Γεώργιος Ζωιτάκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γεώργιος Ζωιτάκης
Ζωιτακης.jpg
Αντιβασιλέας της Ελλάδας
Περίοδος
13 Δεκεμβρίου 1967 – 21 Μαρτίου 1972
Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπαδόπουλος
Μονάρχης Κωνσταντίνος Β΄ της Ελλάδας
Προκάτοχος Κωνσταντίνος Β΄ της Ελλάδας
Διάδοχος Γεώργιος Παπαδόπουλος
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 3 Μαρτίου 1940
Ναύπακτος
Θάνατος
Αθήνα
Υπηκοότητα Ελλάδα
Σύζυγος Σοφία Βουρανζέρη
Επάγγελμα Αξιωματικός τεθωρακισμένων

Ο Γεώργιος Ζωιτάκης (Ναύπακτος, 3 Μαρτίου 1910 - Αθήνα, 21 Οκτωβρίου 1996) ήταν Έλληνας αξιωματικός του ελληνικού στρατού που συμμετείχε ενεργά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Κατά την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών διετέλεσε υφυπουργός Εθνικής Άμυνας (22 Απριλίου - 13 Δεκεμβρίου 1967) στην κυβέρνηση Κόλλια και αντιβασιλέας της Ελλάδας (13 Δεκεμβρίου 1967 - 21 Μαρτίου 1972) ύστερα από την φυγή του βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Ναύπακτο. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Ζωιτάκη, χωροφύλακα από την Άνω Χώρα Ναυπακτίας και της Βασιλικής Μπαλαμπάνη - Κοντοβά από τη Ναύπακτο. Είχε άλλα τρία αδέρφια, από τα οποία επέζησε μόνο το ένα, ο Αλέκος. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Ναύπακτο φοιτώντας στο εκεί σχολείο. Τα τελευταία χρόνια της εφηβείας του η οικογένειά του μετακόμισε στην Πάτρα προκειμένου να τελειώσουν το εκεί Β' Γυμνάσιο Πατρών. Μετά το σχολείο φοίτησε στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σχολή που σχεδόν αμέσως εγκατέλειψε αφού ταυτόχρονα πέρασε και στις εξετάσεις για τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ).

Ήταν νυμφευμένος με τη Σοφία Βουρανζέρη (Χαλκίδα 1926 - 1990), κόρη αξιωματικού, φοιτήτρια φιλοσοφικής, και απέκτησαν μια κόρη, την Βασιλική (Βίκυ) Ζωιτάκη.

Στρατιωτική Σταδιοδρομία και Πολεμική Δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποφοίτησε από την Σχολή Ευελπίδων το 1932 ως Ανθυπολοχαγός Πεζικού και συνέχισε την εκπαίδευσή του κατά τη δεκαετία του 1950 και αρχές του 1960 στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου, στη Σχολή Εθνικής Άμυνας καθώς και σε Νατοϊκά Σχολεία στη Δυτική Γερμανία και τις ΗΠΑ.

Κατά το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου υπηρετούσε ως Λοχαγός στο 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων στο Μεσολόγγι και με τη μονάδα του βρέθηκε από τους πρώτους στο Αλβανικό Μέτωπο. Πρωταγωνίστησε σε πολεμικές επιχειρήσεις στο Τεπελένι και στους Άγιους Σαράντα αδρανοποιώντας ιταλικά τάγματα πιάνοντας πολλούς αιχμαλώτους και σημαντικό πολεμικό υλικό του εχθρού. Κατά την Εαρινή Επίθεση των Ιταλών τραυματίστηκε από οβίδα και νοσηλεύτηκε στην Αθήνα από όπου θα φυγαδευτεί- όπως και οι υπόλοιποι τραυματίες - κατά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1941 - αρχικά μες στην πόλη και έπειτα στην ύπαιθρο. Τα πρώτα χρόνια της κατοχής κρύβεται στη Ναύπακτο. Εκεί μαζί με τον Σταυρογιαννακόπουλο και άλλους τοπικούς παράγοντες θα ιδρύσουν την Οργάνωση Μυστική της Ναυπάκτου την οποία και θα εντάξουν στον ΕΔΕΣ μόνο όταν ο Ναπολέοντας Ζέρβας θα απωλέσει το πολιτικό του μανιφέστο και μείνει πιστός σε καθαρά απελευθερωτικούς σκοπούς. Στα πλαίσια αυτά θα δράσει ως υπαρχηγός του ΕΔΕΣ στην Αιτωλοακαρνανία εξοπλίζοντας πυρήνες στα διάφορα χωριά της περιοχής, στρατολογώντας κόσμο, ετοιμάζοντας πάντα δράσεις και σαμποτάζ κατά του κατακτητή, διατηρώντας επαφή με το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Από τον Αύγουστο ως τον Οκτώβριο 1944 θα βρεθεί αιχμάλωτος του ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία με σκοπό να προσηλυτηστεί υπό του στρατηγού Σαράφη, θα απελευθερωθεί όμως με τη συμφωνία της Καζέρτας και τη συνεννόηση ΕΛΑΣ - ΕΔΕΣ για απελευθέρωση αιχμαλώτων και διάλυση των οργανώσεων. Για αντίποινα[εκκρεμεί παραπομπή] όμως ο πατέρας του Ζωιτάκη θα θανατωθεί από αντάρτες του ΕΛΑΣ οι οποίοι θα λεηλατήσουν και το πατρικό του σπίτι στη Ναύπακτο. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου κλήθηκε με το βαθμό ταγματάρχη σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αρχικά κατά τα Δεκεμβριανά πήρε μέρος στη μάχη της Αθήνας. Έπειτα κατά τον δεύτερο γύρο ως Διοικητής του 602ου και έπειτα του 613ου Τάγματος Πεζικού έδωσε σκληρές μάχες στην Ρούμελη, Ήπειρο και Κεντρική Μακεδονία. Για όλη του τη στρατιωτική δράση μεταξύ των ετών 1940 - 1949, ο Ζωιτάκης θα τιμηθεί με τη διάκριση των τριών Χρυσών Αριστείων Ανδρείας καθώς και με άλλα μετάλλια Πολεμικών Σταυρών και Στρατιωτικής Αξίας.

Μετά τον Εμφύλιο υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις ανά την Ελλάδα ως Διοικητής μονάδων Πεζικού και άλλων μεγαλύτερων σχηματισμών στην Κοζάνη, την Ελευθερούπολη και τη Βέροια. Διετέλεσε, επίσης, Συνταγματάρχης- Υπασπιστής του Βασιλέα Παύλου έχοντας παράλληλα υπό την προστασία του την πριγκίπισσα Σοφία. Στη συνέχεια μετατέθηκε στη Λάρισα όπου ανέλαβε Επιτελάρχης Στρατιάς φέροντας τον βαθμό του Ταξίαρχου. Ως Υποστράτηγος ανέλαβε την διοίκηση του Α΄ Σώματος Στρατού στην Κοζάνη ενώ ως Αντιστράτηγος τη διοίκηση Γ΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη. Τον Δεκέμβριο του 1967 με την αναχώρηση του Βασιλέα Κωνσταντίνου στο εξωτερικό, ο Ζωιτάκης θα είναι πλέον ο αρχαιότερος εν ενεργεία Αντιστράτηγος.

Το 1972 αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του Στρατηγού, ενώ ήταν ο πρώτος Έλληνας Στρατηγός που έφερε τα διακριτικά τεσσάρων αστέρων κατά την εξομοίωση του Ελληνικού Στρατού με το ΝΑΤΟ (ακολούθησε ο τότε Αρχηγός ΓΕΕΘΑ/ΓΕΣ Οδ. Αγγελής).

Δικτατορία των Συνταγματαρχών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια ελιτίστικη ομάδα ανωτέρων κυρίως αξιωματικών με διάκριση στην εκπαίδευσή τους και στην πολεμική τους δράση, υπό τη σκιά της πολιτικοστρατιωτικής μορφής του Παπάγου άρχισε να συσπειρώνεται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 50 γύρω από τον Παπαδόπουλο τον Μακαρέζο και το Παττακό με στόχο μιας μορφής πολιτική παρέμβαση εν μέσω ενός ασαφούς πολιτικού περιβάλλοντος.Διάφορα μέλη της ομάδας αυτής θα περιβάλουν τον Ζωιτάκη και θα κερδίσουν και την εμπιστοσύνη του (Μακαρέζος, Καραμπέρης, Γκαντώνας). Εν μέσω πλέον μιας ταραχώδους πολιτικής ζωής με συνέπειες και στο στράτευμα κατά τις αρχές Φεβρουαρίου 1967 ο Ζωιτάκης θα προσεγγισθεί από αυτούς και θα δεχτεί να συνταχθεί μαζί τους αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία του εγχειρήματος περί στρατιωτικής επέμβασης - βάσει του Άρθρου 91 του Συντάγματος 1952 "περί πολιτικής αναταραχής " στα χνάρια της" Επαναστάσεως στου Γουδή" -προς αναβολή των προγραμματισμένων εκλογών, με μερική συμμετοχή του στρατού στη διακυβέρνηση, σαφές χρονοδιάγραμμα και αποχώρηση από την εξουσία. Ως βαθύτερη αιτία εμπλοκής προς αυτό το τολμηρό εγχείρημα ήταν να διασωθεί το Στέμμα από τη ζημιογόνο πολιτική του παρέμβαση που ασκούσε από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, να διασωθούν οι ένοπλες δυνάμεις από τα απόνερα της πολιτικής ζωής που δημιουργούσε ο διχασμός του Στέμματος με πολιτικές δυνάμεις, να δοθούν άμεσες λύσεις σε προβλήματα καθημερινής ζωής που η λύση τους αδρανούσε εξ αιτίας της απορρόφησης του κοινοβουλευτικού σώματος στη συμμετοχή του στην εξουσία και στις βραχύβιες αναδυόμενες κυβερνήσεις.

Με την ανάληψη της πρωτοβουλίας από τον Ζωιτάκη το εγχείρημα από αόριστο και ρομαντικό γίνονταν πλέον εφικτό και πραγματοποιήσιμο. Ο Ζωιτάκης διοικώντας τον στρατιωτικό σχηματισμό με τη μεγαλύτερη επικράτεια είχε επίσης τη δύναμη να παρέμβει τόσο στο Συμβούλιο των Στρατηγών όσο και στο Παλάτι. Στα πλαίσια αυτά ο Ζωιτάκης (ως έμπειρος επιτελικός) μελέτησε και διόρθωσε το σχέδιο επέμβασης από την άλλη πλευρά όμως θεωρώντας ότι η ενέργεια έπρεπε να ήταν ιεραρχημένη έβαλε σκοπό και πέτυχε να επηρεάσει τον Αρχηγό ΓΕΣ Γρηγ. Σπαντιδάκη και άλλους Αντιστράτηγους χωρίς να φανερώσει την ομάδα που τον πλαισίωνε. Στα πλαίσια αυτά ανέβαλε στρατιωτική επέμβαση να πραγματοποιηθεί τόσο στην 25η Μαρτίου όσο και στην 21η Απριλίου, την τελευταία μάλιστα κατά την κρίσιμη σύσκεψη των Στρατηγών (20 Απριλίου 1967) έδωσε εντολή στην ομάδα να μην προχωρήσει σε καμία κίνηση και το βράδυ δια μέσω του Μακαρέζου ενημέρωσε την ομάδα ότι το εγχείρημα είχε περάσει πλέον στον Σπαντιδάκη που είχε πεισθεί και αναλάβει την πρωτοβουλία και να την εκτελέσει ομαλά εντός των επόμενων ημερών σε συνάρτηση ή μη με τον Βασιλέα Κωνσταντίνο. Η παρορμητικότητα όμως της ομάδος και ο φόβος εν τω μεταξύ να φανερωθούν και να χάσουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, αποφάσισαν στο να προχωρήσουν το κίνημα εκείνη τη νύχτα από μόνοι τους. Μάλιστα για να μην στοχοποιηθεί ο Ζωιτάκης εξέλεξαν νέο αρχηγό, τον Παπαδόπουλο, ως πρώτο μεταξύ ίσων και προχώρησαν άμεσα στην εκτέλεση του σχεδίου τους. Κατά τα μεσάνυχτα της 20ης προς 21ης Απριλίου, ο Σπαντιδάκης θα συλληφθεί από την ομάδα και θα οδηγηθεί στο ΓΕΣ. Εκεί ο Σπαντιδάκης έθεσε εν τέλει τον εαυτό του επικεφαλής της κινητοποίησης του στρατού, προς εφαρμογή του Νατοϊκού επιχειρησιακού σχεδίου Προμηθεύς. Ώρες αργότερα ο Ζωιτάκης, ευρισκόμενος και αυτός στην Αθήνα, αφού μεταφέρθηκε στο ΓΕΣ, τέθηκε υπό τις διαταγές του άμεσου προϊσταμένου του (Αρχηγού ΓΕΣ Γρ. Σπαντιδάκη) και επιβεβαίωσε προς τον Βιδάλη, υποδιοικητή Γ΄ Σώματος στη Θεσσαλονίκη, υπακοή στις διαταγές του ΓΕΣ, διαταγή που ήδη είχε δώσει νωρίτερα προς τον Βιδάλη και ο ίδιος ο Σπαντιδάκης.[1] Το εγχείρημα αυτό με τους όρους της εποχής εκείνης ονομάστηκε Επανάσταση και οι πρωτεργάτες της ομάδος του κινήματος αποτελούσαν την Επαναστατική Επιτροπή της 21ης Απριλίου 1967.

Στις 22 Απριλίου 1967 ο Ζωιτάκης ορκίστηκε Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας στη δικτατορική Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [2]. Άμεσος πολιτικός προϊστάμενος του Ζωιτάκη ήταν και πάλι ο Σπαντιδάκης ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας και Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως θέσεις απο τις οποίες παραιτήθηκε μερικές μέρες προτού εκδηλωθεί το κίνημα του Βασιλέως αφήνοντας τον Ζωιτάκη κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή τον μόνο πολιτικοστρατιωτικό προϊστάμενο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και κατά συνέπεια των Ενόπλων Δυνάμεων. Κατά το κίνημα του Βασιλέως Κωνσταντίνου ο Ζωιτάκης δεν συντάχθηκε μαζί του διότι θεωρούσε τις ενέργειες του περιβάλλοντος Κωνσταντίνου ως αυτοκαταστροφικές. Μετά το κίνημα και τη φυγή του Κωνσταντίνου, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Ζωιτάκη και των συνεργατών του να πείσουν άμεσα διάφορες "προσωπικότητες" να αναλάβουν επικεφαλής και να σχηματισθεί κυβέρνηση για να καλυφθεί ταχέως το κενό εξουσίας στη χώρα με ότι αυτό συνεπαγόταν. Εν τέλει η λεγόμενη Επαναστατική Επιτροπή θα αναγορεύσει τον Ζωιτάκη Αντιβασιλέα της Ελλάδος για να ορκιστεί άμεσα στις 14 Δεκεμβρίου 1967 σχηματίζοντας κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Ήρθε πολλές φορές σε ρήξη τόσο με τον Γ. Παπαδόπουλο όσο και με την Επαναστατική Επιτροπή με αποκορύφωμα τον Μάρτιο του 1972 όπου σε πλήρη πλέον σύγχυση και διαφωνία μαζί τους αποφάσισε να παραιτηθεί διαφωνώντας με διάφορους χειρισμούς και ατομικές ενέργειες της κυβέρνησης που απείχαν από τη δική του γραμμή ή έστω δεν ακολουθούσαν μια συλλογική απόφαση - με λίγα λόγια διαφωνούσε με τις προσπάθειες πολιτικοποίησης του χουντικού Παπαδόπουλου. Σ' αυτό θά έρθει να προστεθεί και ένα κλίμα υπόγειων διαβολών που καλλιεργούσαν οπορτουνιστές της ομάδας Ιωαννίδη.

Ως αντιβασιλιάς, διέμενε στο Μέγαρο Μαξίμου. Τέλος, το όνομά του θα ταξιδέψει και στο διάστημα στην πλακέτα που περιέχει το μήνυμα καλής θέλησης (good will message) της Ελλάδας και φέρει την υπογραφή του ανάμεσα στα μηνύματα των άλλων χωρών [3]

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την έλευση του Κ. Καραμανλή το 1974, δόθηκε γενική αμνηστία για όσα πολιτικής φύσεως εγκλήματα διεπράχθησαν από το 1949 ως το 1974. Μερικούς μήνες αργότερα ο Ζωιτάκης εξαιρέθηκε από την αμνηστία, βάσει βουλεύματος στηριζόμενου σε νόμο αναδρομικής ισχύος (το Δ' Ψήφισμα), ενέργεια την οποία μερικά χρόνια αργότερα ο Άρειος Πάγος θα κρίνει παράνομη. Ωστόσο συνελήφθη και προσήχθη σε δίκη ως πρωταίτιος του απριλιανού πραξικοπήματος του 1967, μαζί με τους υπόλοιπους πρωτεργάτες. Παρότι θιγμένος απο τη συνεργασία του με τους υπόλοιπους πραξικοπηματίες, δεν αμφέβαλε ποτέ για τη σημαντικότητα του κινήματος της 21ης Απριλίου. Κατά τη δίκη δεν κατονόμασε κανέναν εκ των χουντικών, ωστόσο διαχώρισε τη θέση του μια και εκ των πραγμάτων δεν ήταν αυτός που πυροδότησε την έναρξη της χούντας τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου. Τελικά καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού όπου παρέμεινε έγκλειστος για 13 χρόνια έως ότου αποφυλακίστηκε, το 1988, σύμφωνα με το άρθρο του Ποινικού Κώδικα περί ανηκέστου βλάβης. Μέχρι το 1996, χρονιά θανάτου του, εξέτισε κατ' οίκον ποινή χωρίς σύνταξη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.[4] Το 1993 στο πλαίσιο της πολιτικής για Εθνική Συμφιλίωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη και λήθη του παρελθόντος, ο Ζωιτάκης, ογδόντα τριών ετών και ασθενής, κατέθεσε αίτηση χάριτος, απορρίφθηκε όμως από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή. Τρία χρόνια αργότερα ο Ζωιτάκης θα αποβιώσει, μεγάλη συμμετοχή χουντικών θα σημειωθεί κατά τη κηδεία του στο δήμο Παπάγου και ακόμη μεγαλύτερη κατά την ταφή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Ναύπακτο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Νικόλαος Μακαρέζος, Πως οδηγηθήκαμε στην 21η Απριλίου 1967, εκδόσεις Πελασγός, σελ. 111-120
  2. ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΛΛΙΑ, Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  3. Όταν ο Ζωιτάκης "πάτησε" στο φεγγάρι, άρθρο της εφημερίδας «Το Βήμα»
  4. Τι απέγιναν οι δικτάτορες, άρθρο της εφημερίδας «Το Βήμα»

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]