Λιοντάρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λιοντάρι[1]
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
Πρώιμο Πλειστόκαινο έως σήμερα
Αρσενικό
Αρσενικό
Θηλυκό (Λέαινα)
Θηλυκό (Λέαινα)
Κατάσταση οικολογικής προστασίας
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Σαρκοφάγα (Carnivora)
Οικογένεια: Αιλουρίδες (Felidae)
Γένος: Panthera
Είδος: P. leo
Διωνυμικό όνομα
Panthera leo
      (Linnaeus, 1758)
Ιστορική (κόκκινο) και τρέχουσα (πράσινο) κατανομή των λιονταριών
Ιστορική (κόκκινο) και τρέχουσα (πράσινο) κατανομή των λιονταριών
Κατανομή των λιονταριών στην Ινδία. Το δάσος Γκιρ στην πολιτεία Γκουντζαράτ, είναι ο τελευταίος φυσικός τόπος των περίπου 300 ασιατικών λιονταριών σε άγρια κατάσταση.
Κατανομή των λιονταριών στην Ινδία. Το δάσος Γκιρ στην πολιτεία Γκουντζαράτ, είναι ο τελευταίος φυσικός τόπος των περίπου 300 ασιατικών λιονταριών σε άγρια κατάσταση.
Συνώνυμα
Felis leo
Linnaeus, 1758[3]

Το λιοντάρι (Panthera leo) ανήκει στο γένος Panthera της οικογένειας των Αιλουριδών. Καθώς άποια αρσενικά υπερβαίνουν τα 250 κιλά σε βάρος[4] είναι το δεύτερο μεγαλύτερο αιλουροειδές μετά την τίγρη που υπάρχει σήμερα. Λιοντάρια σε άγρια κατάσταση υπάρχουν πλέον στην Υποσαχάρια Αφρική και στην Ασία που έχει μείνει ένας πληθυσμός στην βορειοδυτική Ινδία που κινδυνεύει άμεσα από αφανισμό ενώ έχει εξαφανιστεί από την Βόρεια Αφρική, την Μέση Ανατολή και την Δυτική Ασία στα ιστορικά χρόνια. Μέχρι το ύστερο Πλειστόκαινο, περίπου 10.000 χρόνια πρίν, το λιοντάρι ήταν το πλέον διασκορπισμένο μεγάλο επίγειο θηλαστικό μετά τον άνθρωπο. Βρίσκονταν στο μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής, μεγάλο μέρος της Ευρασίας από την δυτική Ευρώπη έως την Ινδία, και στην Αμερική από το Γιούκον έως το Περού.

Τα λιοντάρια στην φύση ζουν περίπου 10-14 χρόνια, ενώ σε αιχμαλωσία μπορούν να ζήσουν πάνω από 20 χρόνια. Σε άγρια κατάσταση τα αρσενικά σπανίως ζουν πάνω από 10 χρόνια, καθώς οι τραυματισμοί από τις συνεχόμενες μάχες με αντίπαλα αρσενικά μειώνουν δραστικά την μακροζωία τους.[5] Ο συνηθισμένος τόπος διαμονής των λιονταριών είναι η σαβάνα και οι γρασιδότοποι, αν και μπορεί να βρεθούν και σε θαμνώδεις περιοχές και δάση. Είναι ασυνήθιστα κοινωνικά ζώα σε σχέση με τα υπόλοιπα αιλουροειδή. Μια αγέλη λιονταριών συνήθως αποτελείται από συγγενικά θηλυκά, τα νεογνά τους και ένα μικρό αριθμό ενήλικων αρσενικών. Τα θηλυκά συνήθων κυνηγούν μαζί σε ομάδες, κυνηγώντας κυρίως μεγάλα οπληφόρα. Τα λιοντάρια είναι κυρίαρχα αρπακτικά, παρόλο που τρώνε και θνησιμαία αν δοθεί η ευκαιρία. Ενώ συνήθως δεν κυνηγούν ανθρώπους επιλεκτικά, έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις λιονταριών που αναζητούσαν ανθρώπινα θηράματα.

Το λιοντάρι είναι εκτεθειμένο είδος, έχοντας υποστεί, πιθανώς μη αναστρέψιμη, μείωση του πληθυσμού του στην Αφρική 30 με 50 τοις εκατό τις δύο τελευταίες δεκαετίες.[6] Οι πληθυσμοί λιονταριών έξω από τα καθορισμένα καταφύγια και τα εθνικά πάρκα δεν μπορούν να διατηρηθούν. Παρόλο που η αιτία της παρακμής του πληθυσμού δεν είναι πλήρως κατανοητά. η απώλεια της φυσικής κατοικίας και η επιπλοκές με τον άνθρωπο θεωρούνται σήμερα οι κυριότεροι παράγοντες ανησυχίας. Λιοντάρια αιχμαλωτίζονταν και κρατιόνταν σε θηριοτροφεία από την ρωμαϊκή εποχή, ενώ είναι ένα από τα κύρια είδη που εκτίθενται σε ζωολογικούς κήπους από τα τέλη του 18ου αιώνα. Διάφοροι ζωολογικοί κήποι ανά τον κόσμο συνεργάζονται σε προγράμματα εκτροφής του απειλούμενου ασιατικού υποείδους.

Οπτικά το αρσενικό λιοντάρι είναι πολύ χαρακτηριστικό και αναγνωρίζεται εύκολα από την χαίτη του. Το λιοντάρι, και συγκεκριμένα το πρόσωπο του αρσενικού, είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα ζωικά σύμβολα στην ανθρώπινη κουλτούρα. Απεικονίσεις του υπήρχαν από την Άνω Παλαιολιθική περίοδο, από το Λασκώ (Lascaux) και το Σωβέ (Chauvet) μέχρι πρακτικά όλους τους αρχαίους και μεσαιωνικούς πολιτισμούς όπου ιστορικά όπου ιστορικά εμφανίστηκαν. Έχει απεικονιστεί ευρύτατα στην λογοτεχνία, την γλυπτική, την ζωγραφική τις εθνικές σημαίες και στον κινηματογράφο.

Πίνακας περιεχομένων

[Επεξεργασία] Ετυμολογία

Το όνομα του λιονταριού προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό λέων, παρ. και το λατινικό leo από όπου προέρχεται και ονομασία του στις ρωμανικές γλώσσες.[7] Το εβραϊκό לָבִיא ενδέχεται να είναι συγγενές,[8] όπως και το αρχαίο αιγυπτιακό rw.[9] Ήταν ένα από τα πολλά είδη που αρχικά περιγράφηκαν, ως Felis leo, από τον Λινναίο στο έργο του Systema Naturae, τον 18ο αιώνα.[3] Το επιστημονικό όνομα του γένους και τμήμα της επιστημονικής τους ονομασίας, Panthera leo, θεωρείται συχνά ότι προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό παν- και θηρίο, αλλά αυτό ενδέχεται να είναι απλώς λαϊκή ετυμολογία. Πιθανότατα έχει προέλευση από την ανατολική Ασία, και σημαίνει το «κιτρινωπό ζώο» ή «κίτρινο προς λευκό»..[10]

[Επεξεργασία] Ταξινομία και εξέλιξη

Το παλαιότερο γνωστό απολίθωμα λιονταριού έχει βρεθεί στο Laetoli στην Τανζανία με πιθανή ηλικία 3,5 εκατομμύρια χρόνια, ενώ μερικοί επιστήμονες το αναγνωρίζουν ως Panthera leo. Αυτό το αρχείο εντούτοις δεν είναι καλά τεκμηριωμένο και το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι αφορά κάποιο αιλουροειδές που μοιάζει στο γένος Panthera. Το παλαιότερο επιβεβαιωμένο απολίθωμα Panthera leo στην Αφρική είναι περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια νεότερο.[11] Οι κοντινότεροι συγγενείς του λιονταριού είναι τα άλλα είδη του γένους Panthera, η τίγρη, το τζάγκουαρ και η λεοπάρδαλη. Μορφολογικές και γενετικές μελέτες αποκαλύπτουν ότι η τίγρης ήταν το πρώτο από αυτά τα είδη που παρέκκλινε. Περίπου 1,9 εκατομμύρια χρόνια πριν διαφοροποιήθηκε το τζάγκουαρ από τον πληθυσμό που περιείχε τους πρόγονους της λεοπάρδαλης και του λιονταριού. Το λιοντάρι και η λεοπάρδαλη διαχωρίστηκαν πριν από 1 με 1,25 εκατομμύρια χρόνια.[12]

Το Panthera leo εξελίχθηκε στην Αφρική μεταξύ 1 εκατομμύριο και 800.000 χρόνια πριν, προτού εξαπλωθεί στην Ολαρκτική περιοχή.[13] Εμφανίστηκε στην Ευρώπη για πρώτη φορά πριν 700.000 χρόνια με το υποείδος Panthera leo fossilis στην Ισλερνια της Ιταλίας. Από αυτό το λιοντάρι προήλθε το μεταγενέστερο λιοντάρι των σπηλαίων (Panthera leo spelaea), το οποίο εμφανίστηκε πριν από περίπου 300.000 χρόνια. Κατά το άνω Πλειστόκαινο το λιοντάρι εξαπλώθηκε στην Βόρεια και την Νότια Αμερική όπου εξελίχθηκε στο Panthera leo atrox, το αμερικάνικο λιοντάρι.[14] Τα λιοντάρια εξαφανίστηκαν από την βόρεια Ευρασία και την Αμερική στο τέλος της τελευταίας περιόδου των παγετώνων, πρίν από περίπου 10.000 χρόνια.[15]

[Επεξεργασία] Υποείδη

Αρσενικό ασιατικό λιοντάρι

Παραδοσιακά αναγνωρίζονται 12 υποείδη λιονταριών, το μεγαλύτερο από τα οποία είναι το Βερβερικό λιοντάρι.[16] Οι κύριες διαφορές που διαχωρίζουν αυτά τα υποείδη είναι η τοποθεσία, η εμφάνιση της χαίτης, το μέγεθος και η κατανομή. Επειδή αυτά τα χαρακτηριστικά δεν είναι σημαντικά, και παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία σε επίπεδο ατόμου, οι περισσότεροι από αυτούς τους τύπους είναι συζητήσιμοι και πιθανώς άκυροι. Επιπροσθέτως, συχνά βασίζονταν σε υλικό ζωολογικών κήπων, άγνωστης προέλευσης το οποίο είχε «εντυπωσιακά και μη κανονικά» μορφολογικά χαρακτηριστικά.[17] Σήμερα γίνονται αποδεκτά συνήθως μόνο οκτώ υποείδη,[15][18] αλλά ένα από αυτά (το λιοντάρι του Ακρωτηρίου που παλαιότερα περιγράφονταν ως Panthera leo melanochaita) πιθανώς είναι άκυρο.[18] Ακόμα και τα υπόλοιπα επτά υποείδη μπορεί να είναι πολλά, η μιτοχονδριακή ποικιλία στα πρόσφατα λιοντάρια είναι μέτρια, πράγμα που υποδηλώνει ότι όλα τα υποσαχάρια λιοντάρια θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ένα υποείδος, πιθανώς με δύο κύριους κλάδους: έναν στα δυτικά της Μεγάλης τεκτονικής τάφρου και έναν στα ανατολικά της. Τα λιοντάρια από το Τσάβο της ανατολικής Κένυας είναι πολύ πιο κοντά γενετικά με τα λιοντάρια του Τρανσβαάλ (Νότια Αφρική_, από ότι με αυτά της Οροσειράς Αμπερντέαρ στην δυτική Κένυα.[19][20]

[Επεξεργασία] Πρόσφατα

Οκτώ πρόσφατα υποείδη αναγνωρίζονται σήμερα:

  • P. l. persica, γνωστό ως ασιατικό λιοντάρι ή νοτιοασιατικό, περσικό ή ινδικό λιοντάρι, που κάποτε απλώνονταν από την Τουρκία, σε όλη την Μέση Ανατολή έως το Πακιστάν, την Ινδία και το Μπαγκλαντές. Εντούτοις, οι μεγάλες αγέλες και το γεγονός ότι δραστηριοποιούνται ημέρα, τα έκανε πιο εύκολα για λαθροθηρία από ότι οι τίγρεις ή οι λεοπαρδάλεις, και έτσι σήμερα υπάρχουν περίπου 300 στο Εθνικό Πάρκο του Δάσους Γκιρ στην Ινδία.[21]
  • P. l. leo, γνωστό ως βερβερικό λιοντάρι, έχει εξαφανιστεί σε άγρια κατάσταση εξαιτίας του υπέρμετρου κυνηγιού, εντούτοις ενδέχεται να υπάρχουν ακόμα άτομα στην αιχμαλωσία. Είναι το μεγαλύτερο από τα υποείδη λιονταριών, καθώς υπάρχουν αναφορές για άτομα με μήκος 3-3,3 μέτρα και βάρος πάνω από 200 κιλά. Κατανέμονταν από το Μαρόκο έως την Αίγυπτο. Το τελευταίο άγριο βερβερικό λιοντάρι σκοτώθηκε το 1922 στο Μαρόκο.[22]
  • P. l. senegalensis, γνωστό και ως λιοντάρι της δυτικής Αφρικής, βρίσκεται στην δυτική Αφρική, από την Σενεγάλη έως την Νιγηρία.
  • P. l. azandica, γνωστό και ως λιοντάρι του νοτιοανατολικού Κονγκό, βρίσκεται στις νοτιοανατολικές περιοχές του Κονγκό.
  • P. l. nubica, γνωστό ως λιοντάρι της ανατολικής Αφρικής ή λιοντάρι Μασάι, βρίσκεται στην ανατολική Αφρική, από την Αιθιοπία και την Κένυα έως την Τανζανία και την Μοζαμβίκη.
  • P. l. bleyenberghi, γνωστό και ως νοτιοδυτικό λιοντάρι ή λιοντάρι της Κατάνγκα, βρίσκεται στην νοτιοδυτική Αφρική, στην Ναμίμπια, στην Μποτσουάνα, στην Αγκόλα, στην Κατάνγκα (του Κονγκό), στην Ζάμπια και την Ζιμπάμπουε.
  • P. l. krugeri, γνωστό και ως λιοντάρι της νοτιοανατολικής Αφρικής ή λιοντάρι του Τρανσβαάλ, βρίσκεται στην περιοχή Τρανσβαάλ της νοτιοανατολικής Αφρικής, συμπεριλαμβανομένου του Εθνικού Πάρκου Κρούγκερ.
  • P. l. melanochaita, γνωστό και ως λιοντάρι του Ακρωτηρίου, εξαφανίστηκε σε άγρια κατάσταση περί το 1860. Αποτελέσματα έρευνας στο μιτοχονδριακό DNA υποστηρίζουν την υπόστασή του ως ξεχωριστό υποείδος. Φαίνεται πιθανό ότι το λιοντάρι του Ακρωτηρίου ήταν απλώς ο νοτιότερος πληθυσμός του υφιστάμενου P. l. krugeri.[18]

[Επεξεργασία] Προϊστορικά

Μερικά επιπλέον υποείδη υπήρχαν σε προϊστορικά χρόνια:

  • P. l. atrox, γνωστό και ως αμερικανικό λιοντάρι, ή αμερικανικό λιοντάρι των σπηλαίων, αφθονούσε στην Αμερική, από την Αλάσκα έως το Περού κατά το Πλειστόκαινο μέχρι πριν από 10.000 χρόνια περίπου. Αυτό το υποείδος και το λιοντάρι των σπηλαίων θεωρούνταν κάποτε ότι αποτελούσαν ξεχωριστά είδη, όμως πρόσφατες φυλογενετικές έρευνες έδειξαν ότι είναι υποείδη του λιονταριού (Panthera leo).[15] Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα υποείδη που υπήρξαν, καθώς το μήκος του εκτιμάται ότι ήταν 1,6-2,5 μέτρα.[23]
  • P. l. fossilis, γνωστό και ως πρώιμο ευρωπαϊκό λιοντάρι των σπηλαίων του Μέσου Πλειστόκαινου, έφθασε στο απόγειό του περίπου 500.000 χρόνια πριν, ενώ έχουν βρεθεί απολιθώματά του στην Γερμανία και την Ιταλία. Ήταν μεγαλύτερο από τα σημερινά λιοντάρια, φτάνοντας το μέγεθος του αμερικάνικου λιονταριού.[15][24]
λιοντάρια των σπηλαίων, Αίθουσα των αίλουρων, σπήλαιο Λασκώ
  • P. l. spelaea, γνωστό και ως ευρωπαϊκό λιοντάρι των σπηλαίων, ευρασιατικό λιοντάρι των σπηλαίων, ή ευρωπαϊκό λιοντάρι των σπηλαίων του Άνω Πλειστοκαίνου, βρίσκονταν στην Ευρασία μεταξύ 300.000 και 10.000 χρόνια πριν.[15] Το είδος είναι γνωστό από παλαιολιθικές σπηλαιογραφίες (όπως αυτές στην εικόνα αριστερά), χαράξεις σε ελεφαντόδοντο, και πήλινα αγαλματίδια,[25] που δίνουν ενδείξεις ότι είχε προεξέχοντα αυτιά, φουντωτή ουρά και πιθανώς αμυδρές ρίγες, και ότι τουλάχιστον κάποια αρσενικά τραχηλικό πτίλλωμα ή πρωτόγονες χαίτες.[26]

[Επεξεργασία] Αμφίβολα

  • P. l. sinhaleyus, γνωστό και ως λιοντάρι της Σρι Λάνκα, φαίνεται να έχει εκλείψει πριν από περίπου 39.000 χρόνια. Είναι γνωστό μόνο από δύο δόντια που βρέθηκαν σε αποθέσεις στην Κουρουβίτα. Βασιζόμενος σε αυτά τα δόντια ο P. Deraniyagala ανακοίνωσε το υποείδος το 1939..[28]
  • P. l. youngi ή Panthera youngi, έφθασε στο απόγειό του 350.000 χρόνια πριν.[29] Η σχέση του με τα υπάρχοντα λιοντάρια είναι ασαφής και πιθανώς εκπροσωπεί ένα διακριτό είδος.
  • P. l. maculatus, γνωστό και ως Μαρόζι ή πιτσιλωτό λιοντάρι, μερικές φορές πιστεύεται ότι είναι ξεχωριστό υποείδος, αλλά ενδέχεται να είναι απλώς ενήλικο λιοντάρι που διατήρησε τις παιδικές βούλες. Αν θεωρηθεί ξεχωριστό υποείδος αυτό καθεαυτό, και όχι ένας μικρός αριθμός ασυνήθιστα χρωματισμένων ατόμων, εξέλειψε το 1931. Μια λιγότερο πιθανή εκδοχή είναι να είναι φυσικό υβρίδιο λεοπάρδαλης και λιονταριού, κοινώς γνωστό ως λέοπον (leopon).[30]

[Επεξεργασία] Υβρίδια

Τα λιοντάρια είναι γνωστό ότι αναπαράγονται με τίγρεις (πιο συχνά με τα υποείδη της Σιβηρίας και της Βεγγάλης) και δημιουργούν υβρίδια που αποκαλούνται liger και tigon..[31] Έχουν διασταυρωθεί και με λεοπαρδάλεις παράγοντας leopon,[32] καθώς και με τζάγκουαρ των οποίων οι απόγονοι καλούνται jaglion. Το μαζρόζι εκτιμάται ότι είναι είτε υποείδος πιτσιλωτού λιονταριού είτε φυσικό υβρίδιο leopon, ενώ το Πιτσιλωτό λιοντάρι του Κονγκό είναι υβρίδιο λιονταριού, τζάγκουαρ και λεοπάρδαλης που αποκαλείται lijagulep. Τέτοια υβρίδια παράγονταν συχνά παλιότερα σε ζωολογικούς κήπους, αλλά τώρα η πρακτική αυτή αποθαρρύνεται λόγω της έμφασης που δίνεται στην διατήρηση των ειδών και των υποειδών. Υβρίδια εκτρέφονται ακόμα σε ιδιωτικά θηριοτροφεία και σε ζωολογικούς κήπους της Κίνας.

Το liger είναι διασταύρωση αρσενικού λιονταριού με θηλυκή τίγρη.[33] Επειδή η θηλυκή τίγρη δεν έχει γονίδιο που να εμποδίζει την ανάπτυξη, και κληροδοτήται γονίδιο προώθησης της ανάπτυξης από το αρσενικό λιοντάρι, οι απόγονοι γίνονται πολύ μεγαλύτεροι και από τους δύο γονείς. Μοιράζονται τις φυσικές και συμπεριφορικές ιδιότητες και των δύο γονικών ειδών. Τα αρσενικά liger είναι στείρα, τα θηλυκά όμως είναι συχνά γόνιμα. Τα αρσενικά έχουν 50% πιθανότητα να έχουν χαίτη, αλλά αν έχουν αυτή είναι μέτρια, περίπου 50% της χαίτης ενός καθαρού λιονταριού. Τα liger έχουν συνήθως μήκος 3,0 με 3,7 μέτρα και βάρος από 360 έως 450 κιλά ή και παραπάνω.[33] Το λιγότερο συχνό tigon είναι διασταύρωση λέαινας με αρσενική τίγρη.[34]

[Επεξεργασία] Φυσικά χαρακτηριστικά

Κρανίο σύγχρονου λιονταριού στο Εθνικό Πάρκο Κρούγκερ

Το λιοντάρι είναι το ψηλότερο (μέτρηση μέχρι τον ώμο) από τις αιλουρίνες και το δεύτερο βαρύτερο μετά την τίγρη. Έχει δυνατά πόδια, ισχυρό σαγόνι και κυνόδοντες 8 εκατοστών, ενώ μπορεί να σκοτώσει μεγάλα θηράματα.[35] Το κρανίο του λιονταριού είναι παρόμοιο με της τίγρης, όμως η μπροστινή περιοχή είναι συνήθως πιο πιεσμένη και επίπεδη, με ελαφρώς κοντύτερη οπισθοκογχική περιοχή και ευρύτερα ρινικά ανοίγματα. Εντούτοις λόγω της ποικιλομορφίας του κρανίου και στα δύο είδη, μόνο η δομή της κάτω γνάθου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αξιόπιστη ένδειξη για το είδος.[36] Το χρώμα του λιονταριού ποικίλει από ελαφριά ωχροκίτρινη απόχρωση έως κιτρινωπό, κοκκινωπό ή βαθύ ωχρώδες καφέ. Το κάτω μέρος του είναι εν γένει πιο ανοιχτόχρωμο και η φούντα της ουράς μαύρη. Οι σκύμνοι γεννιούνται με καφέ βούλες στο σώμα τους, που μοιάζουν με της λεοπάρδαλης. Παρόλο που εξαφανίζονται όταν το λιοντάρι ενηλικιώνεται, αχνές βούλες διακρίνονται συχνά στα πόδια και στο κάτω μέρος, ιδίως στις λέαινες.

Τα λιοντάρια είναι τα μόνα μέλη της οικογένειας των αιλουριδών που παρουσιάζουν εμφανή σεξουαλικό διμορφισμό, δηλαδή τα αρσενικά και τα θηλυκά είναι εμφανώς διαφορετικά. Κάθε φύλο επίσης έχει εξειδικευμένο ρόλο στην αγέλη. Για παράδειγμα η λέαινα, ως κυνηγός, δεν έχει την παχιά ογκώδη χαίτη που έχει το αρσενικό, η οποία φαίνεται ότι παρεμποδίζει την ικανότητα του αρσενικού στο καμουφλάζ όταν παραμονεύει ενώ προκαλεί υπερθέρμανση στο κυνήγι. Το χρώμα της χαίτης ποικίλει από ξανθό έως μαύρο, σκουραίνοντας εν γένει καθώς το λιοντάρι μεγαλώνει σε ηλικία.

Όταν το λιοντάρι αντιμετωπίζει άλλα ζώα, η χαίτη το κάνει να φαίνεται μεγαλύτερο.

Το βάρος των ενήλικων λιονταριών κυμαίνεται μεταξύ 150 και 250 κιλά για τα αρσενικά και 120-180 κιλά για τα θηλυκά. Κατά μέσο όρο τα αρσενικά ζυγίζουν 190 κιλά και τα θηλυκά 125 κιλά.[4] Ο Νόργουελ και ο Τζάκσον αναφέρουν μέσα βάρη 181 κιλά για αρσενικά και 126 για θηλυκά, ενώ ένα λιοντάρι που σκοτώθηκε κοντά στο Όρος Κένυα ζύγιζε 272 κιλά.[22] Το μέγεθος των λιονταριών τείνει να ποικίλει ανάλογα με το περιβάλλον και την περιοχή τους. με αποτέλεσμα μεγάλο εύρος στα καταγεγραμμένα βάρη. Για παράδειγμα, τα λιοντάρια στην Νότια Αφρική τείνουν εν γένει να είναι 5 τοις εκατό βαρύτερα από αυτά της Ανατολικής Αφρικής.[37]

Το μήκος του σώματος μαζί με το κεφάλι είναι 170-250 εκατοστά στα αρσενικά και 140-175 εκατοστά στα θηλυκά, το ύψος μέχρι τον ώμο είναι περίπου 123 εκατοστά στα αρσενικά και περίπου 107 στα θηλυκά. Το μήκος της ουράς κυμαίνεται μεταξύ 90–105 εκατοστά στα αρσενικά και 70–100 εκατοστά στα θηλυκά.[4] Το μακρύτερο γνωστό λιοντάρι ήταν ένα αρσενικό με μαύρη χαίτη που σκοτώθηκε κοντά στο Μούκσο, στη νότια Αγκόλα τον Οκτώβριο του 1973, ενώ το βαρύτερο ήταν ένα ανθρωποφάγο λιοντάρι που σκοτώθηκε το 1936 έξω από το Hectorspruit στο ανατολικό Τρανσβαάλ, στη Νότια Αφρική και ζύγιζε 313 κιλά.[38] Τα λιοντάρια στην αιχμαλωσία τείνουν να είναι μεγαλύτερα από αυτά σε άγρια κατάσταση, το βαρύτερο λιοντάρι που έχει καταγραφεί ήταν ένα αρσενικό στον ζωολογικό κήπο του Κόλτσεστερ στην Αγγλία το 1970, ονόματι Σίμπα, που ζύγιζε 375 κιλά.[39]

Το πλέον ευδιάκριτο χαρακτηριστικό, κοινό και στα δύο φύλα είναι η φουντωτή απόληξη της ουράς. Σε κάποια λιοντάρια η φούντα περικλείει ένα σκληρό αγκάθι ή κεντρί μήκους περίπου 5 χιλιοστών, που σχηματίζεται από το τελικό τμήμα των οστών της ουράς που έχουν συνενωθεί. Το λιοντάρι είναι το μόνο αιλουροειδές με αυτό το χαρακτηριστικό, ενώ η λειτουργία του παραμένει άγνωστη. Η φούντα δεν υπάρχει κατά την γέννηση και αρχίζει σχηματίζεται 5½ μήνες μετά, ενώ είναι αναγνωρίσιμη στους 7 μήνες.[40]

[Επεξεργασία] Χαίτη

Θερμογραφική εικόνα λιονταριού που δείχνει την μονωτική λειτουργία της χαίτης

Η χαίτη του ενήλικου αρσενικού λιονταριού, μοναδική ανάμεσα στα αιλουροειδή, είναι το πιο διακριτό χαρακτηριστικό του είδους. Κάνει το αρσενικό να φαίνεται μεγαλύτερο, παρέχοντας του εξαιρετικά εκφοβιστική εμφάνιση. Αυτό το βοηθά στις αναμετρήσεις του με άλλα λιοντάρια αλλά και με τους κύριους ανταγωνιστές του στην Αφρική, την στικτή ύαινα..[41] Η παρουσία, η απουσία, το χρώμα και το μέγεθος της χαίτης σχετίζεται με τις γενετικές προϋποθέσεις, την σεξουαλική ωριμότητα και την παραγωγή τεστοστερόνης. Όσο πιο μεγάλη και σκούρα είναι χαίτη τόσο πιο υγιές είναι εν γένει το λιοντάρι. Η σεξουαλική επιλογή συντρόφων από την λέαινα ευνοεί τα αρσενικά με την πυκνότερη και σκουρότερη χαίτη.[42] Έρευνες στην Τανζανία υποδεικνύουν ότι το μήκος της χαίτης αποτελεί ένδειξη επιτυχίας σε ενδεχόμενη μάχη στις σχέσεις ανάμεσα στα αρσενικά. Τα άτομα μα σκούρες χαίτες ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια αναπαραγωγικής ζωής και υψηλότερο ποσοστό επιβίωσης στους απογόνους τους, παρόλο που υποφέρουν τους πιο ζεστούς μήνες του χρόνου.[43] Σε αγέλες που έχουν δύο ή τρία αρσενικά, είναι πιθανό οι λέαινες να επιδιώξουν να ζευγαρώσουν με το αρσενικό που έχει την μεγαλύτερη χαίτη..[42]

Ένα λιοντάρι του Τσάβο χωρίς χαίτη, το οποίο έχει επίσης λιγότερο τρίχωμα στο σώμα, στο Τσάβο, Ανατολικό Εθνικό Πάρκο, Κένυα
Ποικιλία της χαίτης στα λιοντάρια της ανατολικής Αφρικής

Οι επιστήμονες κάποτε πίστευαν ότι η υπόσταση κάποιων υποειδών μπορούσε να καθοριστεί από την μορφολογία, συμπεριλαμβανομένου του μεγέθους της χαίτης. Η μορφολογία χρησιμοποιήθηκε για την αναγνώριση υποειδών όπως το βερβερικό λιοντάρι και το λιοντάρι του Αρκωτηρίου. Εντούτοις η έρευνα έχει δείξει ότι περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν το χρώμα και το μέγεθος της χαίτης, όπως η θερμοκρασία.[18][44][43] Η χαμηλότερη θερμοκρασία περιβάλλοντος για παράδειγμα στους ευρωπαϊκούς και νοτιοαμερικανικούς ζωολογικούς κήπους ενδέχεται να προκαλέσουν μεγαλύτερη χαίτη. Έτσι η χαίτη δεν αποτελεί αναγνωριστικό κριτήριο για τα υποείδη. Τα αρσενικά του ασιατικού υποείδους εντούτοις, χαρακτηρίζονται από αραιότερες χαίτες από αυτές του μέσου αφρικανικού λιονταριού.[45]

Λιοντάρια χωρίς χαίτη έχουν αναφερθεί στη Σενεγάλη και το Ανατολικό Εθνικό Πάρκο του Τσάβο στην Κένυα, και επίσης το αρχικό λευκό αρσενικό λιοντάρι από το Τιμμπαβάτι ήταν χωρίς χαίτη. Τα ευνουχισμένα λιοντάρια έχουν ελάχιστη χαίτη. Έλλειψη χαίτης παρατηρείται μερικές φορές και σε ενδογαμικούς πληθυσμούς λιονταριών, η ενδογαμικότητα έχει αποτέλεσμα εκτός από αυτό και χαμηλή γονιμότητα.[46]

Λέαινα με εμφανές το πτίλωμα που συχνά οδηγεί στην εσφαλμένη εντύπωση ότι είναι αρσενικό.

Πολλές λέαινες έχουν τραχηλικό πτίλωμα το οποίο μπορεί να είναι ευδιάκριτο σε συγκεκριμένες στάσεις. Μερικές φορές εμφανίζεται σε γλυπτά και ζωγραφικές απεικονίσεις, ειδικά σε αρχαία έργα τέχνης, και παρερμηνεύεται ως χαίτη αρσενικού. Διαφέρει από την χαίτη στο ότι βρίσκεται στην γραμμή του σαγονιού κάτω από τα αυτιά, με λιγότερο τρίχωμα, και συχνά μη εμφανές, ενώ η χαίτη εκτείνεται από τα αυτιά των αρσενικών επικαλύπτοντας συχνά όλο το περίγραμμα.

Σπηλαιογραφίες που απεικονίζουν το εξαφανισμένο λιοντάρι των σπηλαίων δείχνουν ζώα σαφώς χωρίς χαίτη, ή με ελάχιστη, υποδεικνύοντας ότι δεν είχαν.[26].

[Επεξεργασία] Λευκά λιοντάρια

Το χρώμα των λευκών λιονταριών οφείλεται σε ένα υποτελές γονίδιο, είναι σπάνια μορφή του υποείδους Panthera leo krugeri

Το λευκό λιοντάρι δεν είναι ξεχωριστό υποείδος, αλλά μία ειδική μορφή με την γενετική συνθήκη του λευκισμού,[17] η οποία προκαλεί πιο απαλό χρωματισμό, παρόμοιο με αυτόν της λευκής τίγρης. Η συνθήκη είναι παρόμοια με αυτή του μελανισμού που ευθύνεται για τους μαύρους πάνθηρες. Δεν είναι αλμπίνοι, καθώς έχουν κανονική φυσική χρωμάτωση στα μάτια και στο δέρμα. Λευκά λιοντάρια του Τρανσβαάλ (Panthera leo krugeri) έχουν βρεθεί συχνά στο Εθνικό Πάρκο Κρούγκερ και γύρω από αυτό καθώς και στο γειτονικό Ιδιωτικό Καταφύγιο Θηραμάτων Τιμμπαβάτι στην ανατολική Νότια Αφρική, αλλά συχνότερα βρίσκονται στην αιχμαλωσία, όπου οι εκτροφείς τους τα επιλέγουν εκούσια. Το ασυνήθιστο χρώμα τους οφείλεται σε ένα υποτελές γονίδιο (recessive gene).[47]

Η επιβεβαίωση της ύπαρξης των λευκών λιονταριών ήρθε στα τέλη του εικοστού αιώνα. Εκατοντάδες χρόνια πρωτύτερα το λευκό λιοντάρι θεωρούνταν μύθος της Νότιας Αφρικής, ενώ το λευκό τρίχωμα θεωρούνταν ότι αναπαριστούσε την καλοσύνη σε όλα τα όντα. Αναφορές για λευκά λιοντάρια υπάρχουν από τις αρχές του 1900, και συνέχισαν μέχρι το 1975 οπότε βρέθηκε μία γέννα λευκών λιονταριών στο Καταφύγιο Θηραμάτων του.[48]Τιμμπαβάτι

[Επεξεργασία] Παραπομπές

  1. Wilson, D. E., and Reeder, D. M. (eds), ed (2005). Mammal Species of the World (3rd edition ed.). Johns Hopkins University Press. ISBN 0-801-88221-4. http://www.bucknell.edu/msw3/browse.asp?id=14000228.
  2. Bauer, H., Nowell, K. & Packer, C. (2008). Panthera leo. 2008 IUCN Red List of Threatened Species. IUCN 2008. Ανακτήθηκε 9 Οκτωβρίου 2008.
  3. 3,0 3,1 Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae :secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis., 10th (στα Λατινικά), Holmiae (Laurentii Salvii), 41. Ανακτήθηκε στις 2008-09-08.
  4. 4,0 4,1 4,2 Nowak, Ronald M. (1999). Walker's Mammals of the World. Baltimore: Johns Hopkins University Press. ISBN 0-8018-5789-9.
  5. Smuts, G.L. (1982). Lion. Johannesburg: Macmillian South Africa (Publishers)(Pty.) Ltd.. ISBN 0-86954-122-6, 231.
  6. Nowell & Bauer (2004). Panthera leo. 2006. IUCN Red List of Threatened Species. IUCN 2006. www.iucnredlist.org. Ανακτήθηκε 11 Μαΐου 2006. Database entry includes a lengthy justification of why this species is vulnerable.
  7. Simpson DP (1979). Cassell's Latin Dictionary, 5th, London: Cassell Ltd.. ISBN 0-304-52257-0, 883.
  8. Simpson, J., Weiner, E. (eds), ed. (1989), "Lion", Oxford English Dictionary (2nd edition ed.), Oxford: Clarendon Press, ISBN 0-19-861186-2 
  9. yourdictionary.com (αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο 2007-08-26). Όπως και σε άλλα αρχάια συστήματα γραφής, τα αρχαία αιγυπτιακά γράφονταν μόνο με σύμφωνα. Δεν γίνονταν διάκριση ανάμεσα στο 'l' και το 'r'.
  10. "Panther". Online Etymology Dictionary. Douglas Harper (ανακτήθηκε 2007-07-05 )
  11. Werdelin, Lars, Lewis, Margaret E. (June 2005). "Plio-Pleistocene Carnivora of eastern Africa: species richness and turnover patterns". Zoological Journal of the Linnean Society 144 (2): 121–144. DOI:10.1111/j.1096-3642.2005.00165.x. Ανακτήθηκε στις 2007-07-08.
  12. Yu, Li, Ya-ping Zhang (May 2003). "Phylogenetic studies of pantherine cats (Felidae) based on multiple genes, with novel application of nuclear β-fibrinogen intron 7 to carnivores". Molecular Phylogenetics and Evolution 35 (2): 483–495. DOI:10.1016/j.ympev.2005.01.017.
  13. Yamaguchi, Nobuyuki, Alan Cooper, Lars Werdelin and David W. Macdonald (August 2004). "Evolution of the mane and group-living in the lion (Panthera leo): a review". Journal of Zoology 263 (4): 329–342. DOI:10.1017/S0952836904005242.
  14. Turner, Allen (1997). The big cats and their fossil relatives : an illustrated guide to their evolution and natural history. New York: Columbia University Press. ISBN 0-231-10229-1.
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 15,4 15,5 Burger, Joachim et al. (March 2004). "Molecular phylogeny of the extinct cave lion Panthera leo spelaea" (PDF). Molecular Phylogenetics and Evolution 30 (3): 841–849. DOI:10.1016/j.ympev.2003.07.020. Ανακτήθηκε στις 2007-09-20.
  16. Barbary Lion - Panthera leo leo - Largest Lion Subspecies Retrieved on 19 September 2007
  17. 17,0 17,1 Grisham, Jack (2001), "Lion", in Catherine E. Bell, Encyclopedia of the World's Zoos, vol. Volume 2: G–P, Chofago: Fitzroy Dearborn, pp. 733–739, ISBN1-57958-174-9 
  18. 18,0 18,1 18,2 18,3 Barnett, Ross, Nobuyuki Yamaguchi, Ian Barnes and Alan Cooper (August 2006). "Lost populations and preserving genetic diversity in the lion Panthera leo: Implications for its ex situ conservation". Conservation Genetics 7 (4): 507–514. DOI:10.1007/s10592-005-9062-0.
  19. Barnett, Ross, Nobuyuki Yamaguchi, Ian Barnes and Alan Cooper (2006). "The origin, current diversity and future conservation of the modern lion (Panthera leo)" (PDF). Proceedings of the Royal Society B: Biological Sciences 273 (1598): 2119–2125. DOI:10.1098/rspb.2006.3555. Ανακτήθηκε στις 2007-09-04.
  20. Dubach, Jean, et al (January 2005). "Molecular genetic variation across the southern and eastern geographic ranges of the African lion, Panthera leo". Conservation Genetics 6 (1): 15–24. DOI:10.1007/s10592-004-7729-6.
  21. Wildlife Conservation Trust of India (2006). Asiatic Lion - History. Asiatic Lion Information Centre. Wildlife Conservation Trust of India (ανακτήθηκε 2007-09-15 )
  22. 22,0 22,1 Nowell K, Jackson P (1996). “Panthera Leo”, [http://carnivoractionplans1.free.fr/wildcats.pdf Wild Cats: Status Survey and Conservation Action Plan] (PDF), Gland, Switzerland: IUCN/SSC Cat Specialist Group. ISBN 2-8317-0045-0, 17–21.
  23. Martin, P.S. (1984). Quaternary Extinctions. Tucson, Arizona: University of Arizona Press. ISBN 0-8165-1100-4.
  24. Ernst Probst: Deutschland in der Urzeit. Orbis Verlag, 1999. ISBN 3-572-01057-8
  25. Packer, Craig, Jean Clottes (November 2000). "When Lions Ruled France" (PDF). Natural History: 52–57. Ανακτήθηκε στις 2007-08-27.
  26. 26,0 26,1 (Γερμανικά) Koenigswald, Wighart von (2002). Lebendige Eiszeit: Klima und Tierwelt im Wandel. Stuttgart: Theiss. ISBN 3-8062-1734-3.
  27. Baryshnikov, G.F., G. Boeskorov (2001). "The Pleistocene cave lion, Panthera spelaea (Carnivora, Felidae) from Yakutia, Russia". Cranium 18 (1): 7–24.
  28. Kelum Manamendra-Arachchi, Rohan Pethiyagoda, Rajith Dissanayake, Madhava Meegaskumbura (2005). "A second extinct big cat from the late Quaternary of Sri Lanka." (PDF). The Raffles Bulletin of Zoology Supplement 12: 423–434. Ανακτήθηκε στις 2007-07-31.
  29. Harington, CR (1969). "Pleistocene remains of the lion-like cat (Panthera atrox) from the Yukon Territory and northern Alaska". Canadian Journal Earth Sciences 6 (5): 1277–1288.
  30. Shuker, Karl P.N. (1989). Mystery Cats of the World. Robert Hale. ISBN 0-7090-3706-6.
  31. Guggisberg, C. A. W. (1975). Wild Cats of the World. New York: Taplinger Publishing. ISBN 0-8008-8324-1.
  32. Doi H, Reynolds B (1967). The Story of Leopons. New York: Putnam.
  33. 33,0 33,1 Markel, Scott; Darryl León (2003). Sequence Analysis in a Nutshell: a guide to common tools and databases. Sebastopol, California: O'Reily. ISBN 0-596-00494-X.
  34. tigon - Encyclopædia Britannica Article (ανακτήθηκε 12 September 2007 )
  35. Lion. Honolulu Zoo (ανακτήθηκε 2007-07-12 )
  36. V.G Heptner & A.A. Sludskii (1992). Mammals of the Soviet Union, Volume II, Part 2. Leiden u.a.: Brill. ISBN 9004088768.
  37. Scott, Jonathon; Scott, Angela. (2002) Big Cat Diary: Lion, p. 80
  38. Wood, The Guinness Book of Animal Facts and Feats. Sterling Pub Co Inc (1983), ISBN 978-0851122359
  39. Jungle Photos Africa Animals mammals - lion natural history Wood, G. 1983. The Guinness book of animal facts and feats. Sterling Pub. Co. Inc. 3rd. edition. 256 pp.
  40. Schaller, p. 28
  41. Trivedi, Bijal P. (2005). Are Maneless Tsavo Lions Prone to Male Pattern Baldness?. National Geographic (ανακτήθηκε 2007-07-07 )
  42. 42,0 42,1 Trivedi, Bijal P. (22 August 2002). Female Lions Prefer Dark-Maned Males, Study Finds. National Geographic News. National Geographic (ανακτήθηκε 2007-09-01 )
  43. 43,0 43,1 West, Peyton M., Craig Parker (August 2002). "Sexual Selection, Temperature, and the Lion's Mane". Science 297 (5585): 1339–1343. DOI:10.1126/science.1073257.
  44. Yamaguchi, Nobuyuki, B. Haddane (2002). "The North African Barbary lion and the Atlas Lion Project". International Zoo News 49: 465–481.
  45. Menon, Vivek (2003). A Field Guide to Indian Mammals. Delhi: Dorling Kindersley India. ISBN 0-14-302998-3.
  46. Trivedi, Bijal P. (12 June 2002). To Boost Gene Pool, Lions Artificially Inseminated. National Geographic News. National Geographic (ανακτήθηκε 2007-09-20 )
  47. McBride, Chris (1977). The White Lions of Timbavati. Johannesburg: E. Stanton. ISBN 0-949997-32-3.
  48. The rare white lions Retrieved on 20 September 2007.

[Επεξεργασία] Αναφορές

  • Baratay, Eric; Elisabeth Hardouin-Fugier (2002). Zoo : a history of zoological gardens in the West. London: Reaktion Books. ISBN 1861891113.
  • Blunt, Wilfred (1975). The Ark in the Park: The Zoo in the Nineteenth Century. London: Hamish Hamilton. ISBN 0241893313.
  • de Courcy, Catherine (1995). The Zoo Story. Ringwood, Victoria: Penguin Books. ISBN 0140239197.
  • Schaller, George B. (1972). The Serengeti lion: A study of predator-prey relations. Chicago: University of Chicago Press. ISBN 0226736393.

[Επεξεργασία] Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Commons logo
Τα Κοινά έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikispecies logo
Τα Wikispecies έχουν πληροφορίες για το θέμα:
Wikipedia-logo.png Το άρθρο βασίστηκε αρχικά στο άρθρο lion της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Άλλες γλώσσες