Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γεφύρι της Άρτας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Γεφύρι της Άρτας
Συντεταγμένες39°09′06″N 20°58′29″E / 39.1517°N 20.9747°E / 39.1517; 20.9747Συντεταγμένες: 39°09′06″N 20°58′29″E / 39.1517°N 20.9747°E / 39.1517; 20.9747
ΜεταφέρειΠεζόδρομος (πεζογέφυρα)
ΔιασχίζειΆραχθος
ΤοποθεσίαΆρτα, Ελλάδα
ΙδιοκτήτηςΥπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού
Συντηρείται από18η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Πολιτιστική κληρονομιάαρχαιολογικός χώρος στην Ελλάδα
Χαρακτηριστικά
Σχέδιοπεζογέφυρα, πέτρινη γέφυρα και τοξωτή γέφυρα
ΑρχιτεκτονικήΟθωμανική αρχιτεκτονική
Υλικόπέτρα
Συνολικό μήκος130 μέτρα
Πλάτος4 μέτρα
Καμάρες4
Στηρίγματα στο νερό5
Τέλος κατασκευής1612
Χάρτης
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Γεφύρι της Άρτας (στην λαϊκή παράδοση γιοφύρι της Άρτας) είναι λιθόκτιστη γέφυρα του ποταμού Αράχθου, του 17ου αιώνα, στην πόλη της Άρτας, και έγινε πασίγνωστη από το ομώνυμο θρυλικό δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην «εξ ανθρωποθυσίας» θεμελίωσή του. Ο ίδιος όρος αποτελεί επίσης σύγχρονη μεταφορική έκφραση, όταν αναφέρονται έργα, τα οποία αργούν να ολοκληρωθούν όπως και στον θρύλο του τραγουδιού («Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν»).

Ιστορία του Γεφυριού της Άρτας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό βέβαια το οφείλει στον θρύλο για τη θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα.

Η αρχική κατασκευή του γεφυριού τοποθετείται στα χρόνια της κλασικής Αμβρακίας επί βασιλέως Πύρρου Α'. Αυτό είναι φυσικό, δεδομένου ότι σε αυτά τα μέρη αναπτύχθηκε αξιόλογος πολιτισμός από τα προχριστιανικά ακόμη χρόνια. Συνεπώς, οι αρχαίοι Αμβρακιώτες είχαν ανάγκη να κατασκευάσουν στο σημείο αυτό κάποιο πέρασμα, γεφύρι, έργο που ασφαλώς θα βελτιωθεί στα ελληνιστικά χρόνια, όταν ο βασιλιάς Πύρρος Α' έκανε την Αμβρακία πρωτεύουσα του κράτους του, κι ακόμη αργότερα - στα ρωμαϊκά χρόνια - με την άνθηση της διπλανής Νικόπολης και την αύξηση της εμπορικής κίνησης.

Τη σημερινή του μορφή, το Γεφύρι της Άρτας απέκτησε τα έτη 1602-1606 μ.Χ. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι τη χρηματοδότηση της κατασκευής του Γεφυριού της Άρτας έγινε από έναν Αρτινό παντοπώλη, τον Ιωάννη Θιακογιάννη ή Γυφτοφάγο, ο οποίος προφανώς είχε εμπορικές δραστηριότητες και είχε ενδιαφέρον για τη διάβαση του Αράχθου ποταμού από τα μουλάρια με τα φορτία του.[1]

Περιγραφή του γεφυριού της Άρτας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Λαογραφικό Μουσείο Γεφυριού Άρτας

Το σημερινό μήκος του πέτρινου γεφυριού της Άρτας φτάνει στα 142 μέτρα και το πλάτος του είναι 3,75 μέτρα. Αποτελείται από τέσσερις μεγάλες καμάρες και τρεις μικρότερες[2]. Οι τέσσερις ημικυκλικές καμάρες δεν έχουν καμία συμμετρία μεταξύ τους. Το μεγαλύτερο τόξο έχει άνοιγμα 24 μέτρα και τα υπόλοιπα 15.80 μ., 15.40 μ. και 16.20 μ.. Το ύψος των τόξων 11.70 μ., 9.00 μ., 9.60 μ. και 9.30 μ. αντίστοιχα.[3] Τα βάθρα του είναι κτισμένα με μεγάλους κανονικούς λίθους κατά το ισοδομικό σύστημα, με επίστεψη, έτσι που θυμίζουν τοιχοποιία ελληνιστικών μεγάρων.

Αυτή λοιπόν η δομή των βάθρων μαρτυρεί ότι το γεφύρι θεμελιώθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, και - κατά την άποψη του μελετητή Γιάννη Τσούτσινου - πιθανότατα είναι έργο του Πύρρου Α΄ (3ος π.χ. αιώνας). Σύμφωνα με διαπιστώσεις του Φ. Πέτσα, αρχαιολόγου που παρακολούθησε τις εκσκαφές για τη στήριξη σιδερένιας γέφυρας πλάι στην παλιά στα χρόνια της Κατοχής, το ίδιο χτίσιμο συνεχίζεται μέχρι τα κατώτατα θεμέλια του γεφυριού.

Πάνω σ' αυτά τα βάθρα, κατά την άποψη ορισμένων μελετητών, χτίστηκαν κατά τη βυζαντινή εποχή (πρώτη περίοδος του Δεσποτάτου της Ηπείρου) ή κατά την άποψη άλλων στην πρώτη μεταβυζαντινή περίοδο, τέσσερις μεγάλες καμάρες, μεταξύ των οποίων παρεμβλήθηκαν στα ποδαρικά τους καθώς και στα ακρινά σκέλη του γεφυριού οκτώ συνολικά μικρά τοξωτά ανοίγματα, για να διοχετεύονται τα νερά σε περίπτωση πλημμύρας[4].

Η τοιχοποιία της είναι ομοιόμορφη με μικρούς κανονικούς λίθους. Φαίνεται ότι η μεγαλύτερη καμάρα, που λόγω του ανοίγματός της ήταν περισσότερο επισφαλής, είτε από άγνωστη αιτία, είτε διότι η ορμή του ρεύματος του Αράχθου εμπόδιζε την θεμελίωση της γέφυρας[5], γκρεμίστηκε και ξαναχτίστηκε στην Τουρκοκρατία, και είναι ακριβώς αυτή η ανακατασκευή της ψηλής καμάρας που γέννησε τον θρύλο του στοιχειώματος της γυναίκας του πρωτομάστορα και το αντίστοιχο δημοτικό τραγούδι. Σύμφωνα με σωσμένες γραπτές μαρτυρίες η κατασκευή αυτή έγινε το έτος 1612, οι εργασίες κράτησαν τρία χρόνια, μέχρι το 1615 και η νέα καμάρα έγινε ακόμη ψηλότερη.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το Λαογραφικό Μουσείο Άρτας, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη γέφυρα, ήταν το παλιό Οθωμανικό Τελωνείο και χτίστηκε με σχέδια του γνωστού αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλερ. Οι κάτοικοι διέρχονταν από την ανατολική ελληνική πλευρά στη δυτική οθωμανική με χρήση διαβατηρίου μέχρι το έτος 1912[6].

Το γεφύρι της Άρτας μετά την απελευθέρωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το γεφύρι τη νύχτα
Εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης το 1982.
Άποψη του γεφυριού κατά τους θερινούς μήνες, με το ποτάμι ανοιχτό.

Το έτος 1881, όταν απελευθερώθηκε de jure (με συμφωνία) η Άρτα, το γεφύρι ήταν το σύνορο της ελεύθερης Ελλάδας με την τουρκοκρατημένη Ελλάδα. Το διώροφο νεοκλασικό κτίριο στο δυτικό άκρο του γεφυριού, που χτίστηκε το έτος 1864 από Αυστριακό αρχιτέκτονα και σήμερα στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο Άρτας, αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως οθωμανικό φυλάκιο της Γέφυρας και αργότερα, μετά το έτος 1881, ως μεθοριακός σταθμός, τελωνείο των Τούρκων.

Στο τέλος της δεκαετίας του '30, πλάι στα αρχαία βάθρα προστέθηκαν και τσιμεντένια για τη στήριξη ξύλινης αρχικά γέφυρας, την οποία οι Γερμανοί κατακτητές ενίσχυσαν με σιδηροδοκούς για τη διέλευση των οχημάτων τους[4]. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1944, όταν οι Γερμανοί Ναζί αποχώρησαν, διέταξαν να ανατιναχθεί το πέτρινο Γεφύρι της Άρτας, αλλά ο Γερμανός βομβιστής προφανώς εκτίμησε το μέγεθος του εγκλήματος, δεν υπάκουσε στη διαταγή και το γεφύρι σώθηκε. Άλλη άποψη αναφέρει ότι κάποιος Γερμανός στρατιώτης Λούντβιχ, μάλλον αρχαιολόγος, γύρισε κρυφά πίσω και απενεργοποίησε τον εκρηκτικό μηχανισμό.

Το έτος 1945 κατασκευάσθηκε κανονική σιδηρογέφυρα, η οποία σε συνδυασμό με τις χονδροειδείς τσιμεντοβάσεις της κατέστρεψε τη βόρεια όψη του παλιού γεφυριού.

Τη δεκαετία του '80, επί εποχής υπουργού πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, απαλλάχτηκε το μνημείο απ' αυτούς τους «κακοήθεις όγκους» του και με τις εργασίες στερέωσης ξαναβρήκε την αρχική του λάμψη. Έγιναν σημαντικές στερεωτικές εργασίες και πολλές τσιμεντενέσεις.[εκκρεμεί παραπομπή] Μετά την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος της ΔΕΗ στο Πουρνάρι του Πέτα, από σοβιετική εταιρεία κατά τα έτη 1976-1981 δεν υπάρχει πλέον συνεχής ροή στο ποτάμι του Αράχθου. Έτσι «το μνημείο έπαψε να δροσίζει τα πόδια του, κατάντησε εκκλησιά χωρίς εικόνες, βρύση χωρίς νερό» όπως έχει γραφεί γλαφυρά. Το έτος 1983 για τον ίδιο λόγο της ακανόνιστης ροής υδάτων το γεφύρι διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο και τότε τοποθετήθηκαν σειρές από ενσύρματες κροκάλες στον πυθμένα της κοίτης.[4][7][8][9]

Ο Γέρικος Πλάτανος του Αλή Πασά Τεπελενλή

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ανατολική όχθη του Αράχθου, κοντά στην αρχή της γέφυρας σώζεται ο μεγάλος πλάτανος του Αλή Πασά. Λέγεται ότι στον ίσκιο του καθόταν ο Αλή Πασάς και απολάμβανε κρεμασμένους απ' τα κλαδιά του όσους είχε καταδικάσει σε θάνατο με απαγχονισμό. Σ' αυτό το μακάβριο θέαμα μας μεταφέρει το δημοτικό τραγούδι: «Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος με τις ριζούλες στο νερό; Αλή πασάς επέρασε και δεν μπορώ να πιω».[10][11][12]

Το Γεφύρι της Άρτας και ο σχετικός Θρύλος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το γεφύρι στην πλημμύρα του Φλεβάρη το 2015

Η γέφυρα αυτή, κατά τον Χρονογράφο της Ηπείρου, είναι κτίσμα των προ Χριστού ρωμαϊκών χρόνων. Σύμφωνα όμως με μερικές παραδόσεις, κτίσθηκε όταν η Άρτα έγινε πρωτεύουσα πόλη στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, ίσως και επί δεσπότη Μιχαήλ Β΄ Δούκα. Ως χρονολογία οικοδόμησης φέρονται κατ' άλλους το 1602 και κατ' άλλους το 1606. Ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος έχει σημειώσει ότι αυτή κτίσθηκε κατά μία παράδοση από κάποιον αρτινό ορθόδοξο παντοπώλη. Κατά το δημοτικό τραγούδι που ανήκει στα άσματα του ακριτικού κύκλου, «1300 κτίστες, 60 μαθητές, 45 μάστοροι (μηχανικοί) υπό τον Αρχιμάστορα, προσπαθούσαν να κτίσουν τη γέφυρα της οποίας τα θεμέλια κάθε πρωί ήταν κατεστραμμένα.

Τελικώς - σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση - «ένα πτηνό με ανθρώπινη φωνή γνωστοποίησε πως για να στεριώσει η γέφυρα απαιτείται η ανθρωποθυσία της συζύγου του πρωτομάστορα». Το οποίο και έγινε με κατάρες που καταλήγουν σε ευχές.

Το τραγούδι αυτό είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο (πολιτικό στίχο). Η ιστορική έρευνα διατυπώνει ότι ο θρύλος αυτός έκρυβε πολλά χρόνια μία ιστορική αλήθεια για την περιοχή της Άρτας και γενικότερα της Ηπείρου. Όταν χρειάστηκε να περάσει από τη περιοχή μεγάλη δύναμη οθωμανικού στρατού ζητήθηκε η βοήθεια των κατοίκων για τη δημιουργία μιας γέφυρας. Τότε προσέτρεξαν πάρα πολλοί δηλώνοντας ότι γνωρίζουν να κτίζουν, προκειμένου να κερδίσουν κάποια εύνοια. Όταν όμως έμαθαν οι κάτοικοι τον σκοπό για τον οποίο θα περνούσε το τουρκικό ασκέρι (στρατός) πήγαιναν τη νύκτα και γκρέμιζαν ό,τι την προηγούμενη οι ίδιοι είχαν φτιάξει. Όταν οι Τούρκοι ζήτησαν να μάθουν γιατί αργεί τόσο πολύ το έργο εκείνοι απάντησαν ότι τελικά είναι στοιχειωμένο το μέρος πιστεύοντας ότι οι Τούρκοι ή δεν θα περνούσαν ή ότι θα επέστρεφαν. Τότε ο Τούρκος διοικητής διέταξε τη σύλληψη του Πρωτομάστορα και της γυναίκας του και τη θανάτωσή τους. Τότε φοβούμενοι όλοι οι άλλοι εμπλεκόμενοι στο έργο της ανέγερσης Έλληνες για τη τύχη που θα τους περίμενε έσπευσαν και ολοκλήρωσαν το γεφύρι συνοδεύοντας με κατάρες το τουρκικό ασκέρι (στρατό) αναπολώντας την αλλοτινή δόξα της φυλής που επί Μεγάλου Αλεξάνδρου έφθασαν από τον Δούναβη μέχρι τον Ευφράτη. Μετά όμως την εθνεγερσία του 1821 και αναμένοντας την απελευθέρωσή τους από τον ελληνικό στρατό (αδελφό στη ξενιτιά) οι προηγούμενες κατάρες έγιναν ευχές.

Πέραν της πιθανής ιστορικότητας του θρύλου, γεγονός αποτελεί ότι το μοτίβο της θυσίας με σκοπό το "στέριωμα" κάποιου κτίσματος απαντάται σε όλους τους λαούς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και έχει μελετηθεί από εθνολόγους όπως ο Μίρτσεα Ελιάντε [13].

Το δημοτικό ποίημα: Της Άρτας το Γιοφύρι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Παρά πλείστοις λαοίς επικρατεί η δοξασία, ότι προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος, απαιτείται να προσηλωθή εις αυτό ζώον, κατορρυτόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον· όσον δε ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δύναμιν προς προστασίαν του Κτίσματος»[14].

Σε τέτοια παράδοση στηρίζεται και το πανελλήνια γνωστό δημοτικό τραγούδι του γιοφυριού της Άρτας:

Σαράντα πέντε µάστοροι κ’ ἑξῆντα μαθητᾶδες

γιοφῦρι νἐθεµέλιωναν ’ς τῆς Ἄρτας τὸ ποτάµι.
Ὁλημερὶς τὸ χτίζανε, τὸ βράδυ ἐγκρεμιζόταν.
Μοιριολογοῦν οἱ µάστοροι καὶ κλαῖν οἱ μαθητᾶδες.
«Ἀλίμονο ’ς τοὺς κόπους µας, κρῖμα ’ς τοῖς δούλεψαίς µας,
ὁλημερὶς νὰ χτίζουμε, τὸ βράδυ νὰ γκρεµειέται.»
Πουλάκι ἐδιάβη κ’ ἔκατσε ἀντίκρυ ’ς τὸ ποτάµι,
δὲν ἐκελάιδε σὰν πουλί, μηδὲ σὰ χιλιδόνι,
παρὰ ἐκελάιδε κ’ ἔλεγε, ἀνθρωπινὴ λαλίτσα.
«Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·
καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,
παρὰ τοῦ πρωτοµάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,
πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόµα.»

Τ’ ἄκουσ’ ὁ πρωτομάστορας καὶ τοῦ θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει τῆς λυγερῆς μὲ τὸ πoυλὶ τἀηδόνι:

Ἀργὰ ντυθῇ, ἀργὰ ἀλλαχτῇ, ἀργὰ νὰ πάῃ τὸ γιόµα,
ἀργὰ νὰ πάῃ καὶ νὰ διαβῇ τῆς Ἄρτας τὸ γιοφῦρι.
καὶ τὸ πουλὶ παράχουσε, κι’ ἀλλιῶς ἐπῆγε κ’ εἶπε.
«Γοργά ντυσου, γοργά ἀλλαξε, γοργὰ νὰ πᾶς τὸ γιόµα,
γοργὰ νὰ πᾶς καὶ νὰ διαβῇς τῆς Ἄρτας τὸ γιοφῦρι.»

Νά τηνε κ’ ἐξανάφανεν ἀπὸ τὴν ἄσπρη στράτα.
Τὴν εἶδ’ ὁ πρωτομάστορας, ῥαγίζεται ἡ καρδιά του.
Ἀπὸ μακριὰ τοὺς χαιρετᾷ κι’ ἀπὸ κοντὰ τοὺς λέει.
«Γειά σας, χαρά σας, µάστοροι καὶ σεῖς οἱ μαθητᾶδες,
μὰ τί ἔχει ὁ πρωτομάστορας κ’ εἶναι βαργωμισμένος;
—Τὸ δαχτυλίδι τὄπεσε ’ς τὴν πρώτη τὴν καμάρα,
καὶ ποιὸς νὰ μπῇ καὶ ποιὸς νὰ βγῇ τὸ δαχτυλίδι νά βρῃ;
—Μάστορα, μὴν πικραίνεσαι κ’ ἐγὼ νὰ πά’ σ’ τὸ φέρω,
ἐγὼ νὰ μπῶ, κ’ ἐγὼ νὰ βγῶ, τὸ δαχτυλίδι νά βρω.»

Μηδὲ καλὰ κατέβηκε, μηδὲ ’ς τὴ μέσ’ ἐπῆγε,
«Τραύα, καλέ μ’, τὸν ἄλυσο, τραύα τὴν ἁλυσίδα,
τί ὅλον τὸν κόσµο ἀνάγειρα καὶ τίποτες δὲν ηὕρα.»
Ἕνας πιχάει μὲ τὸ µυστρί, κι’ ἄλλος μὲ τὸν ἀσθέστη,
παίρνει κι’ ὁ πρωτομάστορας καὶ ῥήχνει μέγα λίθο.

«Ἀλίμονο ’ς τὴ μοῖρα µας, κρῖμα ’ς τὸ ῥιζικό μας!
Τρεῖς ἀδερφάδες ἤμαστε, κ’ οἱ τρεῖς κακογραµμέναις,
ἡ μιά χτισε τὸ Δούναβη, κ’ ἡ ἄλλη τὸν Ἀφράτη
κ᾿ ἐγὼ ἡ πιλιὸ στερνότερη τῆς Ἄρτας τὸ γιοφῦρι.
Ὡς τρέµει τὸ καρυόφυλλο, νὰ τρέµῃ τὸ γιοφῦρι,
κι’ ὡς πέφτουν τὰ δεντρόφυλλα, νὰ πέφτουν οἱ διαβάταις.

—Κόρη τὸ λόγον ἄλλαξε, κι’ ἄλλη κατάρα δῶσε,
πὄχεις µονόκριβο ἀδερφό, μὴ λάχῃ καὶ περάσῃ.»
Κι’ αὐτὴ τὸ λόγον ἄλλαξε, κ’ ἄλλη κατάρα δίνει.
«Ἂν τρέµουν τ’ ἄγρια βουνά, νὰ τρέµῃ τὸ γιοφῦρι,
κι’ ἂν πέφτουν τ’ ἄγρια πουλιά, νὰ πέφτουν οἱ διαβάταις,

τί ἐχω ἀδερφὸ ’ς τὴν ξενιτειά, μὴ λάχῃ καὶ περάσῃ.»

Δημοτικό τραγούδι
  • Μια άλλη παραλλαγή, πιο ήπια, στο επίμαχο σημείο της «βίαιης» ανθρωποθυσίας του θρύλου λέει πως μόλις έφθασε στο γεφύρι η γυναίκα του Πρωτομάστορα εκείνος:

«Ευθύς τον ίσκιο άρπαξε και παίρν΄ και τη στοιχειώνει»

Και αφού πήρε το ανάστημά της από τον ίσκιο, της λέγει:

«Σύρε, Κυρά μου, στο καλό και στη καλή την ώρα
κι όσο να πά΄ στο σπίτι της πέφτει και αποθαίνει»

(δηλαδή το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα αφού η γυναίκα του μένει σαν οπτασία, χωρίς πλέον ίσκιο, δεν ακούγεται όμως τόσο μακάβριο).

  • Ο συγκινησιακός φόρτος του ποιήματος με τα ανάμικτα συναισθήματα της υποταγής αλλά και της ελπίδας της ανεξαρτησίας όχι μόνο είχε ξεπεράσει τον ελλαδικό χώρο αλλά ακριβώς μέσα από τα μεγάλα «έργα» της εποχής πέρναγε και ως μήνυμα. Έτσι παραλλαγές του πέρασαν και σε άλλους βαλκανικούς λαούς, ακόμη και σε ποντιακή διάλεκτο (Τη τρίχας το γεφύρ) σε ανάλογες παραδόσεις. Την ελληνικότητα όμως του ποιήματος απέδειξε ο Κάρολος Ντίντεριχ (ή Ντίντρηχ) από τα στοιχεία που παρέχει αυτό το ίδιο το ποίημα.
  • Αξιοπρόσεκτα ακόμη λαογραφικά σημεία στο δημοτικό αυτό τραγούδι είναι η αξία του δακτυλιδιού, της βέρας, ως πετυχημένο εύρημα του ποιητή που, εκτός από τα στέφανα του γάμου, δίπλα στα εικονίσματα, κανένα άλλο σύμβολο δεν θα μπορούσε να σημειώσει μεγαλύτερη επιρροή στη τότε εποχή. Επίσης το στοιχείο της πιστής συζυγικής αγάπης, αλλά και η σημασία του ξενιτεμένου και μονάκριβου αδελφού, που αποτελεί πανηγυρική επανάληψη της βεβαίωσης του Ευριπίδη "Στύλοι δε οίκων παίδες άρσενες" ή όπως η αρχαία Αντιγόνη ομολογεί «Άνδρα μπορεί να πάρω οποιονδήποτε, όμως αδελφό δεν μπορώ να ξανάβρω».

Σύγχρονη χρήση / Παρομοίωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην καθομιλουμένη η φράση «Το γιοφύρι της Άρτας» χρησιμοποιείται για έργα, τα οποία αργούν πολύ να τελειώσουν.[15]

Παραδείγματα:

  • σαν της Άρτας το γιοφύρι...
  • ούτε της... Άρτας το γιοφύρι να ήταν!
  • ...κάτι σαν γιοφύρι της Άρτας, αν συλλογιστούμε πόσες φορές σχεδιάστηκε, κτίστηκε, γκρεμίστηκε, ξανασχεδιάστηκε...
  • Σε σύγχρονο «γιοφύρι της Άρτας» εξελίσσεται το σχέδιο....

Επίσης έτσι είχαν χαρακτηριστεί, κατά καιρούς, από τον ελληνικό ημερήσιο Τύπο, διάφορα δημόσια έργα όπως οι διαμορφώσεις των πλατειών Ομόνοιας και Συντάγματος της Αθήνας, η έναρξη λειτουργίας δύο νοσοκομείων (Θεσσαλονίκης και Ελευσίνας), το αεροδρόμιο των Σπάτων και ο σχεδιασμός του Μετρό της Αθήνας, που κράτησε 30 χρόνια όσο δηλαδή η ανέγερση της μεγαλύτερης πυραμίδας της Αιγύπτου.

Λογοτεχνικές Επιρροές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γεφύρι της Άρτας έχει γίνει πηγή έμπνευσης για πολλούς συγγραφείς και με βάση αυτό έχουν γραφεί αρκετά έργα, όπως:

  1. Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος, μητροπολίτης Άρτας: «Δοκίμιον περί Άρτης και Πρεβέζης», Α έκδοση 1884, επανέκδοση εκδόσεων Δωδώνη 1984 Αναστάσιος Ορλάνδος, «Η Γέφυρα της Άρτης», Αρχείον των Βυζαντινών Μνημείων της Ελλάδος, τομ.Β, 1936, σελ.196
  2. Αναστάσιος Ορλάνδος, «Η Γέφυρα της Άρτης», Αρχείον των Βυζαντινών Μνημείων της Ελλάδος, τομ.Β, 1936, σελ.195
  3. «Γεφύρι Της Άρτας». petrinagefiria.com. Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2021.
  4. 1 2 3 Κωνσταντίνος Γιαννέλος: «Τα Βυζαντινά Μνημεία της Άρτας»
  5. Αναστάσιος Ορλάνδος, «Η Γέφυρα της Άρτης», Αρχείον των Βυζαντινών Μνημείων της Ελλάδος, τομ.Β, 1936, σελ.197
  6. Αρχεία Δήμου Αρταίων, Ενημερωτικό έντυπο Μουσείου, έκδοση 2005
  7. Υπουργείο Πολιτισμού: «Το πέτρινο γεφύρι της Αρτας», Ιστοσελίδα "Οδυσσέας"
  8. Δήμος Αρταίων: «Το γεφύρι της Αρτας», ιστοσελίδα
  9. Δομή εγκυκλοπαίδεια: «Το Γεφύρι της Άρτας»
  10. Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν: επιστολαί προς φίλον, Βικέλας Δημήτριος, Εν Αθήναις, σ.43, 1886.
  11. Δασικά Χρονικά, τομοι 2-3, σ.22.
  12. Τ' έχεις καημένε πλάτανε, Δημοτικό τραγούδι, Δόμνα Σαμίου.
  13. Grottanelli, Cristiano (2005). [www.jstor.org/stable/3270445 «Fruitful Death: Mircea Eliade and Ernst Jünger on Human Sacrifice»]. Numen (52): 116–145. www.jstor.org/stable/3270445.
  14. Νικόλαος Πολίτης, Δημοτικά τραγούδια σ. 155, επανέκδοση 1991 ISBN 960-329-337-7
  15. «Λεξικό της κοινής νεοελληνικής». www.greek-language.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Μαΐου 2022.
  16. Φιλολογική, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2001, τεύχος 75, σελ. 70-74
  17. Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη, Ο Διγενής Ακρίτας στη Νεοελληνική Δραματουργία, «Ευρωπαϊκή Ακριτική Παράδοση: από το Μεγαλέξανδρο στο Διγενή Ακρίτα». Εκδ. Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Αθήνα 2000
  18. «Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη - "Ο Διγενής Ακρίτας στη Νεοελληνική Δραματουργία"». www.myriobiblos.gr. Ανακτήθηκε στις 25 Απριλίου 2016.
  19. Ισμαήλ Κανταρέ, Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες, Αθήνα 1989, εκδόσεις του 21ου, σελ. 121.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]