Θεοπνευστία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χριστιανισμός
σειρά λημμάτων
Χριστιανισμός
Πρότυπο: π  σ  ε
Ένας άγγελος εμπνέει τον ευαγγελιστή Ματθαίο πίνακας του Ρέμπραντ

Θεοπνευστία κυριολεκτικά σημαίνει «έμπνευση από τον Θεό». Για την Ορθόδοξη Εκκλησία «θεοπνευστία» ονομάζεται η ιδιότητα κάποιου λόγου ή κειμένου να περιέχει Θεία Αποκάλυψη.

Αρχαιότατες διακρίσεις στη Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάκριση των βιβλίων της Αγίας Γραφής σε Θεόπνευστα και μη Θεόπνευστα έχει ξεκινήσει πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού. Ήδη κατά τη ραββινική Ιουδαϊκή αντίληψη, επιχειρήθηκε να περιορισθούν τα Θεόπνευστα βιβλία της Αγίας Γραφής, μόνο στο χρονικό διάστημα μεταξύ του Μωυσέως και του βασιλιά των Περσών Αρταξέρξη του Α΄ του Μακρόχειρα (465 - 424 π.Χ.). (Πρβλ. Φλαβίου Ιωσήπου, "Περί αρχαιότητος Ιουδαίων, Κατά Απίωνος, Λόγ. Α΄, 8, στο: «Τα ευρισκόμενα» (έκδοση από G. Dindorfius), τόμ. Β΄, Parisiis 1929, σελ. 340-341. Πρβλ. και Μητροπ. Μύρων Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου - Εμμ. Φωτιάδου, «Έκθεσις περί των πηγών της θείας Αποκαλύψεως κατά την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν», Θεσσαλονίκη 1971, σελ. 9 και εξής). Μια τέτοια διάκριση όμως, έθετε φραγμό στη Θεοπνευστία προ και μετά από την εποχή εκείνη, και δεν έγινε σύμφωνα δεκτή από όλους (Πρβλ. Αθ. Χαστούπη, Εισαγωγή, σελ. 547).

Μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού έγινε από την Ορθόδοξη Εκκλησία σαφής διάκριση των βιβλίων της Αγίας Γραφής, σε διάφορες κατηγορίες, όπως προκύπτει από τους 6 κατοχυρωμένους κανόνες από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο. Οι διατυπώσεις των κανόνων αυτών είναι τόσο λεπτές και ακριβείς, που μας δίνουν τη δυνατότητα, όχι μόνο να εξιχνιάσουμε τις διάφορες «ποιότητες» των βιβλίων της Αγίας Γραφής, αλλά επίσης μας φανερώνουν την ακρίβεια με την οποία αντιμετώπιζαν ανέκαθεν οι Χριστιανοί τα διάφορα είδη βιβλίων της, παρά το ότι δεν είχε διατυπωθεί ακόμα σαφώς αυτή η διάκριση.

Για παράδειγμα, ο Οικουμενικά επικυρωμένος κδ΄/λβ΄ κανόνας της εν Καρθαγένη Συνόδου ορίζει: «Ομοίως ήρεσεν, ίνα εκτός των κανονικών Γραφών, μηδέν εν τη Εκκλησία αναγινώσκηται επ' ονόματι θείων Γραφών». Με βάση αυτά τα λόγια, είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε αυτή τη διάκριση βιβλίων της Αγίας Γραφής, ώστε να συμμορφωθούμε με τον κανόνα.

Η έγκριση των 6 αυτών κανόνων από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο έγινε με εκτενή έρευνα και μελέτη των υπαρχόντων κανόνων, όπως φαίνεται όχι μόνο από τις λεπτομερείς διατυπώσεις της Συνόδου για το θέμα του Κανόνος, αλλά επίσης από το ότι επικύρωσε τον Κανόνα Αμφιλοχίου Ικονίου, αλλά όχι τον κανόνα του Κυρίλλου Ιεροσολύμων, που ήταν άνδρας μεγαλύτερου κύρους στην Εκκλησία. Και ακόμα, διέταξε την αποβολή από τον Κανόνα της Αγίας Γραφής, του βιβλίου των Αποστολικών Διαταγών, το οποίο περιέχεται ως βιβλίο της Αγίας Γραφής στον πε΄ Αποστολικό Κανόνα, επειδή αυτό νοθεύθηκε από αιρετικούς. (Ράλλη - Ποτλή, τόμ. Β΄, σελ. 308).

Δεν έγινε η έρευνα αυτή της Συνόδου, μόνο στα πλαίσια της Συνόδου. Αλλά διατύπωσε και αποκρυστάλλωσε με τη Θεία επιστασία, την προ αυτής διάχυτη θέση της Εκκλησίας για τα ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκε.

Ο πε΄ Αποστολικός Κανόνας, ως αρχαιότερος που είναι, δεν μιλάει για «Θεία» ή για «Θεόπνευστα» βιβλία της Αγίας Γραφής, παρά μόνο για «σεβάσμια» και «άγια». Γιατί ακόμα τότε δεν είχαν επικρατήσει οι όροι αυτοί περί των βιβλίων της Αγίας Γραφής.

Η Θεολογική διατύπωση της διάκρισης Θείου και Θεοπνεύστου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η όλη διάκριση μεταξύ Θεόπνευστων και Θείων βιβλίων, ή μεταξύ Θεοπνευστίας και Θείας Επιστασίας, δεν είχε αναπτυχθεί και περιγραφεί θεωρητικά από τους Πατέρες της αρχαίας Εκκλησίας. Άλλωστε, γενικότερα οι Πατέρες «δεν αναπτύσσουν κάποια θεωρία για τη σχέση του θείου και του ανθρώπινου στις Γραφές» (Σάβ. Αγουρίδη: «Η έννοια της Θεοπνευστίας», εν «Βιβλικά Μελετήματα», τεύχ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1966, σελ. 7). Η διάκριση μεταξύ Θεοπνευστίας και Θείας Επιστασίας, διατυπώθηκε σαφώς κατά τους τελευταίους αιώνες από έγκριτους εκκλησιαστικούς άνδρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας (παράβαλλε Ευ. Αντωνιάδη: «Επί του προβλήματος της Θεοπνευστίας», σελ. 102), αλλά και από ξένους θεολόγους (παράβαλλε Παν. Τρεμπέλα, «Η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής», σελ. 39,40).

Παρά όμως το ότι ακόμα δεν είχε διατυπωθεί και αναπτυχθεί κάτι τέτοιο θεωρητικά, οι Πατέρες και οι Σύνοδοι (τοπικές και Οικουμενικές) της Εκκλησίας, χρησιμοποιούσαν στην πράξη τη διάκριση των δύο αυτών εννοιών. Αυτό καθίσταται σαφές σε όσους ασχολούνται με τη σύνδεση των 6 κανόνων που εγκρίθηκαν από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά φαίνεται και από το σύνολο των ιερών και θείων κανόνων, οι οποίοι παρεμπιπτόντως (αλλά επανειλημμένα) μιλούν ή αναφέρονται στα «θεία» και «θεόπνευστα» βιβλία της Αγίας Γραφής. (Τις πληροφορίες αυτές έχει συγκεντρώσει σε ιδιαίτερο τόμο ο Παν. Ι. Μπούμης δρ Θεολογίας Αναπληρωτής καθητητής του Πανεπιστημίου Αθηνών).

Η διάκριση μεταξύ «Θείων» και «Θεοπνεύστων» βιβλίων, όπως αυτή διατυπώνεται σαφώς σε πιο πρόσφατους αιώνες, φαίνεται από τις παρακάτω παρατηρήσεις του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη (1749-1809). Αυτός κάνοντας διάκριση μεταξύ Αγ. Γραφής και ιερών κανόνων, λέει ότι οι τελευταίοι έχουν γραφτεί «κατ' επιστασίαν Θεού, ου κατ' έμπνευσιν. Δι' ό ουδέ θεόπνευστοι Γραφαί αυτοί ονομάζονται». Ονομάζονται όμως «Θείοι». Και πιο κάτω λέει: «διακρίνουσι οι Θεολόγοι» μεταξύ Αποκαλύψεως, Εμπνεύσεως και φωτισμού, δηλαδή ελλάμψεως και επιστασίας, δια της οποίας διαφυλάττεται ο γράφων «από κάθε απάτην ή σφάλμα». Προσθέτει μάλιστα, ότι και παλαιότεροι εκκλησιαστικοί άνδρες «λέγουσιν ότι τα μεν μυστηριώδη και κυριώτερα των Γραφών και εξ εμπνεύσεως του Πνεύματος εχαράχθησαν, τα δε ιστορικά με επιστασίαν αυτού μόνην» («Πηδάλιον», σελ. 112, 113 υποσημείωση).

Ο Άγιος Νικόδημος λέει για τη διαφορά αυτή στο ίδιο μέρος: «η διαφορά οπού είναι ανάμεσα εις τας δύω δόξας αυτάς, ολίγη είναι και παραμικρά. και αι δύω γαρ δόξαι τας κυριότερα της Γραφής φρονούσιν, ότι υπό Πνεύματος ενεπνεύσθησαν και υπηγορεύθησαν, και ότι παρόν εις τους ιερούς συγγραφείς το Πνεύμα, δεν αφήκεν αυτούς εις κανένα να πλανηθούν. Ώστε πάντα τα εν ταις Θείαις Γραφαίς εν τε δόγμασι, και ιστορίαις, και χρονολογίαις, ρήματα Θεού είναι».

Η διαφορά αυτή όμως, όσο μικρή κι αν είναι, πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν, όταν ασχολούμαστε με τους κανόνες της Αγίας Γραφής και τις ακριβέστατες διατυπώσεις τους, ώστε να επιτυγχάνεται η ορθή ερμηνεία (ανάλυση) και η εναρμόνισή (αρμονική σύνθεσή) τους. Γιατί «ου μικρόν εν βίω το παρά μικρόν» (Καν. α΄ Διονυσίου Αλεξανδρείας. Ράλλη - Ποτλή, τόμ. Δ΄, σελ. 4).

Επί του ζητήματος αυτού, ο Ευ. Αντωνιάδης λέει: «Υφίσταται προδήλως μεταξύ των εννοιών τούτων και διαφορά τις ουσίας, επειδή η πρώτη φέρνει θετικώτερον τινα χαρακτήρα, ως συμπεριλαμβάνουσα εν εαυτή και την έννοιαν της παροχής νέων αληθειών και πρωτοτύπων, η δε του αγίου Πνεύματος επιστασία παριστά απλώς αρνητικόν τινα χαρακτήρα, καθ' ον τούτο προφυλάττει απλώς τους ιερούς της Εκκλησίας άνδρας μακράν πάσης πλάνης» («Επί του προβλήματος της Θεοπνευστίας» σελ. 151).

Τις διακρίσεις αυτές Θεοπνευστίας και Θειότητας (Θείας Επιστασίας), ο άγιος Νικόδημος πιθανότατα και αυτός παρέλαβε από τον Ευγένιο Βούλγαρη (1716-1806). (Παράβαλλε Ευγενίου του Βουλγάρεως, «Θεολογικόν» (υπό Αρχιμανδρίτη Αγ. Λοντόπουλου), Βενετία 1872, σελ. 23 και εξής. Παράβαλλε και Ευ. Αντωνιάδη «Επί του προβλήματος της θεοπνευστίας της Αγ. Γραφής», στο ΕΕΘΣΠΑ, τόμ. Δ΄ 1937-1938, σελ. 102).

Αυτή τη διάκριση, υιοθετούν και νεώτεροι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως οι Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων (Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, «Περί των Ο' Ερμηνευτών της Παλαιάς θείας Γραφής», τόμ. Δ΄, Αθήνες 1849, σελ. 59-60), Κων. Κοντογόνης (πρβλ. Κων. Κοντογόνου, «Εισαγωγή εις την Αγίαν Γραφήν και στοιχεία ερμηνευτικής της Αγίας Γραφής», Αθήνα 1859, σελ. 8-9), Αλέξανδρος Λυκούργος (στο «Ιερομνήμων», έτους 1859-61, υπό το άρθρο «Βιβλιοκρισία», σελ. 302 και εξής), Ζήκος Ρώσης (Ζήκου Ρώση, «Σύστημα Δογματικής της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», Αθήνα 1903, σελ. 470), Χρ. Ανδρούτσος (Χρ. Ανδρούτσου, «Συμβολική εξ επόψεως Ορθοδόξου», Έκδ. Β΄, Αθήνα 1930, σελ. 136. Παράβαλλε του ιδίου «Δογματική», σελ. 4), Δημ. Μπαλάνος (Δημ. Σ. Μπαλάνου, «Η νεωτέρα Ορθόδοξος Θεολογία εν σχέσει προς την πατερικήν θεολογίαν και προς τας νεωτέρας αντιλήψεις και μεθόδους», στο ΕΕΘΣΠΑ, τόμ. Γ΄, 1936-1937, σελ. 125), Παν. Τρεμπέλας (Παν. Τρεμπέλα, «Δογματική», τόμ. Α΄, σελ. 99,113,114), κλπ. (Πρβλ. και Ευ. Αντωνιάδου, «Αι της Κ.Δ. Ορθόδοξοι ερμηνευτικαί αρχαί», σελ. 179, υποσ. 4).

Από τους ανωτέρω, ο Κων Κοντογόνης, περισσότερο συγκεκριμένα λέει: «Συνήθως η θεοπνευστία διττώς πως θεωρείται. Και πρώτη μεν και κυρία λέγεται η αποκάλυψις, η αγνοουμένης αληθείας φανέρωσις, δι' ης το άγιον του Θεού Πνεύμα δηλοποιεί εις τον συγγραφέα τα γραπτέα. Ετέρα δε, η του θείου Πνεύματος φώτισις και επιστασία, υφ' ης ο συγγραφεύς, γράφων πράγματα γνωστά αυτώ άλλοθέν ποθεν, καθοδηγείται, και από πάσης απάτης διατηρείται ελεύθερος. Η κυρίως λεγομένη θεοπνευστία ενυπάρχει εις τας προφητείας και τα μυστήρια. Η δε του αγίου Πνεύματος επιστασία, εις τα ιστορικά και διδακτικά, άτινα εις τους ιερούς συγγραφείς και άλλοθεν ήσαν γνωστά» (Κων. Κοντογόνου, «Εισαγωγή εις την Αγίαν Γραφήν και στοιχεία ερμηνευτικής της Αγίας Γραφής», Αθήνα 1859, σελ. 8-9).

Και ο Ζ. Ρώσης λέει παραπλήσια τα εξής: «Θεοπνευστία της αγίας Γραφής καλείται η κατά την συγγραφήν αυτής εις τους ιερούς συγγραφείς μετάδοσις θείων αληθειών και επιστασία του αγίου Πνεύματος προς ορθήν παράστασιν αυτών. Όθεν το αυτό θείον Πνεύμα, όπερ μετέδωκεν εις τους ιερούς συγγραφείς τας θείας αληθείας, μετέδωκεν εις αυτούς δια της επιστασίας αυτού και την δύναμιν να παραστήσωσιν αυτάς ορθώς δια συγγραφών». Και λίγο πιο κάτω, μιλάει ειδικότερα ως εξής: «Κυρίως θεοπνευστία υπάρχει εν τοις μέρεσι της Αγ. Γραφής, εν οις περιέχονται αλήθειαι υπερβαίνουσαι τα όρια του πεπερασμένου πνεύματος του ανθρώπου και πηγάζουσαι μόνον εκ του θείου Πνεύματος ή εκ θείας αποκαλύψεως. Εν δε τοις μέρεσιν, εν οις περιέχονται αλήθειαι και γνώσεις δυνάμεναι να γνωσθώσι και υπό του ανθρωπίνου πνεύματος, οίον εν ιστορικοίς μέρεσι της Αγίας Γραφής κλπ, υπάρχει μόνον επιστασία του θείου Πνεύματος» (Ζήκου Ρώση, «Σύστημα Δογματικής της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», Αθήνα 1903, σελ. 469,470).

Και ο Παν. Τρεμπέλας ομοίως, δέχεται την ίδια διάκριση, γράφοντας στο περιοδικό «Εκκλησία» ένα άρθρο υπό τον τίτλο: «Επιστασία μόνον ή και θεοπνευστία», και λέγοντας επί λέξει: «Το «διδάσκειν» του Ιωάννη 14/ιδ: 26, δεν αποτελεί απλήν επιστασίαν, αλλ' είναι μετάδοσις αγνώστου τινός, τούτο δε δια τον αγνοούντα αποτελεί αποκάλυψιν, ενώ η επιστασία αφορά εις την ακριβή συγκράτησιν και απόδοσιν του ήδη γνωστού» («Εκκλησία», τόμ. ΙΣΤ΄ (1938), σελ. 260. Παράβαλλε και σελ. 244, 247, 262 και 262-263).