Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου Κορωνησίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°00′57″N 20°54′56″E / 39.015875°N 20.915648°E / 39.015875; 20.915648

Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου
JM Κορωνησία 003.jpg
Η Μονὴ Γενεσίου της Θεοτόκου.
Βασικές πληροφορίες
Τοποθεσία Κορωνησία, Ήπειρος, Ελλάδα
Υπαγωγή Χριστιανισμός
Χώρα Ελλάδα
Έτος αφιέρωσης 10ος αιώνας
Αρχιτεκτονική περιγραφή
Αρχιτεκτονικός τύπος Χριστιανικός ναός
Αρχιτεκτονικός ρυθμός Ημιεγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο
Αποπεράτωση Μεσοβυζαντινή περίοδος
Λεπτομέρειες
Μήκος 15 μ.
Πλάτος 7,3 μ.
Υλικά πέτρα

Η Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου είναι μνημείο μεσοβυζαντινής περιόδου στο νησί της Κορωνησίας και για αιώνες έπαιξε σημαντικό ρόλο στην περιοχή του Αμβρακικού κόλπου.

Δομή και τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός βρίσκεται σε ένα κεντρικό σημείο του οικισμού της Κορωνησίας. Πρόκειται για ένα κτίσμα μικρών διαστάσεων 15 x 7,30 μ., το οποίο αποτελείται από τρία ενωμένα μεταξύ τους μέρη: τον κύριο ναό, ένα νάρθηκα και έναν εξωνάρθηκα. O κύριος ναός ανήκει στο σπάνιο τύπο των ημιεγγεγραμμένων σταυροειδών με τρούλο.[1] Στη δυτική πλευρά του ναού υπάρχει ο νάρθηκας που καλύπτεται με συνεχή ημικυλινδρικό θόλο ενώ ο εξωνάρθηκας καλύπτεται με ξύλινη στέγη. Η είσοδος στο ναό είναι εφικτή μέσω δύο θυρών ενώ το ο δάπεδο του ναού είναι κατασκευασμένο από πλάκες, στο κέντρο του οποίου σώζεται μαρμάρινη ανάγλυφη πλάκα με το διακοσμητικό θέμα των πέντε άρτων. Η Αγία Τράπεζα είναι κτιστή. Σώζονται ελάχιστες και κακώς διατηρούμενες τοιχογραφίες στον κυρίως ναό και στο νάρθηκα.[2]

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ξυλόγλυπτο τέμπλο του 19ου αιώνα, το οποίο φέρει πλήθος ολόγλυπτων ανθικών και ζωικών διακοσμήσεων. Η δεσποτική εικόνα του Χριστού στο τέμπλο χρονολογείται από το 1854 ενώ οι υπόλοιπες δεσποτικές εικόνες είναι του 1884-1885. Κατά μήκος της βόρειας πλευράς του ναού υπάρχει επιμήκης στοά (χαγιάτι) με ξύλινη στέγη. Το κωδωνοστάσιο ανήκει στον τύπο του διάτρητου τοιχώματος και έχει πλάτος 2.90 μ. και ύψος 7,75 μ. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, το κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Προσαρτημένο στο ναό βρίσκεται ένα ερειπωμένο σήμερα κτίσμα που κατά το παρελθόν στέγαζε το ελαιοτριβείο της Μονής ενώ δίπλα υπήρχε η κούλια, όπου διέμεναν οι μοναχοί. Σύμφωνα με τις πηγές, το συγκεκριμένο κτίσμα ανακαινίσθηκε το 1870 από τον ηγούμενο αρχιμανδρίτη Αμβρόσιο Ραφαηλίδη.[3][4]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηγούμενοι της Μονής Κορωνησίας
* Μεθόδιος (1193)
* Γερόντιος (1455 - 1457)
* Γαλακτίων (1481 - 1482)
* Ιωσήφ (1555)
* Γαβριήλ (1559)
* Ευγένιος (1670 - 1682)
* Ιωνάς (1671, 1682, 1686)
* Ραφαήλ (1684)
* Δωρόθεος (1806 - 1842)
* Δανιήλ (1855).
* Αμβρόσιος Ραφαηλίδης (1869)
* Δανιήλ (1871 - 1884)

Ο ναός κατασκευάστηκε στα τέλη του 10ου αιώνα.[5] Ιστορικά η πρώτη πηγή που μας γνωστοποιεί την ύπαρξη της Μονής είναι δύο σημειώματα του 1193, στο Ευαγγέλιο της Μονής Μεγάλου Σπηλαίου όπου αναφέρεται ότι ηγούμενός ήταν ο Μεθόδιος.[6] Ο Κυριακός ο Αγκωνίτης επισκέφθηκε την Άρτα το 1436 και μας πληροφορεί ότι παρακολούθησε τη λειτουργία που έγινε στο ναό της Παναγίας και φιλοξενήθηκε στη μονή.[7] Η Μονή της Κορωνησίας είχε μεγάλη κτηματική περιουσία κυρίως στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας και ιχθυοτροφεία στο Καλογερικό Άρτας ενώ ήταν ιδιαίτερα γνωστή για τα εκτροφεία χελιών που διέθετε στον Αμβρακικό κόλπο, εξαιτίας των οποίων οι μοναχοί δέχονταν απειλές από τους κατοίκους της Βόνιτσας. Αναφέρεται επιστολή του Πατριάρχη Ιερεμία Α΄, το 1530, προς τον επίσκοπο Βονίτσης, με την οποία έδινε εντολή να μην παρενοχλούν τους μοναχούς της Κορωνησίας. [8][9]

Το 1603, ο Σουλτάνος Μουράτ απέστειλε ορισμό προς τον αρχηγό της σημαίας της Ακαρνανίας και τους καδήδες Άρτας, Αγίας Μαύρας και Βόνιτσας και ζήτησε να παύσουν οι στρατιωτικές αρχές να ενοχλούν τους μοναχούς και να σεβαστούν την περιουσία της μονής στο Μυρτάρι της Βόνιτσας.[10] Το 1670 ανακαινίσθηκε ριζικά από τον ιερομόναχο Ευγένιο από τους Κωστακιούς, ο οποίος πήγε στο μοναστήρι της Κορωνησίας και έχτισε τα κελιά της μονής και συγκέντρωσε τους μοναχούς.[11] Το 1860 η Οθωμανική κυβέρνηση έχτισε, για την προστασία των ιχθυοτροφείων της Μονής, ένα μικρό φρούριο, την Κούλια της Κορωνησίας.[12][13] Το 1918 η Μονή Κορωνησίας σταμάτησε να λειτουργεί ως μοναστήρι και έγινε μετόχι του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία στα Ηλιοβούνια Πρέβεζας και μετατράπηκε σε ενοριακό ναό.[14] Το 1969 με υπουργική απόφαση ο ναός ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο.[15]

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Κορακονησία, Αφέντρα Γ. Μουτζάλη, τευχος 109, Αρχαιολογία και Τέχνες.
  • Η Παναγία της Κορωνησίας, Βαρβάρα Παπαδοπούλου, Άρτα, 2016.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ήπειρος, 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Συλλογικό έργο, εκδ. Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα, 1997, σ.196.
  2. H εντοίχια ζωγραφική του 17ου αιώνα στους ναούς του νομού Άρτας, ΜΒ Τσιαπαλή, Ιωάννινα, ‎2003.
  3. «Ατινα δαπάνη της Μονής άνεκαίνισε φιλοτίμως ο επ' ολίγον ηγουμενεύσας Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Ραφαηλίδης έκ Κορυτσάς ορμώμενος, εν έτει 1870, κυριαρχική άδεια.», Σεραφείμ Ξενόπουλος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης & Πρεβέζης» (εκδ.1884), σ. 170.
  4. Η Παναγία της Κορωνησίας, Βαρβάρα Παπαδοπούλου, Άρτα, 2016.
  5. Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική εις την Δυτικήν Στερεάν Ελλάδα και την Ηπειρον : από του τέλους του 7ου μέχρι του τέλους του 10ου αιώνος, Βοκοτόπουλος, Θεσσαλονίκη, σ.52, 1992.
  6. Η Παναγία Κορακονησίας, Ορλάνδος, ABME 11, Αθήνα 1969
  7. Epirus: the Geography, the Ancient Remains, the History and Topography of Epirus and Adjacent Areas, Nicholas Geoffrey Lemprière Hammond, 1967, p.137.
  8. «Η έντώ Αμβρακικώ Κόλπω κειμένη χερσονίζουσα νήσος Κορωνησία, οικείται υπό 10 οικογενειών, ών αι πλειστα υπηρετούσαν έντώ παρακειμένω Ιχθυοτροφείω, έκκλησίαζόμενα έντώ ναώ του ιερού αυτόθι Μοναστηρίου της Θεοτόκου» -«Χωρίον Καλογερικών, ιδιόκτητον της Μονής Κορωνησίας.», Σεραφείμ Ξενόπουλος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης & Πρεβέζης» (εκδ.1884), σ.43-46.
  9. Ανέκδοτον γράμμα του πατριάρχου Ιερεμίου του Α ́ περί της Μονής της Κορακονησίας, Δ. Ζακυνθηνός, ΕΕΒS 13, 192–196, 1937
  10. Αρχείο των Βυζαντινών Μνημείων της Ελλάδας, Α. Ορλάνδος, σ.9, 1961.
  11. «Έν έτει άπο Χρίστον αχό [1670], λέγει τοΰτο, τον μηναν τον Οκτώβριον ήλθεν ο Ευγένιος ιερομόναχος άπο τους Κωστακέους είς το μοναστήριον είς την Καρακονησαΐαν καί άνήγειρεν αυτήν, καί έκτισε τά κελλία καί έσυμμάζωξε μονάχους καί ιερομονάχους.», Ανέκδοτον γράμμα του πατριάρχου Ιερεμίου του Α' περί της μονής Κορακονησίας, Ζακυθηνού Δ., Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντ. Σπουδών, τόμ. 13, 1937.[1]
  12. «Έμειναν δ'έκτοτε αι νήσοι αύται και τα ιχθυοτροφεία υπό την κυριαρχία, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήτις προς περιφρούρησιν της νήσου και των ιχθυοτροφείων ανήγειρεν εκ βάθρων, τώ 1855 έτει και τινα στρατώνα.», Σεραφείμ Ξενόπουλος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης & Πρεβέζης» (εκδ.1884), σ.203.
  13. Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, Η Παναγία της Κορακονησίας, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 26-27.
  14. Η Κορακονησία, Αφέντρα Γ. Μουτζάλη, τευχος 109, Αρχαιολογία και Τέχνες.
  15. Περί κηρύξεως αρχαιολογικών χώρων, ΥΑ 27702/25-1-1969, ΦΕΚ 84/Β/5-2-1969

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παναγία της Κορωνησίας, Περιφερειακή Ενότητα Άρτας.