Ασπροσουσουράδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ασπροσουσουράδα
Ενήλικη αρσενική ασπροσουσουράδα του υποείδους M. a. alba (αναπαραγωγικό πτέρωμα)
Ενήλικη αρσενική ασπροσουσουράδα του υποείδους M. a. alba (αναπαραγωγικό πτέρωμα)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [2]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Σεισοπυγίδες (Motacillidae) Horsfield, 1821
Γένος: Σεισοπυγίς (Motacilla) Linnaeus, 1758 F
Είδος: M. alba
Διώνυμο
Motacilla alba (Σεισοπυγίς η λευκή) [1]
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Motacilla alba alba
Motacilla alba alboides
Motacilla alba baicalensis
Motacilla alba dukhunensis
Motacilla alba leucopsis
Motacilla alba lugens
Motacilla alba ocularis
Motacilla alba persica
Motacilla alba personata
Motacilla alba subpersonata
Motacilla alba yarrellii

Η Ασπροσουσουράδα είναι στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Σεισοπυγιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Motacilla alba και περιλαμβάνει 11 υποείδη. [3]

Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος Motacilla alba alba Linnaeus, 1758. [4]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σταθερή → [5]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, Motacilla (παραλλαγές: Matacilla, Metacilla, Motacitta, Mottacilla [6]) είναι λατινική και έχει ως ρίζα το ρήμα moto «κινώ», με σαφή αναφορά στη χαρακτηριστική κίνηση του οπισθίου τμήματος του πτηνού. [7] Αυτό ισχύει και για την αγγλική ονομασία wagtail «κινώ την ουρά».

Η ίδια σημασία αποδίδεται και στην ελληνική λαϊκή ονομασία «σουσουράδα», με ενδιαφέρουσα ετυμολογία: [ΕΤΥΜ. < σεισουράδα (με προληπτ. αφομοίωση) < σεισούρα (< σείω, πβ; αόρ. έ-σεισ-α, + ουρά) + παραγ. επίθημα -άδα]. [8] Επίσης, η λόγια ονομασία του πτηνού «σεισοπυγίς», έχει τα ίδια εννοιολογικά χαρακτηριστικά: [ΕΤΥΜ. < μτγν. σεισοπυγίς, -ίδος < σεισο- (< αρχ. σείω, πβ. αόρ. σεΐσ-ai) + - πυγίς < αρχ. πυγή ≪οπίσθια≫. [9]

Τόσο η επιστημονική alba, όσο και οι λαϊκές ονομασίες του είδους, ελληνική και αγγλική, συσχετίζονται με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο πτέρωμα του πτηνού.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Λινναίο, στο περίφημο έργο του Systema Naturae (Σουηδία, 1758). [10] Φυλογενετικά, το είδος φαίνεται να είναι στενά συνδεδεμένο με τα είδη Motacilla grandis, M. madaraspatensis, M. samveasnae και M. aguimp, σχηματίζοντας υπερείδος μαζί τους. Ωστόσο, δεδομένα κυτοχρώματος b mtDNA και ακολουθίας NADH αφυδρογονάσης (υπομονάδα 2), δείχνουν ότι το είδος ανήκει σε πολυφυλετική ή παραφυλετική ομάδα. [11]

Η ταξινομική του είδους παραμένει αρκετά προβληματική, με διάσταση απόψεων μεταξύ των ερευνητών, για την ύπαρξη ή όχι κάποιων υποειδών. Στο παρόν λήμμα, ακολουθείται η κατά Howard & Moore ταξινομική (3rd, 4th ed.) (βλ. Πίνακα). Το κύριο στοιχείο που κρίνει τις διαφορές μεταξύ των υποειδών, είναι ο χρωματισμός και το γενικότερο παρουσιαστικό του κεφαλιού στα αρσενικά, κατά την αναπαραγωγική περίοδο, όπως και ο γενικότερος χρωματισμός της ράχης. Σύμφωνα με αυτές τις διαφορές, τα ανά τον κόσμον υποείδη κατατάσσονται σε 3 μεγάλες ταξινομικές ομάδες (groups):

  • Ομάδα alba: περιλαμβάνει τα υποείδη 1, 4, 10 και 11
  • Ενδιάμεση (Intermediate) Ομάδα: περιλαμβάνει τα υποείδη 3,7, 8 και 9
  • Ομάδα lugens: περιλαμβάνει τα υποείδη 2, 5 και 6 (βλ. Πίνακα).

Στις θέσεις όπου οι πληθυσμοί των διαφορετικών υποειδών αλληλοεπικαλύπτονται, υπάρχει ανάμιξη ατόμων και παραγωγή υβριδίων, αλλά οι διαφορές τους από τους αμιγείς πληθυσμούς δεν είναι τέτοιες που να στοιχειοθετούν νέα υποείδη, τουλάχιστον κατά τους περισσότερους ερευνητές, ωστόσο πάντοτε υπάρχουν διαφωνίες και διαφορετικές απόψεις.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης των υποειδών του Motacilla alba, με σχηματοποιημένες τις μορφολογικές διαφορές τους (εμφανίζονται μόνον οι περιοχές αναπαραγωγής τους, ενώ οι περιοχές διαχείμασης είναι διαφορετικές)

Η ασπροσουσουράδα είναι ανάλογα με το υποείδος, πλήρως, μερικώς μεταναστευτικό ή και επιδημητικό πτηνό, αν και σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι πληθυσμοί είναι αποδημητικοί, με ευρεία κατανομή σε όλο τον Παλαιό Κόσμο, ιδιαίτερα στην Ευρασία, ενώ κάποιοι πληθυσμοί φθάνουν μέχρι τον Βερίγγειο πορθμό και τη Δ Αλάσκα, στην Αμερική. Η αναπαραγωγική του επικράτεια εκτείνεται σε μεγάλα γεωγραφικά πλάτη, μέχρι τις 75° περίπου, λίγο πριν τις αρκτικές περιοχές, ενώ βρίσκεται σε όλα τα ενδιαιτήματα πλην των ερημικών. [12]

Στην Ευρώπη απαντά είτε ως επιδημητικό πτηνό, είτε ως καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, σε όλη την ήπειρο, ακόμη και στην Ισλανδία, ενώ φθάνει μέχρι και τις ανατολικές ακτές της Γροιλανδίας.

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Motacilla alba alba Ευρώπη, ανατολικά μέχρι τα Ουράλια Όρη, Δ Μικρά Ασία και Εγγύς Ανατολή (Λεβάντε). Βόρεια μέχρι Ισλανδία, Φερόες και Α Γροιλανδία Ν Ευρώπη (ανάμιξη μόνιμων και μεταναστευτικών πληθυσμών), Αραβία, Β και τροπική Αφρική μέχρι Κένυα και Μαλάουι Είναι το κύριο ευρωπαϊκό υποείδος και, μαζί με το 11, αποτελούν τις δύο ευρωπαϊκές «φυλές». Συμπεριλαμβάνει και το 6 σύμφωνα με κάποιους ερευνητές
2 Motacilla alba alboides ΝΔ Κίνα, Ιμαλάια, ΒΑ Μιανμάρ μέχρι Β Βιετνάμ και Λάος Τοπικές μετακινήσεις στην περιοχή
3 Motacilla alba baicalensis Βαϊκάλη , Κ και Β εσωτερική Μογγολία, περιοχές του Δ Αμούρ Α Κίνα και [[ΝΑ Ασία
4 Motacilla alba dukhunensis Κ Μικρά Ασία, Τρανσκαυκασία, Α Κασπία Θάλασσα, τμήμα των Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν και Τουρκμενιστάν, Σιβηρία μέχρι τη χερσόνησο Ταϊμίρ, ΝΔ και ΒΔ Ιράν ΒΑ Αφρική και ΝΔ Ασία μέχρι τη Β Βόρνεο Συμπεριλαμβάνεται στο 1 από κάποιους ερευνητές
5 Motacilla alba leucopsis ΝΚ, Α και ΝΑ Κίνα, Κορέα και κοιλάδες του μέσου Αμούρ, ανατολικά προς ΝΔ Ιαπωνία (Ρίου Κίου, Κιούσου) και Ταϊβάν Α και ΝΑ Ασία, Ινδία, Ωκεανία
6 Motacilla alba lugens Ρωσία (Κοριάκ, Πριμόρσκι Κράι, Χαμπαρόβσκ Κράι, Καμτσάτκα), Κουρίλες, Σαχαλίνη, Ιαπωνία (Χοκάιντο, Χονσού) Α Ασία, Ταϊβάν Συμπεριλαμβάνεται στο 1 από κάποιους ερευνητές, ενώ υπάρχει η άποψη ότι πρέπει να αναβαθμιστεί σε είδος, από άλλους
7 Motacilla alba ocularis Σιβηρία (κάτω και μέσος Γενισέι ανατολικά προς Δ Αλάσκα, Β Καμτσάτκα και Θάλασσα Οχότσκ Α και ΝΑ Ασία προς Φιλιππίνες
8 Motacilla alba persica ΒΚ και Ν Ιράν Ενδημικό στην περιοχή
9 Motacilla alba personata Ν Σιβηρία, Κ Ασία (οροσειρές Χίντου Κους, Τιαν Σαν, Αλτάι, Τατζικιστάν, Κιργιστάν, Καζακστάν), Β Αφγανιστάν, Β Ιράν, Β Πακιστάν, Β Ινδία (Κασμίρ) Ευρείες μετακινήσεις στην περιοχή
10 Motacilla alba subpersonata Δ Μαρόκο Ενδημικό στη χώρα
11 Motacilla alba yarrellii Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία, τοπικά σε Νορβηγία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο και ΒΔ Γαλλία Οι νότιοι πληθυσμοί είναι καθιστικοί, οι βόρειοι μεταναστεύουν σε Ισπανία και ΒΔ Αφρική Μαζί με το 1, αποτελούν τα ευρωπαϊκά υποείδη

Πηγές: [13][14][15]

(σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντά στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικός χάρτης εξάπλωσης του είδους Motacilla alba (ανεξαρτήτως υποειδών)
Κίτρινο = Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής
Πράσινο = Mόνιμο (επιδημητικό)
Μπλέ = Περιοχές διαχείμασης

Η καταγραφή των μεταναστευτικών οδών των διαφόρων πληθυσμών είναι αρκετά δύσκολη, δεδομένου ότι, πρακτικά, σε κάθε γεωγραφική περιοχή αναμιγνύονται άτομα που προέρχονται από διαφορετικά μέρη, ιδιαίτερα στις ενδιάμεσες κεντροασιατικές θέσεις. Ειδικά, το καλώς μελετημένο ευρωπαϊκό υποείδος Motacilla alba alba, ακολουθεί δύο μεταναστευτικές οδούς: η μία ανήκει στους δυτικούς και κεντρικούς ευρωπαϊκούς πληθυσμούς με νοτιοδυτική κατεύθυνση, και διαχείμαση στη Δ. Μεσόγειο και Δ. Αφρική. Αντίθετα, οι βόρειοι και ανατολικοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, κινούνται νοτιοανατολικά και διαχειμάζουν στην Α. Μεσόγειο, την Α. Αφρική και την Αραβική χερσόνησο. Οι κεντροευρωπαϊκοί πληθυσμοί διαχειμάζουν κυρίως σε μία ευρεία ζώνη που εκτείνεται απο τη ΝΔ. Ευρώπη, μέχρι το Μαρόκο και την Αλγερία.

Η μετανάστευση των ευρωπαϊκών πληθυσμών προς τα εδάφη διαχείμασης αρχίζει από το Σεπτέμβριο, κορυφώνεται στα μέσα Οκτωβρίου, ενώ οι τελευταίοι, μικροί πληθυσμοί φεύγουν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου. Η εαρινή αποδημία στα εδάφη αναπαραγωγής αρχίζει τον Φεβρουάριο, με την άφιξη να πραγματοποιείται το 2ο ή 3ο δεκαήμερο του Μαρτίου, ενώ έχει ολοκληρωθεί μέχρι τα μέσα Απριλίου. Τα πουλιά ταξιδεύουν σε χαμηλό ύψος και ακολουθούν το γεωγραφικό ανάγλυφο [16], με την εαρινή αποδημία να γίνεται τη νύκτα και την φθινοπωρινή, την ημέρα. [17]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Γκαμπόν και το Μπουρούντι, τις Σεϋχέλλες και τα νησιά Παλάου. [18]

  • Στην Ελλάδα, η ασπροσουσουράδα είναι κυρίως επιδημητική, μένει δηλαδή μόνιμα στη χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, αλλά υπάρχει ανάμιξη πληθυσμών και από άλλες χώρες κατά τις μεταναστεύσεις. [19][20] Από την Κρήτη δεν αναφέρεται, ενώ στην Κύπρο απαντά ως διαβατικός ή χειμερινός επισκέπτης, με λίγα ζευγάρια να αναπαράγονται στο νησί. [21] (βλ. και Κατάσταση στην Ελλάδα)

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ασπροσουσουράδα συχνάζει σε ημι-ανοικτούς ή ανοικτούς χώρους, αλλά πρακτικά μπορεί να βρίσκεται παντού, εκτός από τα σκοτεινά, πυκνά δάση, ακόμη και στα πυκνοδομημένα κέντρα των πόλεων. [22] Μεγάλη σημασία έχουν οι εκτάσεις χωρίς, ή με πολύ χαμηλή βλάστηση που απαιτούνται για αναζήτηση τροφής, αλλά και οι ανθρωπογενείς δομές, όπως κτήρια ή δενδροστοιχίες για την κατασκευή της φωλιάς. [23] Γενικά, προτιμώνται περιοχές κοντά σε νερό, ιδιαίτερα με διάσπαρτες πέτρες, όπως είναι οι λασπώδεις, αμμώδεις ή χαλικώδεις όχθες δίπλα σε ποτάμια. [24][25] Σήμερα, το διαμορφωμένο τοπίο παρέχει κατάλληλες θέσεις σε μεγάλο βαθμό, όπως λιβάδια, χωράφια, αγροτικούς δρόμους, ανοικτές αγροτικές ή χέρσες περιοχές, ακόμη και ασφαλτοστρωμένες περιοχές ή λατομεία.

  • Στις ορεινές περιοχές του Νεπάλ, το είδος μπορεί να εμφανίζεται ακόμη και μέχρι τα 2400-4800 μέτρα, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ το χειμώνα βρίσκεται κάτω από τα 1500 μέτρα. [26]

Μη αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος συχνάζει σε υγρές θέσεις όλων των ειδών, αλλά και στα οργωμένα χωράφια. Τα σμήνη που δημιουργούνται, συνήθως, κουρνιάζουν σε περιοχές με καλαμιές, ιτιές ή άλλες προστατευμένες τοποθεσίες. Ειδικά στα βόρεια γεωγραφικά πλάτη, τα διαχειμάζοντα πουλιά αρέσκονται σε φωτεινές θέσεις, όπως και σε χώρους που φωτίζονται τη νύχτα, σε αστικές περιοχές, ώστε να έχουν ένα θερμότερο «μικροκλίμα». Στις περιοχές διαχείμασης της Β. Αφρικής, η ασπροσουσουράδα συχνάζει στην ακτή, σε αλυκές, οάσεις, πηγάδια και καταυλισμούς των νομάδων. [27]

Στο Ηνωμένο Βασίλειο η στατιστική ανάλυση των 5 πρώτων προτιμητέων οικοσυστημάτων, δίνει τα εξής αποτελέσματα: Χωριά, Λιβάδια, Καλαμώνες, Πόλεις και Ρεικότοποι. [28]

  • Στην Ελλάδα, η ασπροσουσουράδα ανευρίσκεται σε ποτάμια, ρυάκια, αγρούς και λιβάδια, [29] κήπους, ακόμη μέσα στις πόλεις [30] ιδιαίτερα κατά την διάρκεια του χειμώνα. Απαντά από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι και τα 1.600 μ. [31] Αναπαράγεται σε βραχώδεις ακτές, βραχονησίδες κοντά στην ακτή, παράκτιους και ηπειρωτικούς υγροτόπους, υγρούς λειμώνες, χαλικώδεις και μερικώς ξηρές κοίτες ρεμάτων, καθώς και σε ανθρωπογενείς ανοικτές εγκαταστάσεις, όπως λιμάνια και αεροδρόμια. [32]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικη αρσενική ασπροσουσουράδα (μη-αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Η ασπροσουσουράδα είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα μικρά πουλιά της υπαίθρου και των πόλεων, εύκολα αναγνωρίσιμο από τη σιλουέτα του, με το λεπτό σώμα, τους ασπρόμαυρους χρωματισμούς και την μακριά ουρά που την κινεί συνεχώς πάνω-κάτω, κάτι που έδωσε την ονομασία στο είδος. Επίσης κινεί και το κεφάλι μπρος-πίσω όταν περπατάει, όπως κάνουν τα περιστέρια. Εμφανίζεται μικρός φυλετικός και εποχικός διμορφισμός, χωρίς όμως κάτι το εξαιρετικά διαφορετικό. Η μακριά ουρά έχει γυαλιστερό μαύρο χρώμα, με μόνο τα δύο εξωτερικά ζεύγη πτερών να είναι λευκά, κάτι ιδιαίτερα εμφανές όταν το πουλί είναι στον αέρα. Το ράμφος, οι ταρσοί και τα πόδια είναι σταχτόμαυρα και η ίριδα μαύρη.

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γενικός χρωματισμός είναι γκρίζα ράχη, λευκή κοιλιά και ασπρόμαυρο κεφάλι με μαύρη κορυφή, γκρίζο τράχηλο, λευκό πρόσωπο και μαύρο λαιμό και στήθος (bib), αλλά αυτά τα τελευταία στοιχεία είναι εκείνα που διαφοροποιούν τα υποείδη μεταξύ τους. Στο αρσενικό είναι πολύ έντονο το γυαλιστερό μαύρο πηγούνι, ο λαιμός και το στήθος, με σαφή οριοθέτηση από τις κατάλευκες περιοχές του προσώπου και του γκρίζου τραχήλου και ράχης. Το ουροπύγιο είναι γκρι στο χρώμα του σχιστόλιθου προς μαύρο, καθώς και τα άνω καλυπτήρια της ουράς, οι πλευρές των οποίων καλύπτονται από λευκό. Τα γκρι φτερά των ώμων οριοθετούνται από το καθαρό λευκό της κάτω επιφανείας του στήθους και των πλευρών (flanks). Οι πτέρυγες είναι καφέ-μαύρες αλλά με λευκές περιοχές, έτσι ώστε να φαίνονται ασπρόμαυρες από κάποια απόσταση.

Το θηλυκό μοιάζει με το αρσενικό στο φτέρωμα αναπαραγωγής, αλλά τα λευκά μέρη του προσώπου δεν είναι συνήθως τόσο σαφώς διαχωρισμένα από τις μαύρες περιοχές και εν μέρει, φέρει στίγματα γκριζωπά. Το μαύρο χρώμα του λαιμού δεν οριοθετείται, επίσης, τόσο καλά από τη γκρίζα ράχη, ενώ και πτέρυγες δεν κάνουν την έντονη αντίθεση μαύρου-λευκού όπως στο αρσενικό. Η κορυφή του κεφαλιού είναι και αυτή μαύρη, αλλά δεν εκτείνεται σε όλο το εύρος της όπως στο αρσενικό, ενώ αναμιγνύεται με το γκρίζο του τραχήλου στο τέλος της. Πάντως, σε ορισμένα θηλυκά, το σχέδιο του κεφαλιού μπορεί να είναι απαράλλακτο με των αρσενικών.

Ενήλικη ασπροσουσουράδα του υποείδους M. a. leucopsis (μη αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Η ασπροσουσουράδα είναι εξαιρετικά ποικιλόμορφο είδος, με κάποια υποείδη πιθανό να έχουν προκύψει λόγω μερικής γεωγραφικής απομόνωσης, όπως το βρετανικό υποείδος M. a. yarrellii. Αυτό, διαφέρει από το κύριο ευρωπαϊκό υποείδος M. a. alba, από τη μαύρη (ή πολύ σκούρα γκρι στα θηλυκά) ράχη, αλλά κατά τα άλλα είναι ίδιο στην εμφάνιση. Τα άλλα υποείδη, που η ύπαρξη ορισμένων από αυτά είναι αμφισβητήσιμη, διαφέρουν ως προς το χρώμα των πτερύγων, της ράχης και του κεφαλιού, ή κάποιων άλλων επί μέρους χαρακτηριστικών. Ιδιαίτερα στους ασιατικούς πληθυσμούς, μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ τους. [33][34][35][36] Φυλογενετικές μελέτες μιτοχονδριακού DNA δείχνουν ότι ορισμένα μορφολογικά χαρακτηριστικά έχουν εξελιχθεί περισσότερο από μία φορά, όπως της ράχης και του χρώματος του λαιμού.

Μη αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χειμερινό τους πτέρωμα, τα ενήλικα στερούνται των έντονων μαύρων περιοχών στο κεφάλι και στο στήθος, ειδικά στο τελευταίο, που περιορίζεται σε μία ημισεληνοειδή ζώνη. Το μέτωπο είναι «βρώμικο» λευκό προς γκρι, ενώ η κορυφή του κεφαλιού και ο τράχηλος ανάλογα με το φύλο έχουν μαύρο ή γκρίζο χρώμα. Το υπόλοιπο του πτερώματος μοιάζει με το πτέρωμα αναπαραγωγής. Το αρσενικό διαφέρει από το θηλυκό μόνο από την πιο πιο σκούρα κορυφή του κεφαλιού, ενώ κατά το πρώτο έτος της ζωής τους, τα αρσενικά έχουν ωχροκίτρινο πρόσωπο.

Ενήλικη ασπροσουσουράδα του υποείδους M. a. subpersonata

Στα νεαρά άτομα η άνω επιφάνεια του σώματος είναι κυρίως γκρίζα με κάποια ελαφρά κίτρινη απόχρωση και με τη ράχη λίγο πιο φωτεινή, ενώ η κορυφή του κεφαλιού και ο λαιμός έχουν ελαφρώς καφετί χρώμα. Η περιοχή πίσω από το μάτι φέρει μιαν ανοιχτόχρωμη λωρίδα, ενώ οι πλευρές του λαιμού, το πηγούνι και το μπροστινό του τμήμα είναι «βρώμικα» λευκά. Το στήθος φέρει μία σταχτοκίτρινη κεντρική περιοχή, ενώ οι πλευρές του στήθους είναι γκρι. Οι πτέρυγες και τα φτερά της ουράς μοιάζουν με των ενηλίκων, αλλά ξεθωριάζουν γρήγορα και στη συνέχεια δείχνουν μικρή αντίθεση μεταξύ των κέντρων και των ραφών τους.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος μαζί με την ουρά: (16,5-) 18 έως 19 (-21) εκατοστά (τα ασιατικά υποείδη είναι λίγο μεγαλύτερα)
  • Μήκος χορδής πτέρυγας: ♂ 9,1 ± 0,2 εκατοστά [Εύρος 8,7 – 9,5 εκατοστά (σε δείγμα Ν=3.223 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο)], ♀ 8,8 ± 0.2 εκατοστά [Εύρος 8,4 – 9,2 εκατοστά (Ν=2.640)]
  • Μήκος ουράς: 9 εκατοστά
  • Βάρος: ♂ 20,7 – 26,5 γραμμάρια (Ν=2.825), ♀ 19,7 – 25,0 γραμμάρια (Ν=2.348) [37]

(Πηγές: [38][39][40][41][42][43][44][45][46][47][48][49]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακριβής σύνθεση της διατροφής του είδους ποικίλλει ανά περιοχή, αλλά τα χερσαία και υδρόβια έντομα και άλλα μικρά ασπόνδυλα αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της. Περιλαμβάνονται σκαθάρια, λιβελούλες, μικρά σαλιγκάρια, αράχνες, σκουλήκια, καρκινοειδή, Δίπτερα και οι προνύμφες τους. [50] Μικρoί γόνοι ιχθύων έχουν επίσης καταγραφεί στη λεία του πτηνού. Η λευκοσουσουράδα είναι κάπως ασυνήθιστη σε εκείνες τις περιοχές όπου δεν είναι αποδημητική, δεδομένου ότι είναι εντομοφάγο πουλί που συνεχίζει να τρέφται με έντομα κατά τη διάρκεια του χειμώνα (τα περισσότερα άλλα εντομοφάγα πτηνά σε εύκρατα κλίματα μεταναστεύουν ή στρέφονται σε φυτικά υλικά). [51] Ωστόσο, σπάνια μπορεί να τρώγονται και μικροί καρποί ή σπέρματα

Η αναζήτηση της τροφή τους γίνεται, κυρίως σε ανοικτές περιοχές με μικρή ή καθόλου βλάστηση, σχεδόν πάντοτε στο έδαφος, σπανιότερα στον αέρα όπως κάνουν οι μυγοχάφτες. [52] Αυτές μπορεί να είναι παραθαλάσσιες περιοχές, οικισμοί με κοντινά νερά, δρόμοι, μονοπάτια ή λιβάδια. Συλλαμβάνεται μόνο εκτεθειμένη λεία, ιδιαίτερα εκείνη που προέρχεται από το σκάψιμο ή τη διαταραχή που προκαλούν με την κίνησή τους στο έδαφος διάφορα μεγάλα ζώα, όπως αγελάδες πρόβατα και άλογα. [53][54][55]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη απροσουσουράδα του υποείδους M. a. yarrellii

Η πτήση της ασπροσουσουράδας είναι πολύ χαρακτηριστική, με ταχύτατη και ακριβή απογείωση και προσγείωση. Πετάει πολύ κυματιστά (undulating), ενώ όσο βρίσκεται στον αέρα αρθρώνει χαρακτηριστική φωνή. Όσο βρίσκεται στο έδαφος τρέχει πολύ γρήγορα και βρίσκεται πάντοτε σε επιφυλακή.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χαρακτηριστική κίνηση της ουράς της ασπροσουσουράδας, όπως άλλωστε και όλων των σουσουράδων έχει μελετηθεί αρκετά, αλλά δεν έχει δοθεί κάποια ικανοποιητική εξήγηση της αιτίας που την προκαλεί. Κάποιοι ερευνητές υποθέτουν ότι, αυτό συμβαίνει για να προκαλέσει τον αιφνιδιασμό των εντόμων, που είναι η βασική της λεία. Άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι μία κίνηση συμβολικής ιεραρχικής σημασίας μέσα σε ένα σμήνος, ενώ τελευταίες μελέτες υποστηρίζουν ότι είναι ένα «σήμα» επιφυλακής απέναντι σε πιθανούς θηρευτές. [56]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ασπροσουσουράδες αποκτούν σεξουαλική ωριμότητα από το 1ο έτος της ζωής τους, είναι μονογαμικά πτηνά και υπερασπίζονται τις περιοχές αναπαραγωγής τους, [57] ωστόσο, έχουν καταγραφεί και περιπτώσεις πολυγυνίας. [58][59] Η αναπαραγωγική περίοδος για τους περισσότερους πληθυσμούς είναι από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο, με την περίοδο να αρχίζει αργότερα στις βόρειες περιοχές. Και τα δύο φύλα είναι υπεύθυνα για την κατασκευή της φωλιάς, με το αρσενικό συνήθως να αρχίζει και, το θηλυκό να ολοκληρώνει τη διαδικασία.

Στα εδάφη όπου αναπαράγεται (βλ. Βιότοπος), η ασπροσουσουράδα φωλιάζει σε τρύπες ή κοιλότητες που πρακτικά μπορεί να βρίσκονται παντού, όπως σε κτήρια, τοίχους, αχυροσκεπές, σωλήνες, όχθες, γκρεμούς, δένδρα, συστάδες από αμμόφιλες πόες, αλλά ακόμη και φωλιές άλλων πτηνών, κυρίως χελιδονιών. [60] Η φωλιά είναι μία πρόχειρη κυπελοειδής κατασκευή από κλαδιά, χόρτα , φύλλα, ρίζες και βρύα. Επιστρώνεται με μαλακά υλικά, όπως τρίχες, φτερά και μαλλί από ζώα.

  • Μια φωλιά βρέθηκε κατασκευασμένη μέσα στο κρανίο ενός θαλάσσιου ίππου, ενώ μπορεί να εκμεταλλεύεται τα φράγματα από τους κάστορες, ή και τις παλιές φωλιές χρυσαετών. [61]

Η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ στις βόρειες περιοχές, αλλά δύο φορές στις νότιες -σπάνια μέχρι και τρεις- και, η γέννα αποτελείται από 5-6, κάποιες φορές από 3-7 αυγά, διαστάσεων 20,6×15,3 χιλιοστών και βάρους 2,3 γραμμαρίων, εκ των οποίων ποσοστό 6% είναι κέλυφος. Η επώαση πραγματοποιείται μόνον από το θηλυκό, κυρίως τη νύχτα, πολύ σπάνια με τη συμμετοχή του αρσενικού και, διαρκεί 12-14 ημέρες. [62][63]

Φωλιά ασπροσουσουράδας με νεοσσούς

Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι, γεννιούνται δηλαδή ανήμποροι, με υποτυπώδες χνούδι και χρήζουν της άμεσης προστασίας των γονέων. Και οι δύο γονείς φροντίζουν για τη διατροφή των νεοσσών μέχρι να μπορούν να πετάξουν σε περίπου 13-16 ημέρες, ενώ συνεχίζουν να επιτηρούνται για άλλη μια εβδομάδα μετά την ανάπτυξη του πρώτου πτερώματος. [64]

  • Αν και είναι γνωστό ότι η ασπροσουσουράδα είναι ένα είδος-ξενιστής του κούκου, εγκαταλείπει συνήθως τη φωλιά, αν έχει παρασιτιστεί. Οι επιστήμονες θεωρούν πως αυτό συμβαίνει επειδή η ασπροσουσουράδα είναι πολύ μικρή για να ωθήσει τα ξένα αυγά έξω από τη φωλιά, και με πολύ μικρό ράμφος για να τα καταστρέψει με ραμφισμούς. [65]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μέγεθος του παγκόσμιου πληθυσμού είναι άγνωστο, αλλά πιστεύεται ότι είναι μεγάλο, με το είδος να περιγράφεται ως «κοινό», τουλάχιστον σε κάποιες θέσεις της επικράτειάς του. Οι πληθυσμικές τάσεις δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί, αλλά το είδος δεν πιστεύεται ότι θα προσεγγίσει τα κατώτατα όρια για το κριτήριο μείωσης του πληθυσμού του στην Κόκκινη λίστα του IUCN (δηλαδή μείωση κατά περισσότερο από 30% μέσα σε δέκα χρόνια ή τρεις γενεές). Για τους λόγους αυτούς, το είδος αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC). [66] Το είδος έχει προσαρμοστεί καλά στις αλλαγές στο περιβάλλον που προκαλέι ο άνθρωπος και, στην πραγματικότητα, τις εκμεταλλεύεται προς όφελός του.

Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγωγικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη, διαθέτουν η Ρωσία (χώρα-«κλειδί»), η Γαλλία, η Ρουμανία, η Λευκορωσία και η Γερμανία. [67]

Κατάσταση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που οι ασπροσουσουράδες αναπαράγονται σχεδόν σε όλο τον ηπειρωτικό χώρο από την Πελοπόννησο και βορειότερα, καθώς και στα περισσότερα νησιά -ωστόσο, είναι σπάνιες στο Ιόνιο-, η παρουσία τους είναι αρκετά σποραδική και διακεκομμένη. Κατά την διάρκεια του χειμώνα παρατηρούνται πολύ περισσότερο, αφ’ ενός λόγω της υψομετρικής μετακίνησης των περισσοτέρων ορεινών πληθυσμών προς τις περιοχές με μικρότερο υψόμετρο, αφ’ ετέρου λόγω της εισροής των μεταναστευτικών πληθυσμών από τις βορειότερες χώρες. [68] Σε αυτή την περίπτωση είναι πολύ δύσκολο να διακριθούν οι επιδημητικοί από τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς, αν και είναι βέβαιο ότι οι πρώτοι είναι, σχετικά, ολιγάριθμοι.

Οι χειμωνιάτικες συναθροίσεις του είδους, φθάνουν σε μεγάλα νούμερα, ακόμη και εντός του οικιστικού ιστού. Οι αφίξεις αρχίζουν ήδη από τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου, για να κορυφωθούν στα τέλη Οκτωβρίου. Αντιστρόφως, οι διαχειμάζοντες πληθυσμοί αναχωρούν για τις αναπαραγωγικές επικράτειες κατά το πρώτο 15νθήμερο του Μαρτίου, αναμιγνυόμενοι σε μεγάλα μεταναστευτικά σμήνη, από τα τέλη Μαρτίου μέχρι τα μέσα Απριλίου. [69]

Καθεστώς προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμπεριλαμβάνεται στα είδη του Παραρτήματος ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής άγριας ζωής και των φυσικών βιοτόπων.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ασπροσουσουράδα απαντά στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες Κωλοσούσα, Λευκοσουσουράδα, Σεισούρα, Σεισουράδα, Σεισουρήθρα, Τσιλιβήθρα, [70] Σκαλιφούρτα, Τσικλαρίδα και Τσίνα. [71]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Απαλοδήμος, σ. 52
  2. BirdLife International (2013). Motacilla alba στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 29 Μαρτίου 2014.
  3. Howard and Moore, p. 740
  4. Howard and Moore, p. 740
  5. http://www.iucnredlist.org/details/full/22718348/0
  6. http://www.hbw.com/species/white-wagtail-motacilla-alba
  7. http://books.google.gr/books?id=m2QSAAAAIAAJ&pg=PA268&redir_esc=y#v=onepage&q&f=true
  8. Μπαμπινιώτης, σ. 1627
  9. Μπαμπινιώτης, σ. 1577
  10. http://ibc.lynxeds.com/species/white-wagtail-motacilla-alba
  11. Voelker
  12. Simms & Arlott
  13. Howard and Moore, p. 740
  14. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=106008403
  15. http://ibc.lynxeds.com/species/white-wagtail-motacilla-alba
  16. Blotzheim, S. 889 f.
  17. Blotzheim, S. 901
  18. http://www.iucnredlist.org/details/full/22718348/0
  19. Όντρια, σ. 175
  20. RDB, σ. 158
  21. Σφήκας, σ. 74
  22. Blotzheim, S. 893
  23. Ölschlegel, S. 52
  24. Blotzheim, S. 893
  25. Ölschlegel, S. 53
  26. Grimmett et al, p. 246
  27. Blotzheim, S. 893f
  28. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob10200.htm
  29. Όντρια, σ. 176
  30. ΠΛΜ, 55:34
  31. Handrinos & Akriotis, p. 229
  32. Handrinos & Akriotis, p. 229
  33. Alstrom & Mild
  34. Akhtar et al
  35. Ticehurst
  36. Pittie et al
  37. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob10200.htm
  38. Mullarney et al, p. 268
  39. Flegg, p. 172
  40. Heinzel et al, p. 248
  41. Harrison & Greensmith, p. 271
  42. Grimmett et al, p. 246
  43. Perrins, p. 156
  44. Bruun, p. 208
  45. Όντρια, σ. 175
  46. Scott & Forrest, p. 204
  47. Singer, p. 274
  48. Avon & Tilford, p.81
  49. http://www.ibercajalav.net/img/319_WhiteWagtailMalba.pdf
  50. Tyler
  51. Davies
  52. Bruun, p. 208
  53. Blotzheim, S. 906
  54. Ölschlegel, S. 120
  55. http://eol.org/pages/1050602/overview
  56. Randler
  57. Tyler
  58. Blotzheim, S. 895
  59. Ölschlegel, S. 108
  60. Harrison, p. 230
  61. Badyaev et al
  62. Harrison, p. 230
  63. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob10200.htm
  64. Harrison, p. 230
  65. Moksnes et al
  66. http://www.iucnredlist.org/details/full/22718348/0
  67. http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp8403.pdf
  68. Handrinos & Akriotis, p. 229
  69. Handrinos & Akriotis, p. 229
  70. Απαλοδήμος, σ. 52
  71. http://users.sch.gr/babaroutsoup/diafora/zoo/zoo2.htm

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Akhtar,Syed Asad; Prakash,Vibhu (1989). Streakeyed Pied Wagtail, Motacilla alba ocularis Swinhoe from Harike Lake, Punjab. J. Bombay Nat. Hist. Soc. 86 (2): 246.
  • Ahas, R.; Aasa, A. 2006. The effects of climate change on the phenology of selected Estonian plant, bird and fish populations. International Journal of Biometeorology 51: 17-26.
  • Alstrom, P. & Mild, K. (2003). Pipits and wagtails. Princeton Univ. Press.
  • Badyaev, A. V.; Gibson, D. D. and Kessel, B. (1996). White Wagtail (Moticilla alba) . The Birds of North America Online. Ithaca: Cornell Lab of Ornithology. doi:10.2173/bna.236. Retrieved 16 April 2010.
  • Davies, N.B. (1976). Food, Flocking and Territorial Behaviour of the Pied Wagtail (Motacilla alba yarrellii Gould) in Winter. The Journal of Animal Ecology 45 (1): 235–253. doi:10.2307/3777. JSTOR 3777.
  • del Hoyo, J.; Elliot, A. & Christie D. (editors). (2004). Handbook of the Birds of the World. Volume 9: Cotingas to Pipits and Wagtails. Lynx Edicions. ISBN 84-87334-69-5
  • Hans-Günther Bauer, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg.): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 2: Passeriformes – Sperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-648-0
  • Helmut Ölschlegel: Die Bachstelze, Die neue Brehm-Bücherei, A. Ziemsen Verlag, Wittenberg Lutherstadt 1985, (ISBN 3-89432-359-0, unveränderte Neuauflage von 2005)
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • J. Alonso, I. Henderson, F. Purroy: White Wagtail (Motacilla Alba) in W. J. M. Hagemeijer, M. J. Blair: The EBCC Atlas of European Breeding Birds – their distribution and abundance, T & A D Poyser, London 1997, ISBN 0-85661-091-7, S. 498–499
  • J. Hölzinger (Hrsg.): Die Vögel Baden-Württembergs, Bd. 3.1 Singvögel, Verlag Eugen Ulmer GmbH & Co., Stuttgart 1999, ISBN 3-8001-3493-4
  • Jenkins, D.; Watson, A. 2000. Dates of first arrival and song of birds during 1974-1999 in mid-Deeside, Scotland. Bird Study 47: 249-251.
  • Jenni, L.; Kery, M. 2003. Timing of autumn bird migration under climate change: advances in long-distance migrants, delays in short-distance migrants. Proceedings of the Royal Society of London Series B 270(1523): 1467-1471.
  • Moksnes, Arne; Eivin Roskaft & Anders T. Braa (April 1991). Rejection Behavior by Common Cuckoo Hosts Towards Artificial Brood Parasite Eggs (PDF). Auk 108 (2): 248–254.
  • Pittie,Aasheesh; Kulkarni,MS; Mathew,Rajeev (1998). Range extension of White Wagtail Motacilla alba leucopsis at Pocharam Lake, Medak District, Andhra Pradesh. J. Bombay Nat. Hist. Soc. 95 (2): 347–348.
  • Randler, C (2006). "Is tail wagging in white wagtails, Motacilla alba, an honest signal of vigilance?" Animal Behaviour 71 (5): 1089–1093 Abstract
  • Simms, Eric (Author); Arlott, Norman (Illustrator) (1992). Larks, Pipits and Wagtails (Collins New Naturalist). Harper Collins. pp. 233–252. ISBN 000219871 Check |isbn= value (help).
  • Sokolov, L. V.; Gordienko, N. S. 2008. Has recent climate warming affected the dates of bird arrival to the Il'men Reserve in the Southern Urals? Russian Journal of Ecology 39: 56-62.
  • Ticehurst, CB (1922). Notes on Indian wagtails. J. Bombay Nat. Hist. Soc. 28 (4): 1082–1090.
  • Tryjanowski, P.; Kuzniak, S.; Sparks, T. H. 2002. Earlier arrival of some farmland migrants in western Poland. Ibis 144: 62-68.
  • Tyler, S. (2004) Family Motacillidae (Pipits and Wagtails) pp.777–778 in del Hoyo, J.; Elliot, A. & Christie D. (editors). (2004). Handbook of the Birds of the World. Volume 9: Cotingas to Pipits and Wagtails. Lynx Edicions. ISBN 84-87334-69-5
  • Urs N. Glutz von Blotzheim, Kurt M. Bauer: Handbuch der Vögel Mitteleuropas (HBV). Band 10/II, Passeriformes (1. Teil), Motacillidae – Prunellidae, AULA-Verlag, 1985/2001, ISBN 3-923527-00-4
  • Vahatalo, A. V.; Rainio, K.; Lehikoinen, A.; Lehikoinen, E. 2004. Spring arrival of birds depends on the North Atlantic Oscillation. Journal of Avian Biology 35: 210-216.
  • Voelker, Gary (2002). Systematics and historical biogeography of wagtails: Dispersal versus vicariance revisited. Condor 104 (4): 725–739. doi:10.1650/0010-5422(2002)104[0725:SAHBOW]2.0.CO;2.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Χανδρινός Γ. και Δημητρόπουλος Α.: Τα Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδ. Ευσταθιάδης, Αθήνα, 1982
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bachstelze της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).