Χρυσοτρίκλινος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χάρτης του Μεγάλου Παλατιού και των γύρω περιοχών. Η κατά προσέγγιση τοποθεσία του Χρυσοτρίκλινου φαίνεται στα νότια, κοντά στο παραθαλάσσιο παλάτι του Βουκολέοντος και τον πύργο του Φάρου.

Ο Χρυσοτρίκλινος, λατιν.: Chrysotriclinus ή Chrysotriclinium (από το triclinium, αίθουσα υποδοχής), ήταν η κύρια αίθουσα ακροάσεων και τελετών του Μεγάλου Παλατιού της Κωνσταντινούπολης από την κατασκευή του στα τέλη του 6ου αιώνα ως τον 10ο αιώνα. Η εμφάνισή του είναι γνωστή μόνο μέσω γραπτών περιγραφών, κυρίως του Περί βασιλείου τάξεως του 10ου αιώνα, μια συλλογή Αυτοκρατορικών εθιμοτυπιών. Ως το κύριο σύμβολο της Αυτοκρατορικής εξουσίας, ενέπνευσε την κατασκευή του Ανακτορικού Παρεκκλησίου του Καρλομάγνου στο Άαχεν.

Ιστορία και λειτουργίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα. Η διάταξή της ήταν παρόμοια με αυτή του Χρυσοτρίκλινου.

Η αίθουσα συνήθως αποδίδεται στον Αυτοκράτορα Ιουστίνο Β' (β. 565-578), με τον διάδοχό του, τον Τιβέριο Β' (περ. 578-582), να την τελειώνει και να εκτελεί τη διακόσμησή της. [1] Ωστόσο οι Ρωμαϊκές πηγές παρουσιάζουν διάφορες αναφορές: η εγκυκλοπαίδεια της Σούδας αποδίδει το κτίριο στον Ιουστίνο Α΄ (β. 518-527), ενώ τα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως στον Αυτοκράτορα Μαρκιανό (β. 450-457), αν και η τελευταία πηγή συνήθως απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ο ιστορικός Ιωάννης Ζωναράς καταγράφει ότι ο Ιουστίνος Β΄ ανακατασκεύασε στην πραγματικότητα ένα παλαιότερο κτίριο, το οποίο έχει προταθεί ότι είναι η Επτάκογχος Αίθουσα του Ιουστινιανού Α΄ (β. 527–565). [2]

Μετά την Εικονομαχία εξωραΐστηκε και πάλι κάτω από τους Αυτοκράτορες Μιχαήλ Γ΄ (β. 842-867) και Βασίλειο Α΄ (β. 866–886). Σε αντίθεση με τα παλαιότερα κτίρια μίας χρήσης της πτέρυγας της Δάφνης του Μεγάλου Παλατιού, ο Χρυσοτρίλινος συνδύαζε τις λειτουργίες της αίθουσας θρόνου για υποδοχή και ακροάσεις με εκείνες μίας αίθουσας δεξιώσεων. [2] [3] Δεδομένου ότι διάφορα Αυτοκρατορικά δωμάτια ήταν επίσης προσαρτημένα σε αυτή, η αίθουσα απέκτησε μία κεντρική θέση στην καθημερινή τελετουργία των ανακτόρων, ειδικά τον 9ο και 10ο αιώνα, σε σημείο που ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος (β. 945–959) την αποκαλεί απλά "το παλάτι". [4] Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το έργο εκείνου Περί βασιλείου τάξεως, ο Χρυσοτρίκλινος χρησίμευσε για την υποδοχή ξένων πρεσβειών, για την τελετουργική απονομή αξιωμάτων, ως σημείο συγκέντρωσης θρησκευτικών εορτών και ως αίθουσα δεξιώσεων για ειδικούς εορτασμούς, όπως του Πάσχα. [5]

Έτσι ο Χρυσοτρίκλινος έγινε το κεντρικό τμήμα του νέου Παλατιού του Βουκολέοντα, που σχηματίστηκε όταν ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄ (β. 963–969) περιέκλεισε το νότιο, παραθαλάσσιο τμήμα του Μεγάλου Παλατιού με έναν τοίχο. Ωστόσο από τα τέλη του 11ου αιώνα οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες άρχισαν να προτιμούν το Παλάτι των Βλαχερνών, στο βόρειο άκρο της πόλης, ως κατοικία τους. [2] Οι Λατίνοι αυτοκράτορες (1204–1261) χρησιμοποιούσαν κυρίως το Παλάτι του Βουκολέοντα, και αυτό έκανε, για μία περίοδο μετά την ανάκτηση της Πόλης το 1261, ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (β. 1259–1282), όσο το ανάκτορο των Βλαχερνών ανακαινιζόταν. Στη συνέχεια το Μεγάλο Παλάτιο σπάνια χρησιμοποιήθηκε και σταδιακά κατέρρευσε. Ο Χρυσοτρίκλινος αναφέρεται για τελευταία φορά το 1308, αν και τα ακόμη εντυπωσιακά ερείπια του Μεγάλου Παλατιού παρέμειναν στη θέση τους μέχρι το τέλος της Ρωμανίας.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την εξέχουσα θέση και τη συχνή αναφορά σε Ρωμαϊκά κείμενα, δεν έχει δοθεί ποτέ πλήρης περιγραφή του. [1] Από τα σκόρπια γραπτά στοιχεία, η αίθουσα φαίνεται να είχε οκταγωνικό σχήμα και να επιστεφόταν με τρούλο, παράλληλα με άλλα κτίρια του 6ου αιώνα, όπως η Εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη και η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα. [4] Την οροφή συγκρατούσαν 8 αψίδες, οι οποίες σχημάτιζαν κόγχες, που τις διατρυπούσαν 16 παράθυρα. [6] Το σχήμα και τα γενικά χαρακτηριστικά του Χρυσοτρίκλινου αντιγράφτηκαν αργότερα συνειδητά από τον Καρλομάγνο στην κατασκευή του Παλατινού Παρεκκλησίου στο Ανάκτορο του Άαχεν, αν και ο Άγ. Βιτάλιος, που βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό, παρείχε ένα αμεσότερο αρχιτεκτονικό πρότυπο. [7]

Το εσωτερικό του οκταγωνικού Παλατινού Παρεκκλησίου στο Άαχεν, το οποίο διαμορφώθηκε όπως ο Χρυσοτρίκλινος της Κωνσταντινούπολης.

Στο εσωτερικό του, ο Αυτοκρατορικός θρόνος είχε τοποθετηθεί στην ανατολική αψίδα (Βήμα), πίσω από ένα χάλκινο κιγκλίδωμα. Η βορειοανατολική αψίδα ήταν γνωστή ως «ο άμβωνας του Αγίου Θεοδώρου»· περιείχε το στέμμα του Αυτοκράτορα και έναν αριθμό από ιερά λείψανα, συμπεριλαμβανομένης της ράβδου του Μωυσή και χρησίμευσε επίσης ως δωμάτιο ένδυσης για τον Αυτοκράτορα. [1] Η νότια αψίδα οδηγούσε στο Αυτοκρατορικό υπνοδωμάτιο (κοιτώνα), μέσα από μία αργυρή θύρα, που είχε τοποθετήσει ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄. [4] Η βόρεια αψίδα ήταν γνωστή ως το Πάνθεον, μία αίθουσα αναμονής για αξιωματούχους, ενώ η βορειοδυτική αψίδα, το Διαιταρίκειον, χρησίμευε ως ενδιαίτημα του επιστάτη-οικονόμου και ήταν εκεί όπου ο παπίας του ανακτόρου άφηνε τα κλειδιά του, το σύμβολο του αξιώματός του, μετά το τελετουργικό άνοιγμα της αίθουσας κάθε πρωί. [2] Η κύρια αίθουσα του Χρυσοτρίκλινου περιβαλλόταν από μία σειρά παραρτημάτων και αιθουσών: τον προθάλαμο γνωστό ως Τρίπετον, το Ωρολόγιον (θα ονομάστηκε έτσι επειδή πιθανότατα περιείχε υδραυλικό ρολόι), την αίθουσα Καινούργιον ("Νέα") και τις αίθουσες Λαουσιακός και Ιουστινιανός, που και οι δύο αποδίδονται στον Ιουστινιανό Β' (β. 685-95, 705-11). Η Θεοτόκος του Φάρου, το κύριο παρεκκλήσιο του παλατιού, βρισκόταν επίσης κοντά, στα νότια ή νοτιοανατολικά. [8]

Τίποτε δεν είναι γνωστό για την αρχική διακόσμηση του 6ου αιώνα. Μετά την απαγόρευση των ανθρώπινων μορφών σύμφωνα με την Εικονομαχία, ο Χρυσοτρίκλινος επαναδιακοσμήθηκε κάποια στιγμή μεταξύ 856 και 866, με μνημειακά ψηφιδωτά. [3] [9] Ο πρεσβευτής του τέλους του 10ου αι. Λιουτπράνδος της Κρεμόνας δεν διστάζει να το αποκαλέσει "το καλύτερο δωμάτιο στο Παλάτιο". [1] Επάνω από τον Αυτοκρατορικό θρόνο ήταν τοποθετημένη μία εικόνα του ένθρονου Χριστού, ενώ μία άλλη επάνω από την είσοδο απεικόνιζε την Παναγία με τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ και τον Πατριάρχη Φώτιο κοντά. Αλλού απεικονίστηκε η ουράνια Αυλή, με αγγέλους, ιερείς και μάρτυρες· η συνολική διακόσμηση προοριζόταν να ενισχύσει την αναλογία μεταξύ της ουράνιας Αυλής του Χριστού και της Ρωμαϊκής αντίστοιχής της στη γη.

Η αίθουσα περιείχε πολύτιμα έπιπλα, όπως το Πενταπύργιον, ένα ερμάριο που κατασκευάστηκε από τον Αυτοκράτορα Θεόφιλο (β. 829-842), όπου εκτίθεντο αξιόλογα αγγεία, στέμματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. [10] Κατά τη διάρκεια των Αυτοκρατορικών συμποσίων υπήρχε ένα επιχρυσωμένο βασικό τραπέζι για τριάντα υψηλόβαθμους αξιωματούχους, καθώς και δύο έως τέσσερα επιπλέον τραπέζια για 18 άτομα το καθένα. Περιστασιακά ο Αυτοκράτορας περιγράφεται ότι είχε το δικό του τραπέζι, τοποθετημένο ξεχωριστά από τα υπόλοιπα. [6] Το πλήρες τελετουργικό μεγαλείο της αίθουσας εμφανιζόταν σε ειδικές περιστάσεις, όπως τα συμπόσια για Άραβες απεσταλμένους που περιγράφονται στο Περί βασιλείου τάξεως: πρόσθετος φωτισμός παρεχόταν από μεγάλους πολυελαίους· Αυτοκρατορικά διάσημα, λείψανα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα ερχόταν από διάφορες εκκλησίες και εκτίθεντο στις αψίδες· ενώ το γεύμα συνοδευόταν από μουσική με δύο αργυρά και δύο χρυσά όργανα, τοποθετημένα σε στοά, όπως και στις χορωδίες της Αγίας Σοφίας και των Αγίων Αποστόλων. [11]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Cormack (2007), p. 304
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Kostenec (2008)
  3. 3,0 3,1 Cormack (2007), p. 305
  4. 4,0 4,1 4,2 Cormack (2007), pp. 304–305
  5. Cormack (2007), pp. 305–306
  6. 6,0 6,1 Kazhdan (1991), p. 455
  7. Fichtenau (1978), p. 68
  8. Kazhdan (1991), pp. 455–456
  9. Mango (1986), p. 184
  10. Kazhdan (1991), p. 455, 1625
  11. Cormack (2007), p. 306

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]