Πάπας Βιταλιανός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βιταλιανός
Πάπας (Επίσκοπος Ρώμης κ.α.)
Pope Vitalian.jpg
Από 30-07- 657
Έως 27-01-672
Προκάτοχος Ευγένιος Α΄
Διάδοχος Αδεοδάτος Β΄
Προσωπικά στοιχεία

Ο Πάπας Βιταλιανός διετέλεσε Πάπας Ρώμης από τις 30 Ιουλίου του 657 μέχρι τις 27 Ιανουαρίου του 672. Γεννήθηκε στο Σίγκνι του Λάτιου και ο πατέρας του ονομαζόταν Αναστάσιος.

Παποσύνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατό του Πάπα Ευγένιου Α΄, στις 2 ή 3 Ιουνίου του 657, ο Βιταλιανός εξελέγη σαν διάδοχος του και χειροτονήθηκε και ενθρονίστηκε στις 30 Ιουλίου του ίδιου έτους[1].

Όπως και ο προκάτοχός του, ο Βιταλιανός προσπάθησε να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη κάνοντας φιλικά ανοίγματα στο βυζαντινό αυτοκράτορα Κώνστα Β' (641-668) και προετοιμάζοντας το δρόμο για την επίλυση του ζητήματος του Μονοθελητισμού. Έστειλε επιστολές γνωστοποιώντας τις προθέσεις του στον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη Πέτρο της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος είχε προσχωρήσει στο Μονοθελητισμό. Ο αυτοκράτορας επικύρωσε τα προνόμια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και έστειλε στη Ρώμη ένα ευαγγέλιο με χρυσό κάλυμμα και διακοσμημένο με πολύτιμους λίθους σαν ένδειξη καλής θέλησης[1].

Ο Πατριάρχης Πέτρος απάντησε επίσης, αν και η απάντησή του ήταν κάπως επιφυλακτική ως προς το Μονοθελητισμό, τον οποίο υποστήριζε. Στην επιστολή του, έδινε την εντύπωση ότι συμφωνούσε απόλυτα με τον Πάπα, του οποίου η επιστολή προς τον Πέτρο εξέθετε αναλυτικά την Καθολική Πίστη. Έτσι παρότι η σχέση μεταξύ των δύο εκκλησιών αποκαταστάθηκε, παρέμεινε όμως άλυτο το θέμα του Μονοθελητισμού. Το όνομα του Βιταλιανού συμπεριλήφθηκε στα δίπτυχα της Ανατολικής Εκκλησίας, αποτελώντας το μοναδικό όνομα Πάπα που καταχωρήθηκε σε αυτά την περίοδο από το 630 μέχρι το 681[2].

Η συμπερίληψη του Βαλεριανού στα δίπτυχα θεωρήθηκε τόσο πολύ διαλλακτική ώστε να άγγιζε τα όρια της αίρεσης, ωστόσο η κατηγορία αυτή αποδείχθηκε αβάσιμη[3].

Ο Βιταλιανός έδειξε αμοιβαιότητα προς τον Κώνστα, όταν αυτός επισκέφτηκε τη Ρώμη το 663 και παρέμεινε σε αυτή για δώδεκα ημέρες στα πλαίσια της εκστρατείας του ενάντια στους Λομβαρδούς. Στις 5 Ιουλίου ο Πάπας και μέλη του κλήρου, συναντήθηκαν με τον αυτοκράτορα και τον συνόδευσαν στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, όπου ο αυτοκράτορας τους έδωσε δώρα. Την επόμενη Κυριακή, ο αυτοκράτορας επισκέφτηκε και πάλι το ναό, προσέφερε ένα χρυσοποίκιλτο πάλλιο, και παρακολούθησε τη θεία λειτουργία προεξάρχοντος του Πάπα. Ο αυτοκράτορας δείπνησε με τον Πάπα το επόμενο Σάββατο, παρακολούθησε και πάλι την κυριακάτικη λειτουργία στον Άγιο Πέτρο και με τη λήξη της αναχώρησε με την άδεια του Πάπα. Κατά την αναχώρησή του ο Κώνστας πήρε μαζί του μεγάλο αριθμό χάλκινων έργων τέχνης, συμπεριλαμβανομένων και χάλκινων πλακιδίων από την οροφή του Πανθέου, τα οποία είχαν αφιερωθεί στη χριστιανική λατρεία[1].

Ο Κώνστας εγκαταστάθηκε μετέπειτα στη Σικελία, όπου καταπίεζε τον πληθυσμό και δολοφονήθηκε στις Συρακούσες το 668. Ο Βιταλιανός υποστήριξε το γιο του Κώνστα Κωνσταντίνο Δ' ενάντια σε κάποιον σφετεριστή και τον βοήθησε να ανέλθει στο θρόνο. Καθώς ο Κωνσταντίνος δεν είχε καμία πρόθεση να διατηρήσει το διάταγμα του πατέρα του υπέρ του Μονοθελητισμού, ο Βιταλιανός χρησιμοποίησε τη διάθεσή του αυτή προκειμένου να πάρει μία σκληρότερη θέση απέναντι στο Μονοθελητισμό και να κατορθώσει ο αυτοκράτορας να προσχωρήσει την ορθοδοξία. Η τελευταία του απόπειρα ωστόσο δε στέφθηκε με επιτυχία. Ο μονοθελητιστής Πατριάρχης Θεόδωρος αφαίρεσε το όνομα του Βιταλιανού από τα δίπτυχα. Ο Βιταλιανός συμπεριλήφθηκε ξανά σε αυτά μετά την Έκτη Οικουμενική Σύνοδο, η οποία αποκήρυξε το Μονοθελητισμό[1].

Σχέσεις με την Αγγλικανική Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πάπας Βιταλιανός βελτίωσε τις σχέσεις της Ρώμης με την Αγγλικανική Εκκλησία, όπου οι Αγγλοσάξονες και οι Βρετανοί ιερείς βρίσκονταν σε αντιπαράθεση για διάφορα εκκλησιαστικά ζητήματα. Στη σύνοδο του Στρινεσάλχ, ο βασιλιάς Όσβι της Νορθούμπερλαντ αποδέχτηκε τις ρωμαϊκές πρακτικές όσον αφορά τον εορτασμό του Πάσχα και την κουρά. Από κοινού με το βασιλιά Έγκμπερτ του Κεντ, έστειλε τον ιερέα Ουίγκαρντ στη Ρώμη, για να χειροτονηθεί αρχιεπίσκοπος μετά το θάνατο του αρχιεπισκόπου του Καντέρμπερι Ντόισντέντιτ το 664, αλλά ο υποψήφιος διάδοχος πέθανε στη Ρώμη από πανώλη[2].

Ο Βιταλιανός έγραψε στον βασιλιά υποσχόμενος ότι θα βρει έναν κατάλληλο επίσκοπο για την Αγγλία το συντομότερο δυνατόν. Επέλεξε τον Αδριανό, ηγούμενο ενός ναπολιτάνικου μοναστηριού, αλλά ο τελευταίος θεώρησε τον εαυτό του ανάξιο για τη θέση. Πρότεινε ωστόσο έναν ιδιαίτερα μορφωμένο μοναχό, τον Θεόδωρο της Ταρσού, ο οποίος γνώριζε τόσο τα λατινικά, όσο και τα ελληνικά. Εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι και χειροτονήθηκε στις 26 Μαρτίου του 668. Συνοδευόμενος από τον ηγούμενο Αδριανό, πήγε στην Αγγλία, όπου και έγινε αποδεκτός ως επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας[2].

Ραβέννα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχιεπισκοπή της Ραβέννα αναφερόταν κατευθείαν στη Ρώμη. Ο αρχιεπίσκοπος της Ραβέννα, Μαύρος (648-71), προσπάθησε να δώσει τέλος στην εξάρτηση αυτή, κάνοντας την αρχιεπισκοπή του αυτοκέφαλη. Όταν ο Πάπας Βιταλιανός τον κάλεσε να αιτιολογήσει τις θεολογικές του απόψεις, αρνήθηκε να υπακούσει και διακήρυξε την ανεξαρτησία του από τη Ρώμη. Ο Πάπας τον αφόρισε, αλλά ο Μαύρος δεν υποχώρησε και έφτασε να αφορίσει ο ίδιος τον Πάπα[1].

Ο αυτοκράτορας Κώνστας Β' τάχθηκε στο πλευρό του αρχιεπισκόπου και εξέδωσε ένα διάταγμα, με το οποίο απάλλασσε την επισκοπή της Ραβέννα από την πατριαρχική εποπτεία της Ρώμης, και διέτασσε ότι η τελευταία θα έπρεπε να παραλαμβάνει τα πάλλια από τον αυτοκράτορα. Ο διάδοχος του Μαύρου, Ρεπαράτος, ενθρονίστηκε το 671. Η ανεξαρτησία της αρχιεπισκοπής της Ραβέννα έληξε την περίοδο της παποσύνης του Πάπα Λέοντα Β' (682-683), οπότε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος απέσυρε το διάταγμα του πατέρα του και επικύρωσε τα αρχέγονα δικαιώματα της Αγίας Έδρας στην αρχιεπισκοπή της Ραβέννα[1].

Ανατολική Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βιταλιανός ενίσχυσε την εξουσία του ως υπέρτατος ποντίφικας επί της Ανατολικής Εκκλησίας. Ο ηγούμενος της Λάπα Ιωάννης καθαιρέθηκε από μία Σύνοδο, στην οποία προήδρευε ο μητροπολίτης Παύλος. Ο Ιωάννης διαμαρτυρήθηκε στον Πάπα, και γι' αυτό φυλακίστηκε από τον Παύλο. Κατόρθωσε ωστόσο να δραπετεύσει και κατέφυγε στη Ρώμη, όπου ο Βιταλιανός διεξήγαγε σύνοδο το Δεκέμβριο του 667 προκειμένου να διερευνήσει το ζήτημα. Ο Ιωάννης αποδείχθηκε αθώος και ο Βιταλιανός έγραψε στον Παύλο ζητώντας του να επιστρέψει στον Ιωάννη την επισκοπή του και τα μοναστήρια, τα οποία είχαν άδικα αφαιρεθεί από αυτόν. Την ίδια περίοδο του ζήτησε να καθαιρέσει δύο διακόνους που παντρεύτηκαν μετά τη χειροτονία τους[2].

Άλλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εισαγωγή της οργανικής μουσικής θεωρείται παραδοσιακά ότι πραγματοποιήθηκε την περίοδο της παποσύνης του Βιταλιανού.

Ο Βιταλιανός θεωρείται αυστηρός θεσπιστής των κανόνων της εκκλησίας και υπέρμαχος της πειθαρχίας. Πέθανε στις 27 Ιανουαρίου του 672, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Academy-Britannica.png Αυτό το λήμμα βασίζεται ή περιλαμβάνει κείμενο από το λήμμα "Vitalianus" της Encyclopædia Britannica του 1911 που αποτελεί κοινό κτήμα.