Μετάβαση στο περιεχόμενο

Νέα Γη και Λαμπραντόρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 53°N 060°W / 53°N 60°W / 53; -60

Νέα Γη και Λαμπραντόρ

Σημαία

Εθνόσημο
Τοποθεσία της χώρας στον κόσμο
Άγιος Ιωάννης
Αγγλικά
Τζόαν Μαρί Έιλγουορντ
Τζον Χόγκαν
  Σύνολο
  % Νερό

405.212 km2
31.340 (7,7%)
Πληθυσμός
  Εκτίμηση 7-2025 
  Απογραφή 2021 
  Πυκνότητα 

549.911[1]  
510.550[2]  
1,4 κατ./km2 
ΑΕΠ (ΙΑΔ)
  Ολικό  (2013)
  Κατά κεφαλή 

C$35,832 δις[3]  
C$67.838  
UTC-3,5, UTC-4

Η Νέα Γη και το Λαμπραντόρ ή Λαβραδόρ (αγγλικά: Newfoundland and Labrador, γαλλικά: Terre-Neuve-et-Labrador) είναι επαρχία του Καναδά στις ακτές του Ατλαντικού.

Η επαρχία αποτελείται από το νησί της Νέας Γης και το Λαμπραντόρ, μια περιοχή στα ΒΑ του Κεμπέκ. Η Νέα Γη και Λαμπραντόρ έχει έκταση 405.212 τ.χλμ. που ισοδυναμεί στο 4,1% περίπου της έκτασης όλου του Καναδά και κατοικείται από 510.550 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2021[2] και αντιπροσωπεύει το 1,4% του πληθυσμού της χώρας. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η Νέα Γη και το Λαμπραντόρ είναι 9η σε έκταση ανάμεσα στις επαρχίες και τις περιφέρειες του Καναδά η 9η σε πληθυσμό. Η μεγαλύτερη πόλη της επαρχίας είναι η πρωτεύουσά της Άγιος Ιωάννης (110.525 κατοίκους) (απογραφή 2021).[4]

Συνοπτικός χάρτης της καναδικής επαρχίας της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ

Η ονομασία Νέα Γη δόθηκε από τους πρώτους γάλλους εξερευνητές στις αρχές του 16ου αι. Η ονομασία Λαμπραντόρ προέρχεται από τον πορτογάλο εξερευνητή Ζοάο Φερνάντεζ Λαβραντόρ (João Fernandes Lavrador), ο οποίος ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που αντίκρισε τις ακτές αυτής της μεγάλης χερσονήσου το έτος 1498.

Η Νέα Γη αποτελούσε αποικία των Άγγλων από το 1583 μέχρι τα τέλη το 1949, οπότε και προσχώρησε στην ομοσπονδία του Καναδά.

Σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2025, ο πληθυσμός της Νέας Γης και το Λαμπραντόρ, ανέρχεται σε 549.911 κατοίκους.[1]

Οι ιθαγενείς πληθυσμοί

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Απεικόνηση των Ινουίτ του Λαμπαντόρ

Οι Αρχαϊκοί Ναυτικοί πληθυσμοί ήταν κυνηγοί Θαλασσίων θηλαστικών στην Υποαρκτική.[5] Η περίοδος ευημερίας τους στη Βόρεια Αμερική κατά μήκος του Αρκτικού Ωκεανού κυμαίνεται από το 7000 π.Χ. μέχρι το 1500 π.Χ.[6] Οι κατοικίες τους ήταν μακρόστενες καλύβες ή εποχιακές καλύβες με βάρκες.[5] Ασχολήθηκαν με το εμπόριο σε μεγάλες αποστάσεις, το μέσο συναλλαγής τους ήταν το "τσέτρα", ένα λευκό νόμισμα που κατασκευαζόταν από της εξόριση ενός βράχου ο οποίος επεκτεινόταν από το βόρειο Λαμπραντόρ μέχρι το Μέιν.[7] Ο νότιος κλάδος αυτών των λαών εμφανίστηκε πριν από 5000 χρόνια στη βόρεια χερσόνησο της Νέας Γης. Οι συγκεκριμένοι Αρχαϊκοί Ναυτικοί πληθυσμοί έμειναν γνωστοί από ένα νεκροταφείο που βρέθηκε στο Πορτ ο Σουά της Νέας Γης.[5] Οι Αρχαϊκοί Ναυτικοί πληθυσμοί εκτοπίστηκαν αργότερα από άλλους λαούς που ανήκαν στον πολιτισμό του Ντόρσετ και έμειναν γνωστοί ως Παλαιοεσκιμώοι, κατέλαβαν από τους πανάρχαιους ναυτικούς πληθυσμούς το Πορτ ο Σουά. Τα αρχαιολογικά ευρήματα έδειξαν ότι οι Παλαιοεσκιμώοι ήταν ο πιο πολυάριθμος πληθυσμός στην περιοχή, η περίοδος ευημερίας επεκτείνεται από το 2000 π.Χ. μέχρι το 600 μ.Χ. Οι οικισμοί τους ήταν συνήθως στις χερσονήσους και στα κοντινά νησιά κάτι που δείχνει ότι ήταν πιο προσανατολισμένοι στη θάλασσα, η μετακίνηση τους γινόταν με οχήματα παρόμοια με τα σημερινά Καγιάκ. Οι περισσότερες από τις τοποθεσίες αυτές έχουν ανασκαφεί από τη διάσημη αρχαιολόγο Πρισίλα Ρενούφ, είναι πολυάριθμες και αρκετά μεγάλες αποκαλύπτοντας τους δεσμούς τους με την περιοχή για πολλούς αιώνες. Η Πρισίλα Ρενούφ ανακάλυψε γύρω από το Πορτ ο Σουά πολλά οστά φώκιας υπό τη μορφή άρπας, αυτό υποδηλώνει ότι η περιοχή ήταν σε κορυφαίο βαθμό ιδανική για το κυνήγι της φώκιας.[8] Την περίοδο 800 π.Χ. - 1500 μ.Χ. το κλίμα ήταν σε ακραίο βαθμό ψυχρό, οι Παλαιοεσκιμώοι προσαρμόστηκαν και τρέφονταν από φώκιες που είχαν παγιδευτεί στον πάγο.[9] Η σταδιακή άνοδος της θερμοκρασίας την εποχή που διαρκούσε η Μεσαιωνική Θερμή Περίοδος επέφερε την πτώση του πάγου και πιθανότατα τη διάλυση του πολιτισμού.[9]

Οι επόμενοι κάτοικοι της Νέας Γης ήταν οι αυτόχθονες Ινδιάνοι Μπεοθούκ (Beothuks), φυλή που ζούσε από το κυνήγι και το ψάρεμα. Οι Μπεοθούκ εμφανίστηκαν στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. όταν μετανάστευσαν από την ηπειρωτική Λαμπραντόρ στο νησί Νέα Γη.[10] Αργότερα στο νησί εγκαταστάθηκαν και αυτόχθονες Μίκμακ. Οι Μπεοθούκ είχαν τη συνήθεια να βάφουν το πρόσωπό τους με κόκκινη ώχρα (άργιλοι πλούσιες σε οξείδια του σιδήρου). Γι’ αυτό και οι πρώτοι ευρωπαίοι εξερευνητές ονόμασαν τους Ινδιάνους «ερυθρόδερμους». Με την εγκατάσταση ευρωπαίων εποίκων στις αρχές του 17ου αι., οι Μπεοθούκ αποτραβήχθηκαν στα δάση του νησιού προσπαθώντας να αποφύγουν οποιαδήποτε επαφή με τους νέους κατοίκους της περιοχής. Ο πληθυσμός των Μπεοθούκ άρχισε να μειώνεται δραματικά μετά την εγκατάλειψη των καταυλισμών τους στους εποίκους, κυρίως από ασιτία και από ασθένειες όπως η φυματίωση που έφεραν οι Ευρωπαίοι). Το έτος 1829 πέθανε και το τελευταίο γνωστό μέλος της φυλής, η 28χρονη Σανάουντιδιτ (Shanawdithit). Έκτοτε η φυλή των Μπεοθούκ θεωρείται επισήμως «εξαλειφθείσα». Οι Ινουίτ οι οποίοι ζούσαν κυρίως στο Λαμπραντόρ ήταν οι απόγονοι των πληθυσμών εκείνων που οι ανθρωπολόγοι καταγράφουν ως "Λαό της Θούλης", μετανάστευσαν από την Αλάσκα στην Υψηλή Αρκτική Τούνδρα (1000), κατόπιν έφτασαν στο Λαμπραντόρ (1300).[11] Οι μελετητές ανακάλυψαν ότι ο πανάρχαιος "πολιτισμός του Ντόρσετ" δεν είχε τα εξημερωμένα σκυλιά και τα υπόλοιπα προηγμένα όπλα που είχαν οι Ινούιτ, για αυτό υποτάχθηκαν.[12] Οι κάτοικοι οργανώθηκαν αρχικά σε μικρές ομάδες λίγων οικογενειών, κατόπιν σε φυλές με αρχηγούς. Οι Ιννού ήταν επίσης άλλη μια φυλή που ζούσαν βορειοανατολικά του Κεμπέκ και στο Λαμπραντόρ, ασχολήθηκαν με το κυνήγι Ταράνδων, ελαφιών και άλλων μικρών θηραμάτων.[13] Τα Πρώτα Έθνη στις παραλιακές περιοχές ασχολήθηκαν με το ψάρεμα, τη γεωργία και την καλλιέργεια θάμνων ζάχαρης.[14] Οι Ιννού οργανωμένοι σε φατρίες ξεκίνησαν φυλετικό πόλεμο με τους πολυπληθέστερους στο Λαμπαντόρ Ινούιτ.[15] Οι Μίκμακ που ζούσαν στα νότια της Νέας Γης ασχολήθηκαν με τη συγκομιδή θαλασσινών, τον χειμώνα μετακινούνταν στην ενδοχώρα με στόχο το κυνήγι.[16] Με τον καιρό οι Μίκμακ και οι Ιννού της Νέας Γης διαχώρισαν τα εδάφη τους σε "συνοικίες", κάθε μία διοικήθηκε ανεξάρτητα με αρχηγό και συμβούλιο το οποίο είχε μέλη τους πρεσβύτερους και τους ικανότερους.[17]

Ο Ευρωπαϊκός εποικισμός

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ανδριάντας του Βενετού θαλασσοπόρου Τζοβάννι Καμπότο στην Μποναβίστα

Οι πρώτες ενδείξεις σχετικά με τις επαφές που είχαν οι Ευρωπαϊκοί λαοί με τους ιθαγενείς παραπέμπουν στο "Ταξίδι του Αγίου Μπρένταν", αποτελεί την φανταστική αφήγηση για το θαλάσσιο ταξίδι που έκανε στις αρχές του 6ου αιώνα ένας Ιρλανδός μοναχός. Το ταξίδι ωστόσο αυτό κατατάσσεται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, δεν αποτελεί ιστορικό γεγονός.[18][19][20] Οι πρώτες επίσημες μαρτυρίες σύμφωνα με τις Ισλανδικές Σάγκες χρονολογούνται πριν από περίπου 1000 χρόνια (1000). Οι Βίκινγκ εγκαταστάθηκαν αρχικά στα δυτικά στην "Χέλουλαντ" που ταυτίζεται με την Γη του Μπάφιν και στην "Μέρκλαντ" που ταυτίζεται με την Λαμπαντόρ.[21][22][23] Στην τρίτη εκστρατεία του ο Λέιφ Έρικσον από την Γροιλανδία ίδρυσε την Βίνλαντ η οποία ταυτίζεται με το Λαμπαντόρ και το νησί της Νέας Γης.[24]

Οι αρχαιολογικές ενδείξεις οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός ο οποίος ίδρυσε ο Λέιφ Έρισον ταυτίζεται με το σημερινό Λ΄Ανζ ο Μήντσους. Ο πρωτομεσαιωνικός οικισμός ανακηρύχθηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς (1978).[25][26] Οι τελευταίες ανεπιβεβαίωτες μαρτυρίες ανακάλυψης και εξερεύνησης της Αμερικής από τους Ευρωπαίους πριν τον Χριστόφορο Κολόμβο εμφανίζονται τον 15ο αιώνα. Μερικοί άντρες από τις Αγγλονορμανδικές νήσους βγήκαν σε ένα ναυτικό ταξίδι εκτός πορείας και βρέθηκαν σε μια παράξενη γη γεμάτη ψάρια, απεικονίζεται σε Πορτογαλικούς χάρτες ως "Χώρα των μπακαλιάρων".[27] Το καλοκαίρι του 1497, ο βενετός εξερευνητής Τζιοβάννι Καμπότο ανακάλυψε τη Νέα Γη για λογαριασμό της Αγγλίας, αν και πιθανολογείται πως 25 χρόνια πριν από τον Καμπότο, είχε φτάσει στη Νέα Γη, ο πορτογάλος εξερευνητής Ζοάο Βας Κόρτε-Ρεάλ (João Vaz Corte-Real). Στις 5 Αυγούστου του 1583, ο Σερ Χάμφρεϋ Γκίμπερτ ανακήρυξε επισήμως τη Νέα Γη ως την πρώτη υπερπόντια αποικία της Αγγλίας με προνόμιο που του παραχώρησε η βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας.

Κατά τον 17ο και 18ο αι., βρετανοί έποικοι άρχισαν να καταφθάνουν στο νησί. Η Αγγλία χρησιμοποιούσε τα λιμάνια της αποικίας ως βάσεις για τους πολέμους της με τη Γαλλία. Γι' αυτό και οι Γάλλοι επιτέθηκαν στο νησί και λίγο έλειψε να το καταλάβουν το 1690. Το 1832, η Νέα Γη απέκτησε αποικιακό κοινοβούλιο, στα πρότυπα άλλων βρετανικών αποικιών. Το 1854, η Νέα απέκτησε και δική της «υπεύθυνη κυβέρνηση» με νόμο που ενέκρινε το βρετανικό Κοινοβούλιο. Στις γενικές εκλογές του 1869, η Νέα Γη απέρριψε πρόταση για συμμετοχή στην Καναδική Ομοσπονδία, η οποία μόλις είχε δημιουργηθεί.

Το 1904, η Γαλλία εγκατέλειψε τα δικαιώματά της στις δυτικές ακτές του νησιού, τα οποία δικαιώματα της είχαν παραχωρηθεί από τη συνθήκη της Ουτρέχτης το 1713. Ο οριστικός καθορισμός των συνόρων της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ καθορίστηκαν με απόφαση της Βρετανίας το 1927.

Η κυβέρνηση της Νέας Γης και αντιπροσωπεία της κυβέρνησης του Καναδά υπογράφουν τη συμφωνία για την προσχώρηση της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ στην ομοσπονδία του Καναδά (Δεκ. 1948). Αριστερά, ο καναδός πρωθυπουργός Λουί Σαιν Λωράν (Louis St. Laurent) και, δεξιά, ο πρωθυπουργός της Νέας Γης Άλμπερτ Γουάλς (Albert Walsh) δίνουν τα χέρια μετά την υπογραφή της συμφωνίας

Το 1907, η Νέα Γη ανακηρύχθηκε «κτήση» (dominion) της Βρετανίας με αυτόνομη κυβέρνηση. Στα χρόνια αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βρετανία δεν μπορούσε να κρατήσει την αποικία της Νέας Γης για λόγους οικονομικούς. Η Νέα Γη είχε να επιλέξει ανάμεσα σε «υπεύθυνη κυβέρνηση», δηλ. κυβέρνηση οικονομικά αυτοδύναμη, και την ένωση με τον Καναδά. Έτσι έγιναν δύο δημοψηφίσματα, ένα το 1946 και ένα το 1947. Κατά το δεύτερο δημοψήφισμα 52% των κατοίκων της Νέας Γης επέλεξε την ένωση με τον Καναδά, και τελικά στις 31 Μαρτίου του 1949, η κτήση της Νέα Γης και του Λαμπραντόρ έγινε η 10η επαρχία της καναδικής ομοσπονδίας.

Η Ένωση με τον Καναδά

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα πρώτα χρόνια μετά την προσχώρησή της στον Καναδά, η επαρχία της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ προσπάθησε να αλλάξει την οικονομία της, που μέχρι τότε στηρίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στην αλιεία του μπακαλιάρου. Κατά τη δεκαετία του 1960 άρχισε η εκμετάλλευση μεγάλων κοιτασμάτων σιδηρομεταλλεύματος στο Λαμπραντόρ, κοντά στην ομώνυμη πόλη και στα όρια με το Κεμπέκ. Την ίδια εποχή κατασκευάστηκαν μεγάλα φράγματα στον ποταμό Τσώρτσιλ του Λαμπραντόρ, με σκοπό την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας για εξαγωγή προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. (Τα φράγματα αυτά αποτέλεσαν αργότερα την αιτία μεγάλης διαμάχης με το Κεμπέκ, επειδή η μεταφορά του ηλεκτρικού ρεύματος γίνεται από την επαρχιακή εταιρεία ηλεκτρισμού του Κεμπέκ, η οποία έτσι καρπώνεται και το μεγαλύτερο κέρδος.)

Κατά τη δεκαετία του 1970, η αλιεία του μπακαλιάρου στα πλούσια νερά του Κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου και στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή γύρω από τη Νέα Γη, πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ντόπιοι ψαράδες, αλλά και ψαράδες από άλλες χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία, Ρωσία, κ.λπ.) σήκωναν τεράστιες ποσότητες μπακαλιάρου με βιομηχανικής φύσης αλιευτικά σκάφη. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν δραματικά τα αποθέματα αλιευμάτων στην περιοχή. Τελικά, το 1992 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά αναγκάστηκε να επιβάλει την απαγόρευση της αλιείας μπακαλιάρου. Το γεγονός αυτό είχε πολύ αρνητικές συνέπειες στην οικονομία της επαρχίας. Με την κατάρρευση της αλιείας, πολλοί κάτοικοι της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ έφυγαν για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη στον κεντρικό και δυτικό Καναδά. Τη δεκαετία 1991–2001, η επαρχία παρουσίασε μείωση πληθυσμού κατά 10%, ενώ η ανεργία και η φτώχεια μάστιζαν τους εναπομείναντες κατοίκους. Ιδιαιτέρως, στις κοινότητες των αυτοχθόνων του Λαμπραντόρ, τα προβλήματα της βίας, του αλκοολισμού και των ναρκωτικών είχαν πάρει τρομακτικές διαστάσεις.

Το ψαροχώρι Φόγκο (Fogo) στις ΒΑ ακτές της Νέας Γης

Από το 2005 ωστόσο, η οικονομία της Νέα Γης και του Λαμπραντόρ έχει αρχίσει να βελτιώνονται. Η τιμή του σιδηρομεταλλεύματος βελτιώθηκε και εντάθηκε η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων στο Λαμπραντόρ. Ξεκίνησε η άντληση πετρελαίου από τα παράκτια κοιτάσματα της Ιβερνίας (Hibernia) νοτίως της Νέας Γης. Ανακαλύφθηκαν επίσης νέα κοιτάσματα νικελίου στον Κόλπο Βόισυ. Η κυβέρνηση της επαρχίας ζήτησε επίσης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά να αυξήσει τις παροχές προς τη Νέα Γη για να αντιμετωπιστούν τα χρόνια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.

Δημογραφικά στοιχεία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ιστορική εξέλιξη πληθυσμού
Έτος Πληθ.   ±%  
1951 361.416     
1956 415.074 +14.8%
1961 457.853 +10.3%
1966 493.396 +7.8%
1971 522.100 +5.8%
1976 557.720 +6.8%
1981 567.681 +1.8%
1986 568.350 +0.1%
1991 568.475 +0.0%
1996 551.790 −2.9%
2001 512.930 −7.0%
2006 505.469 −1.5%
2011 514.536 +1.8%
2016 519.716 +1.0%
2021 510.550 −1.8%

Σήμερα η πλειονότητα των κατοίκων της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ είναι βρετανικής και ιρλανδικής καταγωγής. Υπάρχουν επίσης περίπου 5% άτομα γαλλικής καταγωγής και περίπου 7,5% αυτόχθονες και μιγάδες. Οι κάτοικοι της επαρχίας είναι γνωστοί για την ιδιαίτερη προφορά τους, τα κέλτικα τραγούδια τους και τη φιλοξενία τους.

Η μεγαλύτερη πόλη της επαρχίας είναι η πρωτεύουσά της Άγιος Ιωάννης (St. John's, 178.427 κάτοικοι στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα). Άλλα αστικά κέντρα της επαρχίας είναι το Κόρνερ Μπρουκ (Corner Brook, 19.547 κάτοικοι), το Γραντ Φολς-Ουίνσδορ (Grand Falls-Windsor, 12.046 κάτοικοι), το Μπέυ Ρόμπερτς (Bay Roberts, 7.100 κάτοικοι), η Πόλη του Λαμπραντόρ (Labrador City, 8.622 κάτοικοι) και το Γκάντερ (Gander, 10.220 κάτοικοι) σύμφωνα με την απογραφή του 2016.[28]

Στον Άγιο Ιωάννη λειτουργεί το Πανεπιστήμιο Memorial. Στην πόλη υπάρχει μεγάλο διεθνές αεροδρόμιο, το οποίο χρησιμοποιείται πολλές φορές για προσγειώσεις ανάγκης από αεροσκάφη που εκτελούν υπερατλαντικές πτήσεις. (Ο Άγιος Ιωάννης απέχει από το Λονδίνο 3.750 χλμ., ενώ η Νέα Υόρκη απέχει από το Λονδίνο 5.580 χλμ.) Τέλος, στην ίδια πόλη, που είναι και φυσικό λιμάνι, υπάρχει βάση της Καναδικής Ακτοφυλακής.

Στον Κόλπο της Χήνας (Happy Valley-Goose Bay, 6.408 κάτοικοι), υπάρχει μεγάλη βάση της Βασιλικής Καναδικής Πολεμικής Αεροπορίας (RCAF), η οποία χρησιμοποιείται και από το ΝΑΤΟ για δοκιμές και εκπαίδευση σε συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας.

Την επαρχία επισκέπτονται κάθε καλοκαίρι πολλοί τουρίστες για να θαυμάσουν την άγρια ομορφιά των ακτών της. Το νησί της Νέας Γης συνδέεται με τη Νέα Σκωτία και τις ακτές του Λαμπραντόρ με πορθμεία (φέρι μποτ).

Η Τζόαν Μαρί Έιλγουρντ είναι αντικυβερνήτρια από τις 14 Νοεμβρίου 2023. Πρωθυπουργός από τις 9 Μαΐου 2025 είναι ο Φιλελεύθερος Τζον Χόγκαν. Στις πιο πρόσφατες βουλευτικές εκλογές του 2021 στην επαρχία κέρδισαν τη νίκη οι Φιλελεύθεροι.

  1. 1 2 Government of Canada, Statistics Canada (24 Σεπτεμβρίου 2025). «Population estimates, quarterly». www150.statcan.gc.ca. Ανακτήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2025.
  2. 1 2 «Census Profile, 2021 Census of Population». Στατιστική Υπηρεσία Καναδά. 29 Μαρτίου 2023. Ανακτήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2023.
  3. «Gross domestic product, expenditure-based, by province and territory (2013)». Στατιστική Υπηρεσία του Καναδά. 5 Νοεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2015.
  4. «Population and dwelling counts: Canada and census subdivisions (municipalities)». Στατιστική Υπηρεσία Καναδά. 9 Φεβρουαρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2023.
  5. 1 2 3 Bogucki, Peter I (1999). The Origins of Human Society. Blackwell. σ. 139
  6. https://web.archive.org/web/20060510135435/http://www.therooms.ca/museum/mnotes12.asp
  7. Tuck, J. A. (1976). "Ancient peoples of Port au Choix". The excavation of an Archaic Indian Cemetery in Newfoundland. Newfoundland Social and Economic Studies 17. St. John's: Institute of Social and Economic Research
  8. https://www.heritage.nf.ca/articles/indigenous/palaeo-eskimo.php
  9. 1 2 Wonders, William C (2003). Canada's Changing North. McGill-Queen's University Press. σσ. 88–89
  10. Marshall, Ingeborg (1998). A History and Ethnography of the Beothuk. McGill-Queen's University Press. σ. 13
  11. Pritzker, Barry (2000). A Native American encyclopedia: history, culture, and peoples. Oxford University Press. σ. 535
  12. Smith, Eric Alden (1991). Inujjuamiut foraging strategies : evolutionary ecology of an arctic hunting economy. A. de Gruyter, σ. 101
  13. Luebering, J E (2011). Native American History. Educational Britannica Educational. σ. 37
  14. Luebering, J E (2011). Native American History. Educational Britannica Educational, σ. 37
  15. Magocsi, Paul R (2002). Aboriginal peoples of Canada: a short introduction. University of Toronto Press. σ. 102
  16. Hornborg, Anne-Christine (2007). Mi'kmaq landscapes: from animism to sacred ecology. Burlington, VT : Ashgate, σ. 4
  17. William, Baillie Hamilton (1996). Place names of Atlantic Canada. University of Toronto Press, σ. 3
  18. Timothy Severin, "The Voyage of the 'Brendan'", National Geographic Magazine, 152: 6 (December 1977), σσ. 768–97
  19. Tim Severin, The Brendan Voyage: A Leather Boat Tracks the Discovery of America by the Irish Sailor Saints, McGraw-Hill Book Company, 1978
  20. https://web.archive.org/web/20150210223018/http://voices.nationalgeographic.com/2013/05/16/did-st-brendan-reach-north-america-500-years-before-the-vikings/
  21. https://sagadb.org/eiriks_saga_rauda.en
  22. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Δεκεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2025.
  23. Diamond, Jared M (2006). Collapse: How Societies Choose to Fail Or Succeed. Penguin Books. σ. 207
  24. https://web.archive.org/web/20010515202742/http://www.capecod.net/~nmgood/
  25. https://whc.unesco.org/en/list/4
  26. https://web.archive.org/web/20081216063635/http://www.pc.gc.ca/lhn-nhs/nl/meadows/index_E.asp
  27. https://archive.org/stream/jstor-207514/207514_djvu.txt
  28. Στατιστική Υπηρεσία του Καναδά, Νέα Γη και Λαμπραντόρ

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]