Σκουλήκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σκουλήκι

Το σκουλήκι είναι ατελές ασπόνδυλο ζώο, με μακρύ κυλινδρικό και γυμνό σώμα, που αποτελείται από δακτυλίους. Δεν έχει κεφάλι, ούτε εσωτερικό σκελετό. Το στόμα του βρίσκεται στον πρώτο δακτύλιο και αναπνέει από το δέρμα του.

Ζει σε υπόγειες στοές, μέσα στο νερό ή σε λασπώδεις εκτάσεις. Τη νύχτα βγαίνει στην επιφάνεια έρποντας για να βρει τροφή. Ορισμένα είδη σκουληκιών κινούνται με τη βοήθεια του μυικού σωλήνα.

Τα σκουλήκια κατατάσσονται σε διάφορες συνομοταξίες: δακτυλιοσκώληκες, λωριδοσκώληκες, ακανθοκέφαλοι κ.ά.

Είναι ερμαφρόδιτα ζώα και πολλαπλασιάζονται με αυγά. Ορισμένα είδη, όπως η ταινία, ζουν ως παράσιτα στο σώμα άλλων ζώων ή φυτών. Άλλα ζουν μέσα στη θάλασσα ή σε αμμώδεις παραλίες, όπως ο σκωλόπους.

Τα σκουλήκια ποικίλλουν σε μέγεθος, από μικροσκοπικά μέχρι μήκους ενός μέτρου για σκώληκες θαλάσσιων πολυχαιδιών (σκώληκες τριχών),[1] σε 6,7 μέτρα για τον αφρικανικό γιγάντιο γεωσκώληκα Microchaetus rappi,[2] και έως τα 55 μέτρα για το σκουλήκι Lineus longissimus.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Paragordius tricuspidatus (Παραγόρδιος ο τρικουπιδάτος), νηματόμορφο
Pseudoceros dimidiatus (Ψευδόκερος ο διμιδάτος). είδος

Στην ταξινομία, το σκουλήκι αναφέρεται σε μια απαρχαιωμένη ομαδοποίηση, τους γαιοσκώληκες, σύμφωνα με την ταξινόμηση των Καρόλου Λινναίου και Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ για όλα τα μη-αρθρόποδα ασπόνδυλα ζώα, τα οποία τώρα φαίνεται να είναι πολυφυλετικά. Το 1758, ο Λινναίος δημιούργησε την πρώτη ιεραρχική ταξινόμηση, τη Systema Naturae.[4] Στο αρχικό καθεστώς, τα ζώα ήταν ένα από τα τρία βασίλεια, χωρισμένα στις τάξεις των γαιοσκωλήκων, των εντόμων, των ψαριών, των αμφιβίων, των πτηνών και των θηλαστικών. Από τότε, τα τέσσερα τελευταία έχουν ενταχθεί σε ενιαίο βασίλειο, τα χορδωτά, ενώ τα έντομα (τα οποία περιελάμβαναν τα μαλακόστρακα και αραχνίδια) και οι γαιοσκώληκες έχουν μετονομαστεί ή διασπαστεί. Η διαδικασία ξεκίνησε το 1793 από τον Λαμάρκ, που ονόμασε τους γαιοσκώληκες "une espèce de chaos" (χαοτικό είδος) και χώρισε την ομάδα σε τρία νέα φύλα: τους σκώληκες, τα εχινόδερμα και τους πολύποδες (οι οποίοι περιείχαν τα κοράλλια και μέδουσες). Στο 1809, στο έργο Philosophie Zoologique ο Λαμάρκ δημιούργησε 9 φύλα, εκτός από τα σπονδυλωτά (που περιελάμβαναν ακόμα 4 φύλα: θηλαστικά, πτηνά, ερπετά και ψάρια) και τα μαλάκια, δηλαδή τους κιρρηπέδες, δακτυλιοσκώληκες, τα καρκινοειδή, τα αραχνίδια, τα έντομα, τα σκουλήκια, τα ακτινοβόλια, τους πολύποδες και τα εγχυματικά.[5]

Άτυπη ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 13ο αιώνα τα σκουλήκια αναγνωρίζονταν στην Ευρώπη ως μέρος της κατηγορίας των ερπετών, που αποτελούνταν από μια ποικιλία πλασμάτων που αναπαράγονται με αυγά, όπως "φίδια, διάφορα φανταστικά τέρατα, σαύρες και διάφορα αμφίβια", όπως καταγράφονται από τον Βίνσεντ των Μπωβέ στον Καθρέφτη της Φύσης.[6] Στην καθημερινή γλώσσα, ο όρος σκουλήκι εφαρμόζεται και σε διάφορες άλλες μορφές ζωής, όπως προνύμφες, έντομα, διπλόποδα, σαρανταποδαρούσες, καραβοσκούληκα (σκουλήκια τερέντο) ή ακόμη και κάποια εντυπωσιακά πλάσματα με μια σπονδυλική στήλη, όπως τα τυφλοσκούληκα και τα καικίλια. Τα σκουλήκια μπορούν να χωριστούν σε διάφορες ομάδες, αλλά ουσιαστικά είναι ακόμη αποσυνθέτες.

  • Το πρώτο από αυτά, το είδος των πλατυελμίνθων, περιλαμβάνει τους πλατυέλμινθες και τους σκώληκες. Έχουν ζευγαρωτά μάτια στο μπροστινό μέρος. Μερικά είναι παράσιτα.
  • Η δεύτερη ομάδα περιέχει τους νηματώδεις σκώληκες, τις ασκαρίδες και τα αγκυλόστομα. Αυτή η συνομοταξία είναι τα νηματώδη. Οι νηματώδεις σκώληκες μπορεί να είναι μικροσκοπικοί ή και μεγαλύτερου μεγέθους. Κατοικούν σε περιοχές με υγρό χώμα, βρύα, σάπιες ουσίες, φρέσκο ή αλμυρό νερό. Κάποιες ασκαρίδες είναι και παράσιτα. Το σκουλήκι της Γουινέας, για παράδειγμα, μπαίνει κάτω από το δέρμα των ποδιών των ανθρώπων που ζουν σε τροπικές χώρες.
  • Η τρίτη ομάδα αποτελείται από τα τετμημένα σκουλήκια, με φορείς που χωρίζονται σε τμήματα ή δαχτυλίδια. Αυτή η συνομοταξία είναι οι δακτυλιοσκώληκες. Μεταξύ αυτών είναι οι γαιοσκώληκες και τα τριχωτά σκουλήκια της θάλασσας.
Ξενοδοχείο των Σκουληκιών

Τα γνωστά σκουλήκια περιλαμβάνουν τους γεοσκώληκες, μέλη των δακτυλιοσκωλήκων. Άλλες ασπόνδυλες ομάδες καλούνται σκουλήκια χωρίς να είναι, όπως οι προνύμφες, το σαράκι, η πυγολαμπίδα, η κάμπια, οι μεταξοσκώληκες και διάφορες κάμπιες σκώρων (που ανήκουν στην οικογένεια των Arctiinae).

Κοινωνία και πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος σκουλήκι έχει χρησιμοποιηθεί ως υποτιμητικό ουσιαστικό για να περιγράψει ένα δειλό, αδύναμο ή αξιολύπητο άτομο. Τα σκουλήκια μπορεί επίσης να εκτρέφονται για την παραγωγή της πλούσιας σε θρεπτικά συστατικά βερμικομπόστας.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Cornwall – Nature – Superstar Worm». BBC. 
  2. «Microchaetus rappi» (στα αγγλικά). Wikipedia. 2020-07-19. doi:https://en.wikipedia.org/wiki/Microchaetus_rappi. https://en.wikipedia.org/w/index.php?title=Microchaetus_rappi&oldid=968449046. 
  3. Mark Carwardine (1995) The Guinness Book of Animal Records. Guinness Publishing. p. 232.
  4. Linnaeus, Carl (1758). Systema naturae per regna tria naturae :secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis (στα Latin) (10th έκδοση). Holmiae (Laurentii Salvii). Ανακτήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2008. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  5. Gould, Stephen Jay (2011). The Lying Stones of Marrakech. Harvard University Press. σελίδες 130–134. ISBN 978-0-674-06167-5. 
  6. Franklin-Brown, Mary (2012). Reading the world : encyclopedic writing in the scholastic age. Chicago London: The University of Chicago Press. σελ. 223;377. ISBN 9780226260709.