Τέμενος Αλ-Άκσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 31°46′34″N 35°14′09″E / 31.77617°N 35.23583°E / 31.77617; 35.23583

Τέμενος Αλ-Άκσα
المسجد الاقصى
Israel-2013-Jerusalem-Temple Mount-Al-Aqsa Mosque (NE exposure).jpg
Γενικές πληροφορίες
Είδος Τζαμί
Αρχιτεκτονική Ισλαμική αρχιτεκτονική
Τοποθεσία Ιερουσαλήμ
31°46′34″N 35°14′09″E / 31.77617°N 35.23583°E / 31.77617; 35.23583
Πόλη Ιερουσαλήμ
Χώρα Ισραήλ
Λειτουργία 705
Τεχνικές λεπτομέρειες
Χωρητικότητα πάνω από 5.000 άτομα
Σχεδιασμός και κατασκευή

Το τέμενος Αλ-Άκσα (αραβικά: المسجد الاقصى, αλ-μαστζίντ αλ-άκσα , "το πιο απομακρυσμένο τζαμί") είναι ο τρίτος πιο ιερός τόπος για το Ισλάμ και βρίσκεται στην παλαιά πόλη της Ιερουσαλήμ. Ενώ ολόκληρη η περιοχή στην οποία βρίσκεται το τζαμί, μαζί με τον Θόλο του Βράχου, τις δεκαεπτά πύλες και τους τέσσερις μιναρέδες, ήταν ιστορικά γνωστός ως το τέμενος Άλ-Άκσα, σήμερα επικρατεί ένας περιορισμένος ορισμός και ο ευρύτερος περίβολος αναφέρεται συνήθως ως Χαράμ αλ-Σαρίφ ("Ευγενής Ιερός Χώρος"), ή Όρος του Ναού, το ιερότερο σημείο του Ιουδαϊσμού. Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ο Μωάμεθ μεταφέρθηκε από το Μασγίντ αλ-Χαράμ της Μέκκας στο αλ-Άκσα κατά τη διάρκεια του Νυχτερινού Περίπλου. Η ισλαμική παράδοση υποστηρίζει ότι ο Μωάμεθ προσευχόταν προς αυτό το σημείο μέχρι τον δέκατο έβδομο μήνα μετά την εγίρα, όταν ο Θεός τον κατεύθυνε να στραφεί προς την Κάαμπα.

Το τέμενος ήταν αρχικά ένα μικρό οίκημα για προσευχή το οποίο χτίστηκε από τον χαλίφη Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ, αλλά ανακατασκευάστηκε και επεκτάθηκε από τον Ομεϋάδη χαλίφη Αμπντ αλ-Μαλίκ ιμπν Μαρουάν και ολοκληρώθηκε από τον γιο του, Ουαλίντ Α΄ το 705. Μετά από ένα σεισμό το 746, το τέμενος καταστράφηκε ολοσχερώς και ξαναχτίστηκε από τον Αββασίδη χαλίφη αλ-Μασούρ το 754. Ο διάδοχός του, αλ-Μαχντί, το ξαναέχτισε το 780. Ένας άλλος σεισμός κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του Αλ-Άκσα το 1033, αλλά δύο χρόνια αργότερα ο Φατιμίδης χαλίφης Αλί αζ-Ζαχίρ έχτισε ένα άλλο τζαμί, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα.

Κατά τη διάρκεια των ανακατασκευών που πραγματοποιήθηκαν, οι διάφορες δυναστείες των χαλιφάτων κατασκεύασαν προσθήκες στο τζαμί και τον περίβολό του, όπως το θόλο του, την πρόσοψη, μινμπάρ, μιναρέδες και την εσωτερική δομή. Όταν οι Σταυροφόροι κατέλαβαν στην Ιερουσαλήμ το 1099, χρησιμοποίησαν το τζαμί ως παλάτι και τον Θόλο του Βράχου ως εκκλησία, αλλά η λειτουργία του ως τζαμί αποκαταστάθηκε μετά την ανάκτησή του από τον Σαλαντίν το 1187. Περισσότερες ανακαινίσεις, επισκευές και προσθήκες πραγματοποιήθηκαν στους επόμενους αιώνες από τους Αγιουβίδες, τους Μαμελούκους, τους Οθωμανούς, το Ανώτατο Μουσουλμανικό Συμβούλιο και την Ιορδανία. Σήμερα, η παλαιά πόλη βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Ισραήλ, αλλά το τζαμί παραμένει υπό ισλαμική διοίκηση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατασκευή του Άλ-Άκσα ξεκίνησε περίπου 20 χρόνια μετά την ολοκλήρωση του Θόλου του Βράχου. Ωστόσο, σε αντίθεση με το Θόλο, η δομή και το εσωτερικό του οποίου έχουν παραμείνει ανέπαφα με το πέρασμα των αιώνων, το Άλ-Άκσα έχει αλλάξει αρκετά. Τα πρώτα 60 χρόνια της ύπαρξής του το τζαμί ισοπεδώθηκε δύο φορές από σεισμούς. Η σημερινή μορφή του χρονολογείται από τις αρχές του 11ου αιώνα. Όταν οι σταυροφόροι κατέκτησαν την Ιερουσαλήμ το 1099 το Άλ-Άκσα μετατράπηκε σε έδρα των Nαϊτών -αυτοί άφησαν κληρονομιά τις τρεις κεντρικές κόγχες στην πρόσοψή του[1]. Όπως φαίνεται σήμερα, η πρόσοψη έχει εφτά κόγχες καθώς στα μέσα του 14ου αιώνα οι Μαμελούκοι πρόσθεσαν από δύο σε κάθε πλευρά του παλιού προστώου των σταυροφόρων. Στο εσωτερικό κυριαρχούν προσθήκες από τα μέσα του 20ού αιώνα, όπως οι σειρές από μαρμάρινες κολόνες που δώρισε ο Μπενίτο Μουσολίνι και ένα περίτεχνα ζωγραφισμένο ταβάνι που πλήρωσε ο βασιλιάς Φαρούκ της Αιγύπτου[2]. Παλιότερα στοιχεία είναι το μιχράμπ που διακοσμήθηκε το 1187 από χορηγίες του Σαλαντίν και τα ψηφιδωτά πάνω από την αψίδα του κεντρικού κλίτους και γύρω από το τύμπανο του τρούλου που χρονολογούνται από το 1035[3]. Μέχρι το 1969 το τζαμί είχε έναν ωραίο ανάγλυφο άμβωνα της εποχής του Σαλαντίν, που καταστράφηκε στη διάρκεια της πυρκαγιάς που προκάλεσε ένας διαταραγμένος επισκέπτης[4].

Το τζαμί κατά μήκος του νότιου τείχους του Χαράμ αλ-Σαρίφ

Στις 21 Αυγούστου του 1969, το τέμενος Άλ-Άκσα τυλίχτηκε στις φλόγες, οι οποίες κατέστρεψαν τη στέγη του και τον ξύλινο άμβωνα, δωρεά του απελευθερωτή της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους, Σαλαντίν. Από τις αραβικές πρωτεύουσες ξεσηκώθηκε αμέσως θύελλα διαμαρτυριών και εκκλήσεις για εκδίκηση και ιερό πόλεμο κατά του Ισραήλ, αλλά τελικά αποδείχθηκε πως ο εμπρηστής δεν ήταν Εβραίος αλλά ένας νεαρός Αυστραλός, ο 28ετής Ντιν Ρόχαν, καθ' ομολογίαν του ιδίου φανατικός χριστιανός και μέλος φονταμελιστικής παραθρησκευτικής οργάνωσης. Ωστόσο ο εμπρησμός προκάλεσε εκνευρισμό και ένα μήνα αργότερα συγκλήθηκε εκτάκτως Ισλαμική Διάσκεψη κορυφής στο Ραμπάτ του Μαρόκου[5].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Denys Pringle, The Churches of the Crusader Kingdom of Jerusalem: Volume 3, The City of Jerusalem: A Corpus, Cambridge University Press (1993) ISBN 9780521390385
  2. Al Aqsa Mosque, Jerusalem Sacred Destinations
  3. Thomas F. Madden, The Crusades: The Essential Readings, Blackwell Publishing (2002) ISBN 0-631-23023-8
  4. The Burning of Al-Aqsa Time
  5. Ιστορικό Λεύκωμα 1969, σελ. 122, Καθημερινή (1998)