Ίμρε της Ουγγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ίμρε
ImrichEmeric of Hungary.jpg
Η βασιλική σφραγίδα του Ίμρε
Περίοδος 1196 - 1204
Προκάτοχος Μπέλα Γ΄
Διάδοχος Λαδίσλαος Γ΄
Σύζυγος Κωνσταντία της Αραγωνίας
Επίγονοι Λαδίσλαος Γ΄
Οίκος Αρπάντ
Πατέρας Μπέλα Γ΄
Μητέρα Αγνή της Αντιόχειας
Γέννηση 1174
Θάνατος 30 Νοεμβρίου 1204 (ηλικίας 29–30 ετών)
Τόπος ταφής Έγκερ
Θρησκεία Ρωμαιοκαθολικισμός
Commons page [[commons:category:Emeric of Hungary|Πολυμέσα σχετικά με το θέμα]]
δεδομέναπ  σ  ε )

Ο Ίμρε ή Έμερικ (ουγγρικά: Imre‎, κροατικά: Emerik‎, σλοβακικά: Imrich‎, γεννηθείς το 1174 και αποβιώσας στις 30 Νοεμβρίου 1204), ήταν Βασιλιάς της Ουγγαρίας και της Κροατίας μεταξύ του 1196 και του 1204. Το 1184, ο πατέρας του, Μπέλα Γ΄ της Ουγγαρίας, διέταξε την στέψη του ως βασιλέα, ενώ τον όρισε ως μονάρχη της Κροατίας και της Δαλματίας προς το 1195. Ο Ίμρε ανέβηκε στον θρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του. Κατά την διάρκεια των πρώτων τεσσάρων ετών της βασιλείας του, πολέμησε εναντίον του εξεγερθέντα αδερφού του, Ανδρέα, ο οποίος υποχρέωσε τον Ίμρε να τον ορίσει μονάρχη της Κροατίας και της Δαλματίας υπό την μορφή πηγής εισοδήματος.

Ο Ίμρε συμμάχησε με την Αγία Έδρα εναντίον των αιρετικών της Βοσνίας, οι οποίοι είχαν αποσχισθεί της Καθολικής Εκκλησίας. Εκμεταλλευόμενος έναν εμφύλιο πόλεμο, ο Ίμρε επέβαλε την κυριαρχία του επί της Σερβίας. Απέτυχε να εμποδίσει την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, η οποία έχαιρε της στήριξης των Σταυροφόρων της Δ΄ Σταυροφορίας, από την κατάληψη του Ζαντάρ το 1202. Επίσης, απέτυχε να εμποδίσει την εδραίωση της Βουλγαρίας κατά μήκος των νοτίων συνόρων του βασιλείου του. Ο Ίμρε ήταν ο πρώτος Ούγγρος μονάρχης ο οποίος έκανε χρήση των "λωρίδων των Αρπάντ" ως προσωπικό του θυρεό και ο οποίος υιοθέτησε τον τίτλο του Βασιλιά της Σερβίας. Προ του θανάτου του, ο Ίμρε έστεψε ως βασιλέα τον, ηλικίας τεσσάρων ετών, υιό του, Λαδίσλαο Γ΄.

Νεανικά χρόνια (1174–1196)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ίμρε ήταν ο μεγαλύτερος υιός του Μπέλα Γ΄ της Ουγγαρίας και της πρώτης συζύγου του, Αγνής της Αντιόχειας.[1][2] Διδάσκαλός του ήταν ένας Ιταλός ιερέας, ο Βερνάρδος.[2] Ο Νικόλαος, Αρχιεπίσκοπος του Έστεργκομ, έστεψε βασιλέα τον ηλικίας οκτών ετών Ίμρε στις 16 Μαΐου 1182, στέψη η οποία και επικύρωσε το δικαίωμα του Ίμρε να διαδεχθεί τον πατέρα του στον θρόνο.[3][4] Ο Ίμρε αρραβωνιάστηκε μία κόρη του Άγιου Ρωμαίου Αυτοκράτορα, Φρειδερίκου Α΄, ωστόσο η τελευταία απεβίωσε το 1184.[5] Ο Μπέλα Γ΄ όρισε τον Ίμρε στην διοίκηση της Κροατίας και της Δαλματίας προς το 1195.[1][6]

Βασιλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαμάχες με τον αδερφό του (1196–1200)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο επίσκοποι τοποθετούν στέμμα στην κεφαλή ενός άνδρα, ο οποίος κάθεται σε θρόνο
Η στέψη του Ίμρε (από το Chronicon Pictum).

Ο Ίμρε διαδέχτηκε τον πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε στις 23 Απριλίου 1196.[2][6] Ο Μπέλα Γ΄ είχε κληροδοτήσει εδαφικές εκτάσεις και χρήματα στον νεαρότερο αδερφό του Ίμρε, Ανδρέα, υπό την προϋπόθεση ο τελευταίος να ηγηθεί Σταυροφορίας στους Αγίους Τόπους.[7] Αντιθέτως, ο Ανδρέας στράφηκε εναντίον του Ίμρε, απαιτώντας να του παραχωρηθεί κάποιο ανεξάρτητο δουκάτο το 1197.[8][9] Ο Λεοπόλδος ΣΤ΄, Δούκας της Αυστρίας, παρενέβη για λογαριασμό του Ανδρέα, και στα τέλη του ιδίου έτους, οι στρατιωτικές δυνάμεις των δυο τους έτρεψαν σε φυγή εκείνες του Ίμρε στο Μάτσκι.[1][10] Στις αρχές του 1198, ο Ίμρε υποχρεώθηκε να ορίσει τον Ανδρέα ως Δούκα της Κροατίας και της Δαλματίας υπό την μορφή πηγής εισοδήματος.[9][11]

Ο Ανδρέας συνέχισε να συνωμοτεί σε βάρος του Ίμρε, αν και ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ εξακολουθούσε, από την πλευρά του, να απευθύνει εκκλήσεις προς τον Ανδρέα να ηγηθεί Σταυροφορίας.[2][12] Στις 10 Μαρτίου 1199, ο Ίμρε υποχρέωσε τον Μπόλεσλαβ, Επίσκοπο του Βατς, ο οποίος ήταν υποστηρικτής του Ανδρέα, να του παραδώσει έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν την σε βάρος του συνωμοσία.[13] Στην διάρκεια του καλοκαιριού του ιδίου έτους, ο Ίμρε νίκησε τα στρατεύματα του Ανδρέα κοντά στην Λίμνη Μπάλατον, υποχρεώνοντας τον Ανδρέα να αναζητήσει καταφύγιο στην Αυστρία.[14] Ένας Παπικός Λεγάτος με το όνομα Γρηγόριος κατέφθασε στην Ουγγαρία, προκειμένου να διατελέσει ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ των δύο αδερφών.[13][15] Σύμφωνα με το σύμφωνο που υπέγραψαν μεταξύ τους οι δύο αδερφοί, ο Ίμρε παραχώρησε εκ νέου την Κροατία και την Δαλματία στον Ανδρέα στην διάρκεια του καλοκαιριού του 1200.[13]

Πόλεμοι στα Βαλκάνια (1200–1203)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σφραγίδα του Ίμρε όπου απεικονίζονται οι "λωρίδες των Αρπάντ"
Η παλαιότερη απεικόνιση των "λωρίδων των Αρπάντ" επάνω στην σφραγίδα του Ίμρε.
 Οι "λωρίδες των Αρπάντ": τέσσερις αργυρές και τέσσερις ερυθρές λωρίδες
Οι "Λωρίδες των Αρπάντ" (τέσσερις αργυρές και τέσσερις ερυθρές λωρίδες) επάνω στον προσωπικό θυρεό του Ίμρε.

Μετά, περίπου, το 1200, ο Ίμρε ενεπλάκη εντόνως στις υποθέσεις της Βαλκανικής Χερσονήσου.[16] Στις 11 Οκτωβρίου 1200, ο Πάπας Ιννοκέντιος απήθυνε έκκληση προς αυτόν, προκειμένου να λάβει μέτρα με απώτερο στόχο την εκκαθάριση των "αιρετικών" της Βοσνίας.[17][13] Κατόπιν αιτήματος του Ίμρε, ο Πάπας αρνήθηκε να αποστείλει βασιλικό στέμμα στον Μέγα Πρίγκιπα Στέφανο της Σερβίας.[18] Ο Ίμρε εισέβαλε στην Σερβία το 1201 ή το 1202, όπου βοήθησε τον αδερφό του Στέφανου, Βούκαν, να ανέβει στον θρόνο.[18][19] Ως απόδειξη της κυριαρχίας του επί της Σερβίας, ο Ίμρε κατέστη ο πρώτος Ούγγρος μονάρχης που να υιοθετεί τον τίτλο του Βασιλέα της Σερβίας το 1202.[16][19] Ήταν, επίσης, ο πρώτος βασιλέας που χρησιμοποίησε βασιλική σφραγίδα η οποία έφερε επάνω της τις "Λωρίδες των Αρπάντ", οι οποίες τελικώς ενσωματώθηκαν στο έμβλημα της Ουγγαρίας.[20]

Στην διάρκεια του καλοκαιριού του 1202, ο Ενετός Δόγης Ενρίκο Ντάντολο υπέγραψε συμφωνία με τους ηγέτες της Δ΄ Σταυροφορίας, οι οποίοι συμφωνούσαν, από την πλευρά τους, να παράσχουν βοήθεια στους Ενετούς για την ανακατάληψη του Ζαντάρ, πόλης της Δαλματίας, η οποία ευρισκόταν υπό τον έλεγχο των Ούγγρων μοναρχών από το 1186, των οποίων την εξουσία και είχε αναγνωρίσει.[21][22] Παρά το γεγονός πως ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ είχε απαγορεύσει στους Σταυροφόρους να πολιορκήσουν το Ζαντάρ, εκείνοι, τελικώς, κατέλαβαν την πόλη στις 24 Νοεμβρίου και την παρέδωσαν στους Ενετούς.[23][24] Παρά το γεγονός πως ο Πάπας αφόρισε τους Ενετούς, καθώς και τους υπόλοιπους Σταυροφόρους, έπειτα από αίτημα του Ίμρε, το Ζαντάρ παρέμεινε υπό τον έλεγχο των Ενετών.[25][22]

Φοβούμενος το ενδεχόμενο Σταυροφορίας εναντίον του υπό τον Ίμρε, ο Κούλιν της Βοσνίας συγκάλεσε σύνοδο της Εκκλησίας της Βοσνίας στο Μπίλινο Πόλγιε στις 6 Απριλίου 1203.[26][27] Η σύνοδο αποδέχτηκε το παπικό πρωτείο και διέταξε την μεταρρύθμιση του τελετουργικού που ακολουθείτο έως τότε.[26] Ο Κούλιν αναγνώρισε, επίσης, την εξουσία του Ίμρε.[26] Σε επιστολή η οποία συνεγράφη το 1203, ο Τσάρος της Βουλγαρίας, Καλογιάν, ενημέρωνε τον Πάπα Ιννοκέντιο πως ο Ίμρε είχε καταλάβει πέντε επαρχίες της Βουλγαρίας, ενώ, ταυτόχρονα, ζητούσε την παρέμβασή του.[28][29]

Τελευταία χρόνια (1203–1204)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δούκας Ανδρέας εξεγέρθηκε εκ νέου εναντίον του Ίμρε στην διάρκεια του φθινοπώρου του 1203.[30] Τα στρατεύματά τους συναντήθηκαν στο Βάραζντιν, επί του ποταμού Ντράβα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.[20] Ο Ίμρε εισήλθε στο στρατόπεδο του αδερφού του όντας άοπλος, λέγοντας "Τώρα θα δω ποιος θα αποτολμήσει να σηκώσει το χέρι του, προκειμένου να χύσει το αίμα της βασιλικής δυναστείας!",[31] σύμφωνα με τον χρονολογούμενο, περίπου, από την ίδια εποχή Θωμά τον Αρχιδιάκονο.[30] Κανείς δεν τόλμησε να σταματήσει τον Βασιλέα, ο οποίος, ως αποτέλεσμα, έφθασε σε κοντινή απόσταση από τον Ανδρέα και τον συνέλαβε χωρίς να συναντήσει κάποια μορφή αντίστασης.[30][32] Ο Δούκας Ανδρέας παρέμεινε αιχμάλωτος για διάστημα αρκετών μηνών, προτού, τελικά, απελευθερωθεί από υποστηρικτές του στις αρχές του 1204.[20]

Εκμεταλλευόμενος τον εμφύλιο πόλεμο που μαινόταν στην Ουγγαρία, ο Καλογιάν εισέβαλε και κατέλαβε το Βελιγράδι, το Μπάραντς (σημερινό Μπρανίτσεβο της Σερβίας), καθώς και άλλα φρούρια.[28] Ο Ίμρε προχώρησε σε σειρά προετοιμασιών για εκστρατεία εναντίον της Βουλγαρίας, ωστόσο διέλυσε τα στρατεύματά του κατόπιν αιτήματος του Πάπα Ιννοκέντιου.[29] Ο Πάπας, ο οποίος ευρισκόταν εν μέσω διαπραγματεύσεων για την church union με τον Καλογιάν, απέστειλε βασιλικό στέμμα στον τελευταίο, ωστόσο ο Ίμρε προχώρησε στην φυλάκιση του Παπικού Λεγάτου, ο οποίος θα παρέδιδε το στέμμα στην Βουλγαρία, όταν αυτός διέσχιζε τα εδάφη της Ουγγαρίας.[29]

Όντας βαριά άρρωστος, ο Ίμρε προχώρησε στην στέψη ως Βασιλέα του, μόλις, ηλικίας τεσσάρων ετών υιού του, Λαδίσλαου, στις 26 Αυγούστου 1204.[33] Επίσης, άφησε ελεύθερο τον Παπικό Λεγάτο. Συμφιλιώθηκε με τον αδερφό του, "εμπιστευόμενός του την κηδεμονία του υιού του και την διοίκηση του συνόλου του βασιλείου έως ότου αυτός φθάσει στην ενηλικίωση",[31] σύμφωνα με τον Θωμά τον Αρχιδιάκονο.[30][33] Ο Ίμρε απεβίωσε στις 30 Νοεμβρίου του ιδίου έτους, σύμφωνα με το Chronicon Pictum.[30][33] Ο Ίμρε ετάφη εντός του Καθεδρικού Ναού του Έγκερ.[30][34]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύζυγος του Ίμρε, Κωνσταντία, ήταν κόρη του Βασιλέα Αλφόνσου Β΄ της Αραγωνίας.[37] Ο γάμος τους έλαβε χώρα μεταξύ του 1196 και του 1200.[37][13] Ο μοναδικός γνωστός απόγονός τους, Λαδίσλαος, γεννήθηκε προς το 1200, ενώ απεβίωσε στις 7 Μαΐου 1205.[38] Η Βασίλισσα Κωνσταντία, η οποία έζησε περισσότερα χρόνια τόσο σε σύγκριση με τον σύζυγό της, όσο και με τον υιό της, αργότερα νυμφεύθηκε τον Φρειδερίκο Β΄, Άγιο Ρωμαίο Αυτοκράτορα.[39]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Makk 1994, σελ. 282.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Kristó & Makk 1996, σελ. 225.
  3. Bartl και άλλοι 2002, σελ. 30.
  4. Makk 1989, σελ. 114.
  5. Makk 1989, σελ. 116.
  6. 6,0 6,1 Berend, Urbańczyk & Wiszewski 2013, σελ. 178.
  7. Berend, Urbańczyk & Wiszewski 2013, σελίδες 178, 234.
  8. Berend, Urbańczyk & Wiszewski 2013, σελ. 234.
  9. 9,0 9,1 Fine 1994, σελ. 22.
  10. Sebők 1994, σελ. 421.
  11. Magaš 2007, σελ. 58.
  12. Érszegi & Solymosi 1981, σελ. 124.
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 Érszegi & Solymosi 1981, σελ. 125.
  14. Sebők 1994, σελ. 565.
  15. Berend, Urbańczyk & Wiszewski 2013, σελ. 392.
  16. 16,0 16,1 Engel 2001, σελ. 88.
  17. Engel 2001, σελίδες 88–89.
  18. 18,0 18,1 Curta 2006, σελ. 389.
  19. 19,0 19,1 Fine 1994, σελίδες 47–48.
  20. 20,0 20,1 20,2 Érszegi & Solymosi 1981, σελ. 126.
  21. McNeal & Wolff 1969, σελίδες 167–168.
  22. 22,0 22,1 Magaš 2007, σελ. 57.
  23. McNeal & Wolff 1969, σελ. 168.
  24. Fine 1994, σελ. 61.
  25. McNeal & Wolff 1969, σελ. 175.
  26. 26,0 26,1 26,2 Fine 1994, σελ. 47.
  27. Curta 2006, σελ. 433.
  28. 28,0 28,1 Fine 1994, σελ. 55.
  29. 29,0 29,1 29,2 Curta 2006, σελ. 383.
  30. 30,0 30,1 30,2 30,3 30,4 30,5 Kristó & Makk 1996, σελ. 226.
  31. 31,0 31,1 Archdeacon Thomas of Split: History of the Bishops of Salona and Split (ch. 23.), p. 143.
  32. Makk 1994, σελ. 283.
  33. 33,0 33,1 33,2 Érszegi & Solymosi 1981, σελ. 127.
  34. The Hungarian Illuminated Chronicle (ch. 172.123), p. 139.
  35. Kristó & Makk 1996, σελ. 225, Appendices 2–4.
  36. Runciman 1989, σελ. 345, Appendix III.
  37. 37,0 37,1 Kristó & Makk 1996, σελ. 225, Appendix 4.
  38. Kristó & Makk 1996, σελ. 228, Appendix 4.
  39. Engel 2001, σελ. 89.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτογενείς πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Archdeacon Thomas of Split: History of the Bishops of Salona and Split (Latin text by Olga Perić, edited, translated and annotated by Damir Karbić, Mirjana Matijević Sokol and James Ross Sweeney) (2006). CEU Press. ISBN 963-7326-59-6.
  • The Hungarian Illuminated Chronicle: Chronica de Gestis Hungarorum (Edited by Dezső Dercsényi) (1970). Corvina, Taplinger Publishing. ISBN 0-8008-4015-1.

Δευτερογενείς πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bartl, Július. Čičaj, Viliam. Kohútova, Mária. Letz, Róbert. Segeš, Vladimír. Škvarna, Dušan (2002). Slovak History: Chronology & Lexicon. Bolchazy-Carducci Publishers, Slovenské Pedegogické Nakladatel'stvo. ISBN 0-86516-444-4. 
  • Berend, Nora. Urbańczyk, Przemysław. Wiszewski, Przemysław (2013). Central Europe in the High Middle Ages: Bohemia, Hungary and Poland, c. 900-c. 1300. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-78156-5. 
  • Curta, Florin (2006). Southeastern Europe in the Middle Ages, 500–1250. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-89452-4. 
  • Engel, Pál (2001). The Realm of St Stephen: A History of Medieval Hungary, 895–1526. I.B. Tauris Publishers. ISBN 1-86064-061-3. 
  • Érszegi, Géza. Solymosi, László (1981). «Az Árpádok királysága, 1000–1301 [The Monarchy of the Árpáds, 1000–1301]». Στο: Solymosi, László, επιμ (στα ουγγρικά). Magyarország történeti kronológiája, I: a kezdetektől 1526-ig [Historical Chronology of Hungary, Volume I: From the Beginning to 1526]. Akadémiai Kiadó, σελ. 79–187. ISBN 963-05-2661-1. 
  • Fine, John V. A (1994). The Late Medieval Balkans: A Critical Survey from the Late Twelfth Century to the Ottoman Conquest. The University of Michigan Press. ISBN 0-472-08260-4. 
  • Kristó, Gyula. Makk, Ferenc (1996) (στα ουγγρικά). Az Árpád-ház uralkodói [Rulers of the House of Árpád]. I.P.C. Könyvek. ISBN 963-7930-97-3. 
  • Magaš, Branka (2007). Croatia Through History. SAQI. ISBN 978-0-86356-775-9. 
  • Makk, Ferenc (1989). The Árpáds and the Comneni: Political Relations between Hungary and Byzantium in the 12th century (Translated by György Novák). Akadémiai Kiadó. ISBN 963-05-5268-X. 
  • Makk, Ferenc (1994). «Imre». Στο: Kristó, Gyula. Engel, Pál. Makk, Ferenc, επιμ (στα ουγγρικά). Korai magyar történeti lexikon (9–14. század) [Encyclopedia of the Early Hungarian History (9th–14th centuries)]. Akadémiai Kiadó, σελ. 282–283. ISBN 963-05-6722-9. 
  • McNeal, Edgar H.. Wolff, Robert Lee (1969). «The Fourth Crusade». Στο: Setton, Kenneth M.. Wolff, Robert Lee. Hazard, Harry, επιμ. A History of the Crusades, Volume II: The Later Crusades, 1189–1311. The University of Wisconsin Press, σελ. 153–185. ISBN 0-299-04844-6. 
  • Runciman, Steven (1989). A History of the Crusades, Volume II: The Kingdom of Jerusalem and the Frankish East 1100–1187. Cambridge University Press. ISBN 0-521-06162-8. 
  • Sebők, Ferenc (1994). «macski csata [Battle of Mački]; rádi csata [Battle of Rád]». Στο: Kristó, Gyula. Engel, Pál. Makk, Ferenc, επιμ (στα ουγγρικά). Korai magyar történeti lexikon (9–14. század) [Encyclopedia of the Early Hungarian History (9th–14th centuries)]. Akadémiai Kiadó, σελ. 421, 565. ISBN 963-05-6722-9. 
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Ίμρε της Ουγγαρίας
Γέννηση: 1174 Θάνατος: 30 Νοεμβρίου 1204
Βασιλικοί τίτλοι
Κενό
Τελευταίος που έφερε τον τίτλο ήταν
Μπέλα
Δούκας της Κροατίας και της της Δαλματίας
π. 1195–1196
Κενό
Τελευταίος που έφερε τον τίτλο ήταν
Ανδρέας
Προκάτοχος
Μπέλα Γ΄
Βασιλιάς της Ουγγαρίας και της Κροατίας
1196–1204
Διάδοχος
Λαδίσλαος Γ΄
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Emeric, King of Hungary της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).