Γιούκον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η θέση του Γιούκον στην Βόρειο Αμερική.
Η σημαία του Γιούκον.

Το Γιούκον (αγγλ./γαλλ., Yukon) είναι «έδαφος» του Καναδά, δηλαδή περιοχή υπό τον πιο άμεσο έλεγχο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της χώρας.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γιούκον έχει το σχήμα ενός τριγώνου. Δυτικά χωρίζεται από την Αλάσκα με τον 141ο μεσημβρινό και νότια χωρίζεται από την Βρετανική Κολομβία με τον 60ο παράλληλο. Ανατολικά συνορεύει με τα Βορειοδυτικά Εδάφη. Στα βόρεια, ένα μικρό τμήμα του Γιούκον βρέχεται από την Θάλασσα Μπωφόρ του Αρκτικού Ωκεανού.

Η έκταση του Γιούκον είναι 482.443 km2 (περίπου τετραπλάσια από την έκταση της Ελλάδας, αλλά ο πληθυσμός του ανέρχεται μόνον σε 31.000 κατοίκους (εκτίμηση 2007). Πρωτεύουσα του Γιούκον είναι το Γουάιτχορς (αγγλ., Whitehorse, δηλ. Άσπρο άλογο) με πληθυσμό 23.300 κατοίκους. Άλλες σημαντικές κωμοπόλεις είναι το Ντώσον Σίτυ (Dawson City, 1.200 κάτοικοι) και το Γουώτσον Λέικ (Watson Lake, 1.100 κάτοικοι).

Το Γιούκον έλαβε το όνομά του από ομώνυμο ποταμό της περιοχής. Γιούκον στην γλώσσα των αυτοχθόνων Γκουίτσιν (αγγλ., Gwich’in) σημαίνει μεγάλος ποταμός. Το Γιούκον είναι κατεξοχήν ορεινή περιοχή και το μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται από τα Βραχώδη Όρη. Μέσα στην έκτασή του βρίσκεται το Όρος Λόγκαν, το οποίο, με υψόμετρο 5.959 m, είναι το δεύτερο υψηλότερο όρος της Βορείου Αμερικής.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρυσωρυχείο στο Κλοντάικ του Γιούκον, τέλη του 19ου αι. (φωτογραφία από τα Καναδικά Εθνικά Αρχεία).

Προϊστορικά ευρήματα δείχνουν ότι άνθρωποι κατοικούσαν στο Γιούκον πριν από 25.000 έως 50.000 χρόνια. Γύρω στο 800 π.Χ., από μία έκρηξη του ηφαιστείου Τσώρτσιλ κοντά στα σύνορα με την Αλάσκα το νότιο Γιούκον καλύφθηκε από ηφαιστιακή τέφρα. Θρύλοι γι' αυτή την φυσική καταστροφή αναφέρονται ακόμα και στην προφορική παράδοση των αυτοχθόνων των νοτιοδυτικών Ηνωμένων Πολιτειών, και αυτό κάνει πολλούς ανθρωπολόγους να υποστηρίζουν ότι πολλές φυλές αυτοχθόνων μετανάστευσαν την εποχή πριν από την άφιξη των Ευρωπαίων από το Γιούκον προς νοτιότερα.

Οι Ευρωπαίοι άρχισαν να εξερευνούν το Γιούκον για το εμπόριο γούνας και την ανακάλυψη μεταλλευμάτων κατά τα μέσα του 19ου αι. Μαζί με τους τυχοδιώκτες, στην περιοχή εμφανίσθηκαν και αγγλικανοί και καθολικοί ιεραπόστολοι για τον εκχριστιανισμό των «αγρίων». Από το 1869, με την πώληση της Αλάσκας από τους Ρώσους στους Αμερικανούς, εντάθηκε η διαμάχη για τα κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή. Γύρω στα 1885, τρεις μεταλλωρύχοι ανακάλυψαν ψήγματα χρυσού στις όχθες του ποταμού Γιούκον. Μια δεύτερη σημαντική ανακάλυψη χρυσού στις όχθες του ποταμού Κλοντάικ το 1897 προκάλεσε τον λεγόμενο «Πυρετό του Χρυσού του Κλοντάικ» (αγγλ., Klondike Gold Rush). Τα νέα διαδόθηκαν πολύ γρήγορα και σύντομα την περιοχή την κατέκλυσαν χιλιάδες τυχοδιώκτες χρυσοθήρες. που έρχονταν με καραβάνια μουλαριών από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να κάνουν την τύχη τους στις παγωμένες κοιλάδες του Γιούκον.

Θορυβημένη από την μαζική εισροή αμερικανών τυχοδιωκτών, η καναδική κυβέρνηση αποφάσισε να εδραιώσει την κυριαρχία της στην περιοχή δημιουργώντας το 1898 το νέο «έδαφος» (ή περιφέρεια) του Γιούκον από τμήμα των Βορειοδυτικών Εδαφών. Στις αρχές του 20ού αι., ο Πυρετός του Χρυσού ξεθύμανε και οι περισσότεροι χρυσοθήρες άρχισαν να εγκαταλείπουν το Γιούκον. Πάντως, η εξόρυξη χρυσού και άλλων μεταλλευμάτων στο Γιούκον συνεχίσθηκε από οργανωμένες μεταλλευτικές επιχειρήσεις.

Κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Αμερικανοί κατασκεύασαν τον Αυτοκινητόδρομο της Αλάσκας (αγγλ., Alaska Highway), ο οποίος ένωσε τις ΗΠΑ με την Αλάσκα διερχόμενος μέσα από το Γιούκον. Αυτή ήταν η αρχή για την διάνοιξη πολλών άλλων αυτοκινητοδρόμων στο Γιούκον, θέτοντας τέλος στην συγκοινωνία με πιρόγες και άλλα πλωτά μέσα. Στα έργα της διάνοιξης των αυτοκινητοδρόμων βρήκαν εργασία χιλιάδες ευρωπαίοι μετανάστες. Ωστόσο, οι εργάτες αυτοί μετέδωσαν πολλές θανατηφόρες ασθένειες στους αυτόχθονες της περιοχής, προκαλώντας σημαντική φθορά στον πληθυσμό των τελευταίων.

Το Ντώσον Σίτυ, αλλοτινή πόλη των χρυσοθήρων, και ο ποταμός Γιούκον.

Για πολλές δεκαετίες, το Γιούκον διοικούνταν από έναν ομοσπονδιακό επίτροπο και μία εκτελεστική επιτροπή. Από το 1979, το Γιούκον έχει δική του περιφερειακή κυβέρνηση, αλλά πολλές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους αυτόχθονες της περιοχής και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά| παραμένουν εκκρεμείς. Από το 1992, οι αυτόχθονες φυλές της περιοχής έχουν τις δικές τους δεκατέσσερις «κυβερνήσεις».

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με απογραφή του 2001, οι περισσότεροι κάτοικοι του Γιούκον είναι βρετανικής καταγωγής (49%). Οι αυτόχθονες (τα λεγόμενα «Πρώτα Έθνη») αποτελούν την δεύτερη πιο σημαντική εθνική ομάδα (22%), ενώ στην περιοχή υπάρχουν ακόμα πολλά άτομα ιρλανδικής (19%), γερμανικής (14%) και γαλλικής καταγωγής (13%).

Το εργατικό δυναμικό του Γιούκον ανέρχεται σε 12.500 άτομα περίπου. Από αυτά τα άτομα, τα 5.000 είναι υπάλληλοι σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα του Γιούκον είναι υποαρκτικό έως πολικό. Οι χειμώνες είναι ιδιαίτερα βαρείς με πολύ μικρές ημέρες και θερμοκρασίες πολύ κάτω από το μηδέν. Στο Μπήβερ Κρηκ (Beaver Creek) του Γιούκον έχει καταγραφεί η χαμηλότερη θερμοκρασία σε βορειοαμερικανικό έδαφος: –63 °C στις 3 Φεβρουαρίου του 1947. Πάντως το καλοκαίρι η μέση θερμοκρασία ανέρχεται στους 20 °C.

Σημείωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύρια πηγή για το παρόν άρθρο ήταν το αντίστοιχο άρθρο της αγγλικής Βικιπαίδειας.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα