Ιστορική γεωγραφία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ιστορική γεωγραφία η βασισμένη στις αρχές χώρου και του χρόνου, μαζί με την «παραγωγή του χώρου» και «το φαντασιακό στη γεωγραφία» είναι κομβικό σημείο για κάθε σοβαρή αξιολόγηση του σύγχρονου κόσμου

— Harvey (1990)

Η ιστορική γεωγραφία είναι κεφάλαιο της ανθρωπογεωγραφίας και σχετίζεται με τις γεωγραφίες του παρελθόντος και την σχέση τους με το παρόν (Johnston R. κα, 2000). Υπάρχουν δύο κυρίαρχες προσεγγίσεις, οι οποίες σήμερα συμπληρώνονται και από την ποσοτική έρευνα. Η πρώτη αφορά την προσπάθεια ανασύστασης τοπίων του παρελθόντος. Αυτές οι «ανασυστάσεις» ταξινομούνται διαδοχικά και έτσι επιτυγχάνεται η οπτικοποίηση της εξέλιξης της περιοχής. Το εγχείρημα ολοκληρώνεται με την μελέτη και αυτών που συμβαίνουν ανάμεσά στις στατικές περιόδους, δηλαδή κατά την εξέλιξη, την μετάβαση από την μια προς την άλλη. Η δεύτερη προσέγγιση αφορά την η λεπτομερή ανάλυση ιδιαίτερων φαινομένων στη διάρκεια του χρόνου κάνοντας μια μείξη τεκμηρίων που αφορούν το γιατί και πώς τα γεγονότα συντελούνται. Η Ιστορική γεωγραφία όταν αναφέρεται χωρίς ειδικό αντικείμενο προσδιορισμού χαρακτηρίζεται από την προσέγγιση, είναι μια μεθοδολογία ανάλυσης στην γεωγραφία, ενώ όταν υπάρχει χωρικός προσδιορισμός (π.χ. ιστορική γεωγραφία της Ελλάδας)τότε στοχεύει στην γεωγραφική ανασύσταση ενός συγκεκριμένου τόπου.

Μεθοδολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεθοδολογικά η ιστορική γεωγραφία έχει στενή συγγένεια με την ιστορία. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η γεωγραφία διαλέγεται κυρίως με τον χώρο, ενώ η ιστορία με τον χρόνο. Στο ερώτημα πώς ο γεωγράφος σκέφτεται τον χρόνο, τον οποίο έχει ανάγκη για να ερμηνεύσει τον χώρο, ο Claval (1984) απαντά ότι ο ιστορικός χωρίζει τον χρόνο και ο γεωγράφος ανασυστήνει χωρικές αλλαγές που υπάρχουν μέσα σε κάθε «φέτα» χρόνου που ορίζεται ιστορικά.

Αυτή η διεργασία γίνεται εφικτή διαλέγοντας μια αντιπροσωπευτική ημερομηνία των ιστορικών περιόδων και δημιουργώντας πίνακα που αναφέρει ποιο ήταν το καθεστώς της περιοχής την συγκεκριμένη περίοδο (συγχρονία). Μεταξύ των διαφορετικών πινάκων (ιστορικών «φετών»-περιόδων) η πραγματικότητα μεταβάλλεται, και ο ιστορικός γεωγράφος καλείται να αναλύσει τις μεταβολές που έχουν επέλθει κατά την περίοδο του συγκεκριμένου χρόνου (διαχρονία).

Η πιο πάνω μεθοδολογική και θεωρητική προσέγγιση συνοψίζει την θεωρία του Darby στο βιβλίο A new Historical Geography of England (1976) αλλά και στο Ιστορία της Ευρώπης (1979) του μαθητή του, Pounds. Ο Darby ορίζει περιόδους όχι χρονικές, αλλά που αφορούν κύκλους φαινομένων.
Η δημιουργία περιόδων που προτείνεται από τους ιστορικούς δεν επιτρέπουν να γίνονται απόλυτα κατανοητά φαινόμενα που ενδιαφέρουν την γεωγραφία, η οποία απαιτεί κατά τη δικιά της προσέγγιση τον σχηματισμό περιόδων που αφορούν καθαρά χωρικά – γεωγραφικά φαινόμενα.

Οι γεωγράφοι τόσο σε θεωρητικό όσο και σε επίπεδο εφαρμογής, δημιουργούν χωρικές ενότητες ανάλογα με τις θεωρητικές τους καταβολές, όπως:

  • Κοινωνικο-οικονομικές περιόδους (J. Sion)
  • Περιόδους που αφορούν την χωροθέτηση του χώρου και του αγροτικού τοπίου (Roge Dion)
  • Περιόδους του γεωγραφικού χώρου στο σύνολό του (X. DePlanhol)
  • Περιόδους κατά την μαρξιστική σκέψη (R. Williams, M. Santos)
  • Πολιτισμική προσέγγιση της περιοδοποίησης (M. Abrew, D. Grogrove)

Εφαρμοσμένη ιστορική γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μελέτη της κληρονομιάς είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εφαρμοσμένη ιστορική γεωγραφία (Baker 2005). Αυτό αποτελεί μια μείζονα απασχόληση για πολλούς εξειδικευμένους γεωγράφους στην ιστορική γεωγραφία.

Ο R. Newcomb στο Planning the Past (1979), υπήρξε από τους πρωτοπόρους σ’ αυτό το πεδίο μελέτης. Ασχολήθηκε με όλα τα ζητήματα που άπτονται στη χρήση αναψυχής και τον σχεδιασμό αυτού που ονομάζουμε «ορατό παρελθόν». Η ερευνά του αφορά τόσο την ελκυστική πλευρά των ιστορικών τοπίων όσο και τον σχεδιασμό και την διαφύλαξη του παρελθόντος. Θέτει το βάρος στο γεγονός ότι τα μουσεία (ανοικτά ή κλειστά) μπορούν να προβάλλουν την συμβολική έκφραση μιας ιδεολογίας και στον ίδιο χρόνο να πληροφορήσουν και να συμβάλλουν στην μάθηση.

Συνοπτικά η προσέγγιση συνίσταται στην δημιουργία μιας εθνικής συλλογικής μνήμης, την δημιουργία συμβολικών τοπίων και την αναπαράσταση του παρελθόντος μέσα από τον πολιτισμικό τουρισμό και κυρίαρχοι άξονες είναι:

  • η ευρύτητα χρήσης της κατανάλωσης της κληρονομιάς σαν πηγής πολιτισμού και οικονομίας
  • οι τάσεις και οι διαμάχες για την ερμηνεία της κληρονομιάς
  • οι σχέσεις μεταξύ κληρονομιάς και ταυτότητας σε διάφορες γεωγραφικές κλίμακες (τοπική, περιφερειακή, εθνική, διεθνή).

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Alan R. Baker, 2005, Geography and History. Bridging the Divide, Cambridge: Cambridge University Press.
  • David Harvey, 1990, The condition of postmodernity: an enquiry into the origins of cultural change, Cambridge, MA: Blackwell.
  • H. C. Darby, 1976, A new historical geography of England after 1600, Cambridge University Press.
  • P. Claval, 1984, Géographie humaine et économique contemporaine, PUF.
  • N. J. G. Pounds, 2001, Ιστορική γεωγραφία της Ευρώπης, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα .
  • R. J. Johnston et al., 2000, The Dictionary of Human Geography, Blackwell Publishers; 4Rev Ed edition.
  • Robert M. Newcomb, Planning the Past, Geographical Review, Vol. 71, No. 1 (Jan., 1981), pp. 119-121.