Ψυχολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ψυχολογία είναι μια ακαδημαϊκή και εφαρμοσμένη επιστήμη που ασχολείται με την επιστημονική μελέτη των συμπεριφορών κατ' αρχήν των ανθρώπων (αν και επεκτάθηκε στην και αντίστοιχη μελέτη των συμπεριφορών και των ζώων, κυρίως των ανώτερων θηλαστικών, τόσο με αυτοτελή σκοπό, όσο και συγκριτικά με τους ανθρώπους) αλλά και με τις λειτουργίες του οργανισμού, που σχετίζονται με συμπεριφορά[1][2]. Η ψυχολογία έχει ως άμεσο στόχο την κατανόηση της συμπεριφοράς των ανθρώπων τόσο ως άτομα, όσο και ως ομάδες, προσπαθώντας και να εξάγει γενικές αρχές αλλά και να ερευνήσει ειδικές περιπτώσεις[3][4], με τελικό στόχο να ωφελήσει την κοινωνία[5][6]. Σ' αυτό το πεδίο, ένας επαγγελματίας που εξασκεί πρακτικά την ψυχολογία ή που την ερευνά ονομάζεται ψυχολόγος και μπορεί να ταξινομηθεί ως ένας κοινωνικός, συμπεριφοριακός, ή γνωστικός επιστήμονας. Οι ψυχολόγοι προσπαθούν να κατανοήσουν το ρόλο που οι άνθρωποι λειτουργούν τόσο ως ανεξάρτητες μονάδες αλλά και ως μονάδες της κοινωνίας, καθώς και να εξερευνήσουν τις φυσιολογικές και βιονευρολογικές διεργασίες που αποτελούν τη βάση συγκεκριμένων συμπεριφορών. Η ψυχολογία στη σύγχρονη εποχή αναφέρεται ως επιστήμη κυρίως της συμπεριφοράς και των νοητικών διεργασιών, αγνοώντας την ψυχολογία του βάθους.

Οι ψυχολόγοι ερευνούν θέματα όπως η αντίληψη, η νόηση, η προσοχή, η συγκίνηση, η φαινομενολογία, το κίνητρο, η λειτουργία του εγκεφάλου, η προσωπικότητα, η συμπεριφορά, και οι διαπροσωπικές σχέσεις. Οι ψυχολόγοι προσπαθούν επίσης, να εξετάσουν το ασυνείδητο, από διάφορες σκοπιές[7]. Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν εμπειρικές μεθόδους για να συμπεράνουν τις αιτίες των ψυχολογικών φαινομένων και να προσδιορίσουν τις σχέσεις μεταξύ ψυχοκοινωνικών μεταβλητών. Επιπρόσθετα, ή σε μια αντίθεση, χρησιμοποιούν εμπειρικές, επαγωγικές και κάποιες ειδικές κλινικές μεθόδους, ή ακόμη συσκέπτονται με άλλους ψυχολόγους, σε στιγμές που βασίζονται πάνω σε συμβολική ερμηνεία και άλλες επαγωγικές τεχνικές. Η ψυχολογία έχει περιγραφεί ως ένα «κομβικό σημείο της επιστήμης»[8], με τα ψυχολογικά ευρήματα να συνδέουν τις έρευνες και τις προοπτικές από τις κοινωνικές επιστήμες, τις φυσικές επιστήμες, την ιατρική, αλλά και τις ανθρωπιστικές επιστήμες, όπως τη φιλοσοφία.

Καθώς η ψυχολογική γνώση εφαρμόζεται συχνά για αξιολόγηση, διάγνωση και θεραπεία ανθρώπινων προβλημάτων υγείας, επίσης απευθύνεται στην κατανόηση και επίλυση προβλημάτων πολλών διαφορετικών πεδίων της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η πλειοψηφία των ψυχολόγων ασχολούνται με κάποιο είδος θεραπευτικού ρόλου, εφαρμόζοντας τις γνώσεις και την εμπειρία τους κλινικά, συμβουλευτικά ή και εκπαιδευτικά. Πολλοί κάνουν επιστημονικοί έρευνα σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που σχετίζονται με ανθρώπινες διεργασίες και συμπεριφορές. Κάποιοι εργάζονται για βιομηχανίες, διάφορους οργανισμούς ή άλλου είδους φορείς[9], όπως σχετικούς με την ανθρώπινη ανάπτυξη και γήρανση, τον αθλητισμό, την υγεία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καθώς και στην ιατροδικαστική έρευνα και άλλες πτυχές της εφαρμογής του δικαίου.

Ετυμολογία και διάδοση του όρου σε άλλες γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη «ψυχολογία» ετυμολογείται είναι σύνθετη και (ετυμολογείται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις «ψυχή» και «λόγος». Κυριολεκτικά, λοιπόν, σημαίνει «μελέτη της ψυχής»[10][11]. Η αντίστοιχη λατινική λέξη psychologia, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Κροάτη ανθρωπιστή και λατινιστή Μάρκο Μαρκουλίκ (Marko Marulić) στο βιβλίο του Psichiologia de ratione animae humanae (= «Ψυχολογία της φύσης της ανθρώπινης ψυχής»), που γράφηκε στο τέλος του 15ου ή στην αρχή του 16ου αιώνα[12]. Η παλαιότερη αναφορά του όρου psychology στην αγγλική γλώσσα έγινε από τον Στήβεν Μπλανκαάρτ (Steven Blankaart) το 1694 στον βιβλίο του The Physical Dictionary (= «Το Φυσικό Λεξικό»), το οποίο αναλύει τον όρο με τον ορισμό Anatomy, which treats of the Body, and Psychology, which treats of the Soul (= «Ανατομία, που θεραπεύει το σώμα, και ψυχολογία, που θεραπεύει την ψυχή»)[13].

Επισκόπηση Ιστορίας της Ψυχολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γουΐλχελμ Βουντ (Wilhelm Wundt, ο καθιστός στην εικόνα) με συντρόφους του σε ένα ψυχολογικό εργαστήριο, το πρώτο στο είδος του. Ο Βαντ πιστώθηκε με την τοποθέτηση της ψυσολογίας ως ένα πεδίο της επιστήμης ερευνητικά ανεξάρτητο από τις ενασχολήσεις με τη φιλοσοφία και τη βιολογία.

Η μελέτη της ψυχολογίας σε ένα φιλοσοφικό πλαίσιο χρονολογείται από τους αρχαίους πολιτισμούς της Αιγύπτου, της Ελλάδας, της Κίνας, της Ινδίας, της Περσίας κ.τ.λ.. Οι ιστορικοί επισημαίνουν τα γραπτά των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης (ιδιαίτερα η πραγματεία του τελευταίου «Περί ψυχής» )[14], ως το πρώτο σημαντικό «σώμα» εργασίας στη Δύση, πλούσιο σε ψυχολογική σκέψη[15]. Ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Έλληνας ιατρός Ιπποκράτης διατύπωσε τη θεωρία ότι οι διάφορες ψυχικές διαταραχές είναι περισσότερο φυσικής, παρά θεϊκής, προέλευσης[16].

Δομισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γερμανός γιατρός Γουΐλχελμ Βουντ πιστώθηκε την πρώτη εφαρμογή της ψυχολογικής διάγνωσης μέσα σε ένα ψυχολογικό εργαστήριο και γι' αυτό έμεινε γνωστός ως ο «πατέρας της πειραματικής ψυχολογίας»[17]. Ίδρυσε το πρώτο ψυχολογικό εργαστήριο, στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, το 1879[17]. Ο Βουντ επικεντρώθηκε στη «διάσπαση» των ψυχικών διεργασιών σε πιο βασικά συστατικά, διαδικασία που δικαιολογείται εν μέρει από μια αναλογία με πρόσφατες (τότε) εξελίξεις στη χημεία, και την επιτυχή της διερεύνηση της δομής της ύλης μέσω «διάσπασής» της σε στοιχειώδη σωματίδια, όπως τα άτομα (εκείνη την εποχή ήταν τα πλέον στοιχειώδη σωματίδια). Παρόλο που ίδιος ο Βουντ δεν ήταν δομιστής, ο μαθητής του Έντουαρντ Τίτσινερ (Edward Titchener), μια μεγάλη μορφή της πρώιμης αμερικανικής ψυχολογίας, ήταν ένας δομικός στοχαστής, αντίθετος στις λειτουργιστικές προσεγγίσεις.

Λειτουργισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λειτουργισμός σχηματίστηκε ως μια αντίδραση στις θεωρίες της δομιστικής σχολής σκέψης και ήταν βαριά επηρεασμένος από το έργο του αμερικανού φιλοσόφου, επιστήμονα και ψυχολόγου Γουΐλιαμ Τζέιμς (William James). Ο Τζέιμς ένοιωθε ότι η ψυχολογία πρέπει να έχει πρακτική αξία και ότι οι ψυχολόγοι έπρεπε να βρουν πώς λειτουργεί το μυαλό για το καλό ενός ανθρώπου. Στο βιβλίο του, Principles of Psychology (Αρχές ψυχολογίας (Γουΐλιαμ Τζέιμς)[18], που εκδόθηκε το 1890, οδήγησε στα θεμέλια πολλών από τις ερωτήσεις που εξερευνούσαν οι ψυχολόγοι στα επόμενα χρόνια. Στους άλλους μεγάλους λειτουργισμικούς στοχαστές περιλαμβάνονται ο Τζον Ντιούι (John Dewey) και ο Χάρβεϋ Καρρ (Harvey Carr).

Στους άλλους συνεισφέροντες στο πεδίο αυτό, κατά το 19ο αιώνα περιλαμβάνουνται ο γερμανός ψυχολόγος Χέρμαν Έμπινγκχαουζ (Hermann Ebbinghaus), ένας πρωτοπόρος στην πειραματική μελέτη της μνήμης, που ανέπτυξε ποσοτικά μοντέλα μάθησης και λήθης στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου[19], και ο ρωσοσοβιετικός φυσιολόγος Ιβάν Πάβλοφ (Павлов, Иван Петрович), που ανακάλυψε, με τη χρήση σκύλων, μια διεργασία μάθησης, που αργότερα ονομάστηκε με τον όρο «κλασική εξάρτηση» και εφαρμόστηκε σε ανθρώπους[20].

Αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1950, οι πειραματικές τεχνικές που τέθηκαν από τους Βουντ, Τζέιμς, Έμπινγκχαουζ και άλλους θα επαναλαμβάνονταν ως πειραματική ψυχολογία και έγιναν με αυξανόμενο γνωσιακό ενδιαφέρον, για τις πληροφορίες και την επεξεργασία τους, δομώντας ένα μέρος της ευρύτερης γνωσιακής επιστήμης[21]. Στα πρώτα χρόνια του λειτουργισμού, αυτή τη εξέλιξη θεωρήθηκε ως μια «επανάσταση»[21], καθώς ανταποκρίθηκε και αντέδρασε ενάντια σε οδούς σκέψης που περιλάμβαναν την ψυχοδυναμική και το συμπεριφορισμό, που είχαν αναπτυχθεί εν τω μεταξύ.

Ψυχανάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ψυχανάλυση
Ομαδική φωτογραφία του 1909: Μπροστά στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ (Clark University), της Μασαχουσέτης κάθονται, στην μπροστινή σειρά, ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ο Στάνλεϋ Χωλ (G. Stanley Hall) και ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (Carl Jung) και, στην πίσω σειρά, ο Αβραάμ Μπριλ (Abraham A. Brill), ο Έρνεστ Τζόουνς (Ernest Jones) και ο Σάντορ Φερένσι (Sándor Ferenczi).

Από τη δεκαετία του 1890 ως το θάνατό του το 1939, ο Αυστριακός γιατρός Σίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud) ανέπτυξε την «ψυχανάλυση», που συνδύαζε τη μέθοδο της διερεύνησης του μυαλού και την ερμηνεία της εμπειρίας. Συστηματοποίησε ένα σύνολο θεωριών πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά και σχημάτισε μια μορφή ψυχοθεραπείας για τη θεραπεία ψυχολογικής ή συναισθηματικής δυστυχίας, ιδιαίτερα κρίσης του ασυνείδητου[22]. Η ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόυντ βασίστηκε πλατιά στις ερμηνευτικές μεθόδους, στην ενδοσκόπηση και σε κλινικές παρατηρήσεις. Έγινε πολύ καλά γνωστός, επειδή μίλησε πλατιά για «γαργαλιστικά» θέματα, όπως η σεξουαλικότητα, η καταστολή και το ασυνείδητο μυαλό ως γενικές πτυχές της ψυχολογικής εξέλιξης. Αυτά τα θέματα θεωρούνταν ευρύτατα ως θέματα ταμπού, στην εποχή του (τουλάχιστον). Ο Φρόυντ αποτέλεσε τον καταλύτη για την ανοικτή συζήτηση των θεμάτων αυτών στην «ευγενική» κοινωνία. Κλινικά, ο Φρόυντ βοήθησε με το να καινοτομήσει με τη μέθοδο του «ελεύθερου συνειρμού» και έδειξε ένα θεραπευτικό ενδιαφέρον για την ερμηνεία των ονείρων[23][24].

Ο Φρόυντ είχε μια σημαντική επιρροή στον Ελβετό ψυχαναλυτή Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (Carl Jung), που η αναλυτική του ψυχολογία έγινε μια εναλλακτική από τη βαθιά ψυχολογία. Άλλοι πολύ γνωστοί ψυχαναλυτικοί μελετητές των μέσων του 20ού αιώνα περιλάμβαναν ψυχαναλυτές, ψυχολόγους, ψυχιάτρους και φιλοσόφους. Ανάμεσα σ' αυτούς τους διανοητές ήταν ο Έρικ Έρικσον (Erik Erikson), η Μελανί Κλέιν (Melanie Klein), ο Ντόναλντ Γουΐνικοτ (Donald Winnicott), ο Κάρεν Χόρνεϋ (Karen Horney), ο Έριχ Φρομ (Erich Fromm), ο Τζον Μπόουλμπυ (John Bowlby) και η Άννα Φρόυντ (Anna Freud), η κόρη του Σίγκμουντ Φρόυντ. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η ψυχανάλυση εξελίχθηκε σε διαφορετικές σχολές σκέψης, οι περισσότερες από τις οποίες μπορούν να ταξινομηθούν ως Νεοφροϋντινές[25].

Η ψυχαναλυτική θεωρία και θεραπεία επικρίθηκαν από ψυχολόγους όπως το Χανς Έυσενκ (Hans Eysenck) και από φιλοσόφους που περιλαμβάνουν τον Καρλ Πόπερ (Karl Popper). Ο Πόπερ, ένας φιλόσοφος της επιστήμης, διαφώνησε στο ότι η ψυχανάλυση είχε διαστρεβλωθεί ως επιστημονική ενασχόληση[26], ενώ ο Έυσενκ είπε ότι οι ψυχαναλυτικές θεωρίες διαψεύδονται από πειραματικά δεδομένα. Μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα, τμήματα ψυχολογίας σε αμερικανικά πανεπιστήμια είχαν επιστημονικά προσανατολιστεί, περιθωριοποιώντας τη φροϋδική θεωρία και απορρίπτοντάς την ως ένα «αφυδατωμένο και νεκρό» ιστορικό τεχνούργημα[27]. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, οι ερευνητές στον αναδυόμενο τομέα της νευροψυχανάλυσης υπερασπίστηκαν κάποιες από τις ιδέες του Φρόυντ με βάση επιστημονικά κριτήρια[28], ενώ μελετητές των ανθρωπιστικών υποστήριξαν ότι ο Freud δεν ήταν ένας «επιστήμονας σε όλα, αλλά ... διερμηνέας»[27].

Συμπεριφορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Συμπεριφορισμός

Κλάδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κλάδοι της Ψυχολογίας δημιουργήθηκαν χάρη στην ποικιλία και την πολλαπλότητα της συμπεριφοράς του ατόμου, που είναι και το βασικό αντικείμενο της Ψυχολογίας. Οι κλάδοι αυτοί διακρίνονται σε βασικούς και σε ειδικούς ( εφαρμοσμένους) κλάδους.

Βασικοί κλάδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενική Ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γενική Ψυχολογία διερευνά τις βασικές ψυχικές λειτουργίες του ατόμου, στοχεύοντας στη διαπίστωση νομοτελειών οι οποίες διέπουν λειτουργίες όπως η αντίληψη, η μάθηση, η μνήμη, η νόηση - σκέψη, καθώς και την επικοινωνία, την γλώσσα, τα κίνητρα και τα συναισθήματα. Τα τελευταία χρόνια συνιστά και ανεξάρτητο κλάδο με την ονομασία Γνωστική Ψυχολογία. Πιο συγκεκριμένα το επιστημονικό πεδίο της Γνωστικής Ψυχολογίας βασίζεται στην προσπάθεια ερμηνείας φαινομένων όπως η αντίληψη και άλλες διανοητικές διεργασίες. Η προσπάθεια αυτή έχει ως στόχο την εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και καλύπτει ένα ευρύ φάσμα έρευνας για τη λειτουργία της μνήμης, της προσοχής, της αντίληψης, της αναπαράστασης της γνώσης, της σκέψης, της δημιουργικότητας και της επίλυσης προβλημάτων, όπως αναφέρθηκε. Αν υποθέσουμε ότι η νόηση έχει θεμελιώδεις δομές η γνωστική ψυχολογία θέτει το ερώτημα πως αποκτάμε τη γνώση. Η έρευνα αναπαριστά αυτή τη διαδικασία σαν έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή στον οποίο οι πληροφορίες εισέρχονται, επεξεργάζονται και αποθηκεύονται έτσι ώστε να έχουμε άμεση πρόσβαση όταν τις χρειαζόμαστε. Σε αυτό το σημείο είναι που ανώτερες διαδικασίες όπως η γλώσσα, η μνήμη, η σκέψη και η επίλυση προβλημάτων μετασχηματίζουν την πληροφορία σε γνώση. Η γνωστική ψυχολογία έχει συμβάλλει ζωτικά στην κατανόηση της μάθησης και έχει τεράστια εφαρμογή στην παιδική ψυχολογία αλλά και όχι μόνο.

Πειραματική Ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πειραματική Ψυχολογία μελετά διάφορα ψυχικά φαινόμενα και διάφορες μορφές συμπεριφοράς χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τη μέθοδο του πειράματος. Γενική και Πειραματική Ψυχολογία συχνά συμπορεύονται και συνδέονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μιλούμε πια για Γενική Πειραματική Ψυχολογία.

Αναπτυξιακή Ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κλάδος αυτός διερευνά τις διαδικασίες εξέλιξης του ατόμου σε ότι αφορά συγκεκριμένες λειτουργίες (π.χ εξάλιξη της νόσης) και τους παράγοντες (κληρονομικούς και περιβαλλοντικούς) που επιδρούν στις διαδικασίες αυτές από την βρεφική μέχρι τη γεροντική ηλικία. Ειδικότερα η Εξελικτική Ψυχολογία μελετά την αλλαγή της συμπεριφοράς στα έμβια όντα κατά τη διάρκεια της φυλογενετικής εξέλιξης του είδους. Οι εξελικτικοί ψυχολόγοι πιστεύουν ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου εξέλιξης μέσω της φυσικής επιλογής. Τέλος η εξελικτική ψυχολογία δίνει ιδιαίτερη σημασία στον προσαρμοστικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς.

Κοινωνική Ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κοινωνική Ψυχολογία διερευνά την αλληλεπίδραση μεταξύ ατόμου και κοινωνικού περιβάλλοντος (επικοινωνία, στάσεις, προκαταλήψεις). Ο άνθρωπος δεν είναι ένα μονοδιάστατο ον και σίγουρα ποτέ δεν μπορείς να εξετάσεις ένα άτομο ανεξάρτητα από το περιβάλλον του. Βασισμένη πάνω σε αυτό το σκεπτικό η Κοινωνική Ψυχολογία έρχεται για να ερευνήσει πως το κοινωνικό περιβάλλον επηρεάζει την συμπεριφορά του ατόμου, αλλά και τι είδους ψυχολογικές συνδέσεις δημιουργούνται μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας (οικογένεια, χωριό, κράτος)

Ψυχολογία της Προσωπικότητας και των Ατομικών Διαφορών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κλάδος αυτός διερευνά τη δυναμική οργάνωση, τις ιδιότητες και τις ιδιαιτερότητες της ανθρώπινης προσωπικότητας σε όλες τις εκφάνσεις της (ιδιαιτερότητα του κάθε ατόμου των φύλων, των ομάδων), εστιάζοντας την προσοχή στη διαφορετικότητα μεταξύ ατόμων και μεταξύ ομάδων και διερευνώντας τα αίτια της.

Ειδικοί κλάδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειδικοί (εφαρμοσμένοι) κλάδοι είναι εκείνοι στους οποίους τίθενται σε εφαρμογή το δεδομένα των ερευνών που διενεργούνται στο πλαίσιο των βασικών κλάδων. Οι ειδικοί κλάδοι είναι πολλοί, δεδομένου ότι τα πορίσματα των βασικών κλάδων εφαρμόζονται σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Θα δούμε ενδεικτικά κάποιους από τους ειδικούς αυτούς κλάδους:

Παιδαγωγική και κυρίως Σχολική Ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παιδαγωγική και η Σχολική Ψυχολογία ασχολούνται με ζητήματα μάθησης, αγωγής και σχέσεων στο πλαίσιο της μάθησης και της λειτουργίας του σχολείου.

Κλινική Ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κλινική Ψυχολογία ασχολείται διαγνωστικά με την ψυχοπαθολογία και παρεμβατικά με την αντιμετώπιση / θεραπεία των ψυχικών διαταραχών. Η Κλινική Ψυχολογία είναι αυτή που βρίσκεται πιο κοντά στην στερεότυπη εικόνα του ψυχολογου - ψυχοθεραπευτή. Το κεντρικό θέμα της Κλινικής Ψυχολογίας είναι η παρατήρηση, η επεξεργασία και η αλλαγή της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Ουσιαστικά δηλαδή ο κλινικός ψυχολόγος προσπαθεί να βοηθήσει άτομα μα ψυχικές διαταραχές. Ο ορισμός του τι είναι η αποκλίνουσα συμπεριφορά και τι όχι είναι φυσικά δύσκολος και ακόμη και σήμερα υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις για το θέμα. Αλλά σε γενικές γραμμές οι κλινικοί ψυχολόγοι ανά το παγκόσμιο βαδίζουν σύμφωνα με διεθνή εγχειρίδια για την αποκλίνουσα συμπεριφορά, όπως του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχολογίας (APA) ή το αντίστοιχο εγχειρίδιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO), το ICD, τα οποία προσπαθούν να δώσουν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για την διάγνωση. Η κλινική ψυχολογία είναι κυρίως εφαρμοσμένος κλάδος της ψυχολογίας (εφαρμόζει την ψυχολογική γνώση πάνω στον γενικό πληθυσμό), χωρίς όμως να αποκλείεται και μία ερευνητική καριέρα πάνω στον κλάδο αυτό.

Ψυχολογία του Επαγγέλματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κλάδος αυτός ασχολείται με την αλληλεπίδραση ατόμου και εργασιακού περιβάλλοντος.

Ψυχολόγοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψυχολογικές εταιρείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές έρευνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές και παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «How does the APA define "psychology"?». http://www.apa.org/support/about/apa/psychology.aspx#answer. Ανακτήθηκε στις 15 November 2011. 
  2. «Definition of "Psychology (APA's Index Page)"». http://www.apa.org/about/index.aspx. Ανακτήθηκε στις 20 December 2011. 
  3. Fernald LD (2008). Psychology: Six perspectives (pp. 12–15). Thousand Oaks, CA: Sage Publications.
  4. Hockenbury & Hockenbury. Psychology. Worth Publishers, 2010.
  5. O'Neil, H.F.; cited in Coon, D.; Mitterer, J.O. (2008). Introduction to psychology: Gateways to mind and behavior (12th ed., pp. 15–16). Stamford, CT: Cengage Learning.
  6. "The mission of the APA [American Psychological Association] is to advance the creation, communication and application of psychological knowledge to benefit society and improve people’s lives"; APA (2010). About APA. Retrieved 20 October 2010.
  7. Παρά το γεγονός ότι η ψυχανάλυση και άλλες μορφές της ψυχολογίας του βάθους είναι συνδέονται πιο συχνά με το ασυνείδητο, οι «συμπεριφοριστές» θεωρούν τέτοια φαινόμενα ως κλασικές συνθήκες και συνθήκες επέμβασης, ενώ οι «νοηστές» εξερευνούν την έμμεση μνήμη, τον αυτοματισμός, και τα υποσυνείδητα μηνύματα, όσα τουλάχιστον είναι κατανοητά, είτε για να ξεπεραστούν είτε για να συμβαίνουν έξω από τη συνειδητή προσπάθεια ή την προσοχή. Πράγματι, οι γνωσιακοί-συμπεριφορικοί θεραπευτές συμβουλεύουν τους ανθρώπους που ζητούν τη βοήθειά τους, να συνειδητοποιήσουν τα δυσπροσαρμοστικά πρότυπα σκέψης, που προηγουμένως, οι άνθρωποι αυτοί, δεν είχαν προσέξει ότι υπάρχουν ή ότι είναι προβληματικά.
  8. «Psychology is a Hub Science». http://www.psychologicalscience.org/index.php/publications/observer/2007/september-07/psychology-is-a-hub-science.html.  Association for Psychological Science Observer (September 2007)
  9. Bureau of Labor Statistics, U.S. Department of Labor, Occupational Outlook Handbook, 2010–11 Edition, Psychologists, on the Internet at bls.gov (visited July 08, 2010).
  10. ψυχολογία
  11. Online Etymology Dictionary. (2001). "Psychology".
  12. Classics in the History of Psychology – Marko Marulic – The Author of the Term "Psychology"". Psychclassics.yorku.ca. Retrieved 2011-12-10.
  13. (Steven Blankaart, p. 13) as quoted in "psychology n." A Dictionary of Psychology. Edited by Andrew M. Colman. Oxford University Press 2009. Oxford Reference Online. Oxford University Press. oxfordreference.com.
  14. "Aristotle's Psychology". Stanford Encyclopedia of Philosophy.
  15. Green, C.D. & Groff, P.R. (2003). Early psychological thought: Ancient accounts of mind and soul. Westport, Connecticut: Praeger.
  16. T.L. Brink. (2008) Psychology: A Student Friendly Approach. "Unit One: The Definition and History of Psychology." pp 9 [1].
  17. 17,0 17,1 Stanford Encyclopedia of Philosophy. (2006). "Wilhelm Maximilian Wundt".
  18. The Principles of Psychology (1890), with introduction by George A. Miller, Harvard University Press, 1983 paperback, ISBN 0-674-70625-0 (combined edition, 1328 pages)
  19. Wozniak, R.H. (1999). Introduction to memory: Hermann Ebbinghaus (1885/1913). Classics in the history of psychology.
  20. Windholz, G. (1997). "Ivan P. Pavlov: An overview of his life and psychological work". American Psychologist 52 (9): 941–946. doi:10.1037/0003-066X.52.9.941.
  21. 21,0 21,1 Mandler, G. (2007). A history of modern experimental psychology: From James and Wundt to cognitive science. Cambridge, MA: MIT Press.
  22. Moore, B.E.; Fine, B.D. (1968), A Glossary of Psychoanalytic Terms and Concepts, Amer Psychoanalytic Assn, p. 78, ISBN 978-0-318-13125-2
  23. Freud, S (1900). The Interpretation of Dreams. IV and V (2nd ed.). Hogarth Press, 1955.
  24. Freud, S (1915). The Unconscious XIV (2nd ed.). Hogarth Press, 1955.
  25. Ανάμεσα σ' αυτές τις σχολές είναι η ψυχολογία του εγώ, η θεωρία των αντικειμενικών σχέσεων, η διαπροσωπική ψυχανάλυση, η Λακάνια ψυχανάλυση και η σχετική ψυχανάλυση. Η τροποποίηση των θεωριών του Γιουνγκ οδήγησε στις αρχετυπικές και στις διεργασιακά προσανατολισμένες σχολές.
  26. Karl Popper, Conjectures and Refutations, London: Routledge and Keagan Paul, 1963, pp. 33–39; from Theodore Schick, ed., Readings in the Philosophy of Science, Mountain View, CA: Mayfield Publishing Company, 2000, pp. 9–13. Faculty.washington.edu.
  27. 27,0 27,1 June 2008 study by the American Psychoanalytic Association, as reported in the New York Times, "Freud Is Widely Taught at Universities, Except in the Psychology Department" by Patricia Cohen, November 25, 2007.
  28. For example, scientists have related brain structures to Freudian concepts such as libido, drives, the unconscious, and repression. The contributors to neuro-psychoanalysis include António Damásio (Damásio, A. (1994). Descartes' error: Emotion, reason, and the human brain; Damásio, A. (1996). The somatic marker hypothesis and the possible functions of the prefrontal cortex; Damásio, A. (1999). The feeling of what happens: Body and emotion in the making of consciousness; Damásio, A. (2003). Looking for Spinoza: Joy, sorrow, and the feeling brain); Eric Kandel; Joseph E. LeDoux (LeDoux, J.E. (1998). The emotional brain: The mysterious underpinnings of emotional life (Touchstone ed.). Simon & Schuster. Original work published 1996. ISBN 0-684-83659-9); Jaak Panksepp (Panksepp, J. (1998). Affective neuroscience: The foundations of human and animal emotions. New York and Oxford: Oxford University Press); Oliver Sacks (Sacks, O. (1984). A leg to stand on. New York: Summit Books/Simon and Schuster); Mark Solms (Kaplan-Solms, K., & Solms, M. (2000). Clinical studies in neuro-psychoanalysis: Introduction to a depth neuropsychology. London: Karnac Books; Solms, M., & Turnbull, O. (2002). The brain and the inner world: An introduction to the neuroscience of subjective experience. New York: Other Press); and Douglas Watt.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Psychology της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).