Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσπεργκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
O Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσμπεργκ

O Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσμπεργκ, ή Άρμανσπεργκ, (γερμ. Joseph Ludwig Graf von Armansperg) (16/28 Φεβρουαρίου 1787 - 22 Μαρτίου/3 Απριλίου 1853) ήταν Βαυαρός πολιτικός και πρόεδρος του συμβουλίου της Αντιβασιλείας, που ορίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να συνοδεύσει τον μέλλοντα Βασιλέα Όθωνα στην Ελλάδα και να ασκήσει εξ ονόματός του την εξουσία ως την ενηλικίωσή του.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άρμανσμπεργκ γεννήθηκε στο Κάιντζιν της Κάτω Βαυαρίας και πέθανε στη έπαυλή του στο Ντίγκεντορφ. Καταγόταν από σπουδαίο παλαιό οίκο ευγενών και από 26 ετών εισήλθε σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες όταν έμπλεος υπέρ της γερμανικής ελευθερίας έσπευσε το 1813 να συναντήσει τον Βαυαρικό στρατό και να προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες. Μετά τη συνομολόγηση ειρήνης στο Παρίσι ανατέθηκε σ΄ αυτόν η διοίκηση του διαμερίσματος των Βοσγίων και στη συνέχεια όλων των μεταξύ του Ρήνου και Μεύσιδας χωρών.
Όταν κλήθηκε στο συνέδριο της Βιέννης υπερασπίσθηκε με πάθος τα συμφέροντα της Βαυαρίας.

Το 1816 και 1817 μετείχε στο έργο των επιτροπών του Ρήνου και του Δούναβη απ΄ όπου και άρχισε ν΄ ασχολείται με διεθνή θέματα. Αργότερα διορίστηκε νομάρχης όπου επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο οικονομικής ανάπτυξης γεγονός όπου το 1820 διορίστηκε διευθυντής του γενικού λογιστηρίου του κράτους. Στη συνέχεια εκλέχθηκε βουλευτής όπου για ελάχιστους ψήφους δεν εξελέγη πρόεδρος της βουλής, πέτυχε όμως τη θέση του αντιπροέδρου όπου και διακρίθηκε ως σπουδαίος ρήτορας. Υπό την ειδικότητα αυτή ετέθη επικεφαλής της αντιπολίτευσης των συντηρητικών φιλελεύθερων υποστηρίζοντας ένθερμα τη δημιουργία δημοτικών συμβουλίων για πρώτη φορά στη χώρα.

Όταν ανήλθε στο Βαυαρικό θρόνο ο πατέρας του Όθωνα ο Λουδοβίκος Α΄, τον κάλεσε ν΄ αναλάβει την αναδιοργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών του κράτους Έτσι όλοι σχεδόν οι διοργανωτικοί νόμοι που ακολούθησαν ήταν έργο του Άρμανσπεργκ με συνέπεια να καταλάβει τη θέση του συμβούλου επικρατείας αναλαμβάνοντας και υπουργός των Οικονομικών και των Εσωτερικών. Ως υπουργός των Οικονομικών πέτυχε την τελωνειακή ένωση όλων των τότε γερμανικών χωρών που θεωρείται και η πρώτη που σημειώθηκε στην Ευρώπη, και ταυτόχρονα την οικονομική ανόρθωση της Βαυαρίας.
Παρά ταύτα αντιδρώντας συστηματικά στις διάφορες απαιτήσεις της Παπικής Αυλής της Ρώμης προκάλεσε το μίσος της παπικής καμαρίλας, του Μονάχου και του συνόλου σχεδόν του καθολικού κλήρου που αντιδρούσαν σε κάθε φιλελεύθερο νέο θεσμό που εισήγαγε. Κατάληξη αυτού του συνεχή πολέμου ήταν η απώλεια του χαρτοφυλακίου του που όμως ο Βασιλεύς για να τον ανταμείψει για το τεράστιο έργο που είχε επιτελέσει τον εξέλεξε πρέσβη στο Λονδίνο. Θέση που τελικά ο Άρμανσπεργκ δεν αποδέχθηκε προτιμώντας την οριστική απόσυρσή του από τα δημόσια πράγματα, ιδιωτεύοντας στα κτήματά του.
Από το 1828 διατελούσε όμως ισόβιος σύμβουλος επικρατείας καθώς και ισόβιο μέλος της Γερουσίας της Βαυαρίας.

Το 1832 μετά από παράκληση του Βασιλέως της Βαυαρίας δέχθηκε να κατέβει στην Ελλάδα ως μέλος της πενταμελούς Αντιβασιλείας της οποίας και του ανατέθηκε η προεδρία. Άλλα μέλη της Αντιβασιλείας ήταν ο καθηγητής Γκεόργκ Μάουρερ και ο υποστράτηγος Καρλ Βίλεμ Έυδεκ.

Αντιβασιλεία Ελλάδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άρμανσπεργκ έφθασε στην Ελλάδα, μαζί με τον Όθωνα και τα άλλα μέλη στις 6 Φεβρουαρίου 1833 στο Ναύπλιο, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του και τις ωραίες κόρες του, με τη μεγαλύτερη εκ των οποίων ο Όθωνας δημιούργησε και ερωτική σχέση, επιτήδεια προστατευόμενη από την μητέρα της. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό ο Άρμανσμπεργκ κατηγορήθηκε έντονα από τους πολιτικούς του αντιπάλους για προσβολή στο πρόσωπο του Βασιλέως καθώς υποκίνησε τον ιατρό του στέμματος Βίτμερ να πιστοποιήσει ότι η διανοητική και οργανική ιδιοσυστασία του Όθωνα δεν επέτρεπαν γάμο, προκειμένου αυτός να παραμείνει κυρίαρχος της διοίκησης της Ελλάδας.

Παρόλα αυτά και για όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με τις επιτυχείς δραστηριότητες στη πατρίδα του ο Άρμανσμπεργκ ούτε τόσο ευγενής στους τρόπους του ήταν ούτε διπλωμάτης και βεβαίως ούτε υποστηρικτής των γραμμάτων και των τεχνών υπήρξε. Ο απολυταρχικός τρόπος της διακυβέρνησής του δημιούργησε έντονες αντιδράσεις. Αφενός εντός του νεοσύστατου Βασιλείου, ειδικότερα όταν στράφηκε εναντίον των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης που διαφωνούσαν με την πολιτική του, ανάμεσα σε αυτούς και το Κολοκοτρώνη, που φυλάκισε και οδήγησε σε μία σκηνοθετημένη δίκη με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας. Αφετέρου εκτός της Ελλάδας δημιουργώντας πλείστα διπλωματικά επεισόδια, κυρίως εθιμοτυπικά με την έκδηλη φιλοαγγλική πολιτική του. Μάλιστα ο Μάουερ έφθασε στο σημείο δημόσια να τον καταγγείλει ως "διδάσκαλον της ραδιουργίας".

Μετά την ενηλικίωση του Όθωνα ανέλαβε πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου (αρχικαγκελάριος) στις 20 Μαΐου 1835. Κατά την μετάβαση του Όθωνα στη Βαυαρία προκειμένου να νυμφευθεί την Αμαλία η διακυβέρνησή του ήταν ακόμη ποιο απολυταρχική. Έτσι όταν ο Όθωνας επέστρεψε συνοδευόμενος από τον Ρούντχαρτ αμέσως παύτηκε από τη θέση του 1837 και του αξιώματός του, προς κατευνασμό τόσο των Ελλήνων όσο και εκ των έντονων, εναντίον του, διαβημάτων της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας για την υπέρμετρα αγγλόφιλη πολιτική του. Ο Άρμανσμπεργκ στη συνέχεια επέστρεψε στη Βαυαρία με την οικογένειά του τον Μάρτιο του 1837 και τελώντας υπό τη δυσμένεια του στέμματος ιδιώτευε μέχρι του θανάτου του το 1853.