Επιστολή Ιούδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Επιστολή Ιούδα είναι μία από τις επτά Καθολικές επιστολές της Καινής Διαθήκης.

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και ήθελε να γράψει για την κοινή σωτηρία προς τους παραλήπτες του, τελικά επέσπευσε την συγγραφή της επιστολής λόγω της εμφάνισης στους κόλπους τους αιρετικών αντινομιστών και αμφισβητιών του προσώπου του Ιησού. Η τιμωρία τους θα είναι σκληρή όπως των Ισραηλιτών που αποστάτησαν κατά την πορεία τους στην έρημο, μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο, όπως των αποστατών αγγέλων και όπως στα Σόδομα και Γόμορα. Στη συνέχεια δίνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τους: υιοθετούν σαρκικές αμαρτίες, βλασφημούν τα θεία, επιδίδονται σε ακολασίες. Παρομοιάζονται με τον ψευδοπροφήτη Βαλαάμ, τον Κάιν και τον Κόρε. Ακολουθούν προειδοποιήσεις και νουθεσίες: απέναντι στους αιρετικούς πρέπει να τηρούν μεταξύ τους την αγάπη, να οικοδομούν ο ένας τον άλλο με την ορθή πίστη, να προσεύχονται. Η επιστολή κλείνει με δοξολογία του Θεού. Σημαντικότερο ίσως έργο περί της Επιστολής Ιούδα είναι το φερόμενο ως του Στέργιου Σάκκου 524 σελίδων Υπόμνημά του στην Επιστολή, όπου αυτή υπομνηματίζεται εισαγωγικώς, κριτικώς, ερμηνευτικώς και θεολογικώς, εκδίδεται δε από 13 μεγαλογράμματους (μεταξύ των οποίων και δύο παπύρινους) και 96 μικρογράμματους κώδικες.[1] , ενώ λαμβάνεται υπόψιν και η έμμεση παράδοση (82 εκκλησιαστικοί συγγραφείς ήτοι 54 Έλληνες, 26 Λατίνοι και 2 Σύροι) καθώς και 11 αρχαίες μεταφράσεις (2 λατινικές, 3 κοπτικές, 2 συριακές, αρμενική, αιθιοπική, σλαβονική και αραβική)[2] Στο έργο υποστηρίζεται με ισχυρή αποδεικτική η γνησιότητα της Επιστολής, η χρονική προτεραιότητα της Β'Πέτρου, η μη εξάρτησή της από τα απόκρυφα, ως παραλήπτες θεωρούνται οι χριστιανοί των εκκλησιών της Μ. Ασίας, και αποκρούονται οι αντίθετες απόψεις νεωτέρων μελετητών.

Συγγραφέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την ίδια την επιστολή, συγγραφέας της είναι ο ‘’Ιούδας Ιησού Χριστού δούλος, αδελφός Ιακώβου’’. Έτσι αυτοπαρουσιάζεται, κι αυτό γεννά πιο πολύ το ερωτηματικό γιατί να μην επικαλεστεί άμεσα την αδελφική σχέση του με τον Ιησού αλλά επιλέγει να αυτοπροσδιοριστεί ως αδελφός του Ιακώβου, μιας σημαντικής ηγετικής προσωπικότητας της αρχέγονης Εκκλησίας.[3] Πρόκειται – σύμφωνα λοιπόν και με την εσωτερική μαρτυρία της – για τον αδελφόθεο Ιούδα, γνωστό από τους καταλόγους των αδελφών του Ιησού, χωρίς άλλη ιδιαίτερη μνεία γι’ αυτό το πρόσωπο στην Καινή Διαθήκη. Θεωρείται γιος του μνήστωρος Ιωσήφ ἀπό προηγούμενη γυναίκα. Είναι πρόσωπο διάφορο του μαθητή του Χριστού, Ιούδα του Λεββαίου ή Θαδδαίου, παρ΄όλο που στην Δύση ο αδελφόθεος Ιούδας ταυτίστηκε με αυτόν [4]

Όμως νεώτεροι ερευνητές επικαλούμενοι εσωτερικά δεδομένα της επιστολής, όπως στοιχεία αντινομιστικού γνωστικισμού, η επίκληση των αποστολικών διδασκαλιών σαν κάτι που ανήκει στο απώτατο παρελθόν (στιχ.17) και η παράθεση κλασικών ελληνικών εκφράσεων και δεκατεσσάρων άλλων που μόνο σε αυτήν παρατίθενται, θεμελιώνουν την άποψη πως έχει γραφτεί από κάποιον άγνωστο ιουδαιοχριστιανό[5] συγγραφέα, ή πάλι οι ίδιοι αυτοί λόγοι – και κυρίως τα άψογα ελληνικά της επιστολής και τα δεκατέσσερα γλωσσικά μοναδικά μέσα σε όλη την Καινή Διαθήκη – θεμελιώνουν την άποψη να μην έχει γραφτεί από ιουδαιοχριστιανό, αλλά από ελληνόφωνο[6] και η επίκληση του ονόματος του Ιούδα, στην αρχή της επιστολής, επιδιώκει το να της προσδώσει κύρος. Τέλος, η χρήση στοιχείων από την απόκρυφη αποκαλυπτική ιουδαϊκή γραμματεία είναι ένα στοιχείο που κλονίζει τη γνησιότητά της.[7]

Η απάντηση σε όλα αυτά είναι πως ο Ιούδας μπορεί να ζούσε και μέχρι τον ύστερο 1ο αιώνα μ.Χ και τις αρχές του 2ου. Ως προς τη γλώσσα της επιστολής δεν απουσιάζουν οι σημιτισμοί και τα δόκιμα ελληνικά της δεν αποκλείεται να οφείλονται σε κάποιον ελληνιστή γραμματέα που μπορεί να χρησιμοποίησε ο συγγραφέας της που του την υπαγόρευσε. Το ότι μιλά έτσι όπως μιλά για τους αποστόλους, σαν κάτι παρελθοντικό, δεν μειώνει το σεβασμό που τρέφει προς το πρόσωπό τους.[6] Ο αντινομικός γνωστικισμός δεν απουσιάζει και στον ύστερο 1ο αιώνα σε μορφή προδρομική και αναποκρυστάλωτη, ενώ η χρήση απόκρυφων ιουδαϊκών έργων από την Ιούδα είναι κάτι όχι άσχετο με την ανάγνωση τέτοιων έργων μέσα στις χριστιανικές κοινότητες για λόγους κατήχησης.[8]

Σ

Τόπος συγγραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν είναι εύκολο να εντοπίσουμε τον τόπο συγγραφής της. Αν δεχθούμε πως είναι ο Ιούδας καθώς και τις πληροφορίες του Παύλου στην Α' Επιστολή προς Κορινθίους, ότι έδρασε στην Παλαιστίνη, μπορούμε να εικάσουμε με μεγάλη πιθανότητα ότι γράφτηκε από την ευρύτερη περιοχή. Άλλη εκδοχή είναι η Αντιόχεια της Συρίας όπου ζούσε μικτή χριστιανική κοινότητα στην οποία μπορούσαν να εμφανιστούν οι αιρετικές ομάδες που αποκρούει ο συντάκτης με την επιστολή του. Το ζήτημα του τόπου εξακολουθεί να είναι εκκρεμές.[9] Ως τόπος συγγραφής έχει προταθεί και η Βαβυλών της Αιγύπτου, διάφορη της γνωστής Βαβυλώνος της Μεσοποταμίας, καταφύγιο των Χριστιανών μετά τον φόνο του Ιακώβου, αδελφού του Ιούδα, περί το 62 μ.Χ., τον οποίο πιθανότατα ακολούθησαν διωγμοί των Ιουδαίων κατά των Χριστιανών. [10]

Χρόνος συγγραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απόψεις ποικίλουν κι αυτό είναι συνάρτηση διαφόρων εσωτερικών και εξωτερικών παραμέτρων του κειμένου. Έτσι έχουμε: α) Μεταξύ 70 και 100 μ.Χ. ή μεταξύ 66 καὶ 69 μ.Χ.[11] και κυρίως μετά το 70 μ.Χ. επειδή δεν αναφέρεται στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ η οποία έλαβε χώρα εκείνη την χρονιά. Αλλά και γύρω στα 90 μ.Χ. αφού η Σύνοδος της Ιάμνειας απέκλεισε τα ιουδαϊκά απόκρυφα τα οποία ο συντάκτης της χρησιμοποιεί.[12] β) Συνάρτηση του χρόνου συγγραφής της είναι και οι αναφορές σε αυτήν-σύμφωνα με νεώτερους ερευνητές-του αντινομιστικού γνωστικισμού που αποκρυσταλλώνεται κατά κύριο λόγο τον 2ο αιώνα μ.Χ., η μνεία στις αποστολικές διδασκαλίες σαν κάτι που ανήκει στο απώτατο παρελθόν (στιχ.17). Έτσι άλλοι την τοποθετούν στον 2ο αιώνα μ.Χ.

Η σχέση της επιστολής Ιούδα με την Β’ επιστολή Πέτρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει τεθεί ζήτημα, από την καινοδιαθηκική έρευνα, σχέσεως των δύο αυτών επιστολών, σχέσεως που εντοπίζεται κυρίως μεταξύ του δεύτερου κεφαλαίου της Β’ Πέτρου όπου καταπολεμούνται αιρετικοί και της επιστολής του Ιούδα, σχέση τόσο στενή μέχρις γλωσσικής εξαρτήσεως.[13] Η κοινότητα αυτή περιεχομένου έχει ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους: α) Ο συντάκτης της επιστολής Ιούδα αντέγραψε την Β΄ Πέτρου. β) Ο συντάκτης της Β΄ Πέτρου αντέγραψε την Ιούδα, διότι έχουν μεταξύ τους διαφορές ακόμα και στο αντιγραμμένο τμήμα της Ιούδα από την Β΄ Πέτρου. 1) Ο δεύτερος βάζει στη σωστή χρονική σειρά τις τιμωρίες των ασεβών του Παλαιοδιαθηκικού παρελθόντος, 2) αποσιωπά τις αναφορές στα απόκρυφα ιουδαϊκά κείμενα, ενώ 3) απαλύνει τις τραχιές ιουδαίκές εκφράσεις της αφού απευθύνεται σε εξ Εθνών αναγνώστες.[14] Ακόμα είναι πιο φυσικό μια μεγαλύτερη σε έκταση επιστολή να προϋποθέτει μια μικρότερη, ενώ ένας απόστολος του κύρους του Πέτρου δεν θα μπορούσε να εξαρτάται μέχρις κεραίας από την Ιούδα.[15] γ) Η τρίτη άποψη είναι πως και οι δύο αντλούν από κοινή πηγή.[9]

Παραλήπτες της επιστολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι άγνωστο ακριβώς ποιοι είναι οι παραλήπτες. Εικάζεται πως είναι ή Παλαιστίνιοι αναγνώστες ή χριστιανοί της Συρίας.[16] Επειδή δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση των παραληπτών, τους προσφωνεί γενικώς ‘’οι εν Θεώ πατρί αγαπημένοι’’, παραθέτει στοιχεία από την Παλαιά Διαθήκη και την απόκρυφη Ιουδαϊκή γραμματεία, κάτι που υποδηλώνει εξοικείωση των παραληπτών με τα κείμενα αυτά. Επίσης καταπολεμά αιρετικές διδασκαλίες διαδεδομένες μεταξύ των εθνικών χριστιανών. Όλα τα παραπάνω δείχνουν πως είναι καθολική επιστολή και απευθύνεται και στις δύο ομάδες παραληπτών.[17] Κατ΄άλλους παραλήπτες της Επιστολής ήταν οι Χριστιανοί της Μ. Ασίας, οι οποίοι μετά τον θάνατο του Παύλου, που στις τελευταίες του Επιστολές μάχεται τους αιρετικούς της Μ. Ασίας, ή λίγο πριν από αυτόν, κατά την οριστική του και τελευταία του φυλάκιση, δέχθηκαν διά του συνεργάτη του Σιλουανού την Α'Πέτρου (5,12) και ύστερα την Β'. Μετά τον θάνατο του Πέτρου ακολούθησε η Επιστολή του Ιούδα. Ο Πέτρος είχε προβλέψει τον επικείμενο θάνατό του και στην δεύτερη επιστολή του, που υπόσχεται υπόμνηση της διδασκαλίας του μετά τόν θάνατό του (1,14-15) ουσιαστικά προεξαγγέλει την Επιστολή του Ιούδα, η οποία είναι και υπόμνηση της διδασκαλίας που υπάρχει στην δεύτερη επιστολή του Πέτρου [18]

Η ταυτότητα των καταπολεμούμενων αιρετικών της επιστολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρουσιάζονται μέσα στην επιστολή ως αρνητές του προσώπου του Ιησού Χριστού και ως επιδιδόμενοι σε διάφορες ασέλγειες μιαρές του σώματος. Επίσης περιπίπτουν σε εκτάσεις και βλασφημούν τους φύλακες αγγέλους. Αυτοί κινούνται και δρουν μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας.[19] Η ταυτοποίησή τους δεν είναι εύκολη κι έτσι κάποιοι μιλούν για γνωστικούς Καρποκρατιανούς ή ΟφίτεςΚαϊνίτες) ή και Νικολαΐτες.[20] ενώ άλλοι για ελευθεριάζοντες ψευδοδιδασκάλους. Πιο πιθανό είναι να είναι κάποιοι πρόδρομοι του γνωστικισμού του 2ου αιώνα οι οποίοι παραποιούν την Παύλεια διδασκαλία περί ελευθερίας από τον Ιουδαϊκό Νόμο, ζώντας με τρόπο ηθικά καταδικαστέο.[21] Ο συντάκτης της επιστολής δεν προβαίνει σε μία συστηματική ανασκευή των θέσεών τους αλλά στιγματίζει την ηθική τους. Θα έχουν την τύχη των του Κάιν, του Κορέ και του Βαλαάμ. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι πρόκειται για τους αιρετικούς της Μ. Ασίας, τους οποίους καταπολεμά ο Παύλος στις τελευταίες του Επιστολές και ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη, μετά τον θάνατο του Ιούδα[22]

Η εκκλησιαστική παράδοση για την επιστολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχαιότερη μαρτυρία της επιστολής πρέπει να θεωρηθεί η Β΄ επιστολή Πέτρου, αν την θεωρήσουμε ως μεταγενέστερη της επιστολής Ιούδα. Μνημονεύεται από τον Μουρατόριο κανόνα, τον Κλήμη Αλεξανδρείας ο οποίος είχε συντάξει υπόμνημα σε αυτήν, τον Τερτυλλιανό, ενώ οι Ωριγένης και Ιερώνυμος αναφέρονται στις επιφυλάξεις που υπήρχαν στην εποχή τους περί την επιστολή επειδή χρησιμοποιούσε βιβλία της απόκρυφης ιουδαϊκής γραμματείας όπως το βιβλίο Ενώχ. Ο Ευσέβιος Καισαρείας την κατατάσσει στα αντιλεγόμενα έργα. Αγνοείται από την Πεσίτα επίσης.[23] Ωστόσο έχει υποστηριχθεί ότι ο αποκρυφογράφος του αποκρύφου του Ενώχ αντλεί από τον Ιούδα [24]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σάκκος, σελ. 199.
  2. Σάκκος, σελ.196-198.
  3. Καραβιδόπουλος, σελ. 439.
  4. Σάκκος, σελ. 67-85.
  5. Καραβιδόπουλος, σελίδες 439–440.
  6. 6,0 6,1 Παναγόπουλος, σελ. 393.
  7. Αγουρίδης, σελ. 400.
  8. Αγουρίδης, σελίδες 399–400.
  9. 9,0 9,1 Παναγόπουλος, σελ. 396.
  10. Σάκκος, σελ. 93-108.
  11. Σάκκος, σελ. 108.
  12. Παναγόπουλος, σελ. 396, Καραβιδόπουλος, σελ. 440.
  13. Καραβιδόπουλος, σελ. 368.
  14. Καραβιδόπουλος, σελ .440, Παναγόπουλος, σελ. 396, Αγουρίδης, σελ. 401.
  15. Αγουρίδης, σελίδες 374, 401.
  16. Αγουρίδης, σελ. 401.
  17. Παναγόπουλος
  18. Σάκκος, σελ. 100 και 429--432.
  19. Καραβιδόπουλος, σελ. 438, Παναγόπουλος, σελίδες 394–395.
  20. Παναγόπουλος, σελ. 395.
  21. Καραβιδόπουλος, σελ. 438.
  22. Σάκκος, σελ. 93-108.
  23. Αγουρίδης, σελ. 398, Καραβιδόπουλος, σελίδες 53, 441, Παναγόπουλος, σελ. 394.
  24. Σάκκος, σελ. 146-170 και 286-289.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
  • Αγουρίδης, Σάββας (1991). Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην. Αθήνα: εκδόσεις Γρηγόρης. σελ. 395–402. 
  • Καραβιδόπουλος, Ιωάννης (2004). Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη. Θεσσαλονίκη: Π.Πουρναράς. σελ. 437–441. ISBN 978-960-242-162-8. 
  • Παναγόπουλος, Ιωάννης (1994). Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη. Αθήνα: Ακρίτας. σελ. 391–398. 
  • Σάκκος, Στέργιος (1970). Υπόμνημα εις την Επιστολήν του Ιούδα, Θεσσαλονίκη. (σελ 9-524)