.S.; Demarest, D.W.; Dunn, E.H.; Hunter, W.C.; Inigo-Elias, E.E.; Martell, A.M.; Panjabi, A.O.; Pashley, D.N.; Rosenberg, K.V.; Rustay, C.M.; Wendt, J.S.; Will, T.C. 2004. Partners in flight: North American landbird conservation plan. Cornell Lab of Ornithology, Ithaca, NY.
  • Urs N. Glutz von Blotzheim: Handbuch der Vögel Mitteleuropas 14/2, Passeriformes. Aula Verlag, Wiesbaden, 1997, ISBN 3-89104-610-3
  • Wolters Hans E.: Die Vogelarten der Erde. Berlin, 1975-1982
  • Wüst W.: Die Brutvögel Mitteleuropas. München, 1979
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Fichtenkreuzschnabel (Art) της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).