Αρχαιολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Κυριολεκτικά η αρχαιολογία είναι η «μελέτη των αρχαίων πραγμάτων». Ο ακριβής σύγχρονος ορισμός της είναι η «συστηματική μελέτη των υλικών καταλοίπων του απώτερου ή πιο πρόσφατου ανθρώπινου παρελθόντος μέσω της εφαρμογής θεωρίας και μεθόδου»[1]. Ο όρος βέβαια αναπτύχθηκε στην εξελικτική πορεία της επιστήμης για να περιλαμβάνει πολύ περισσότερα πράγματα στο εννοιολογικό της πλαίσιο. Το 1948 ο Γουόλτερ Τέιλορ (Walter Taylor) έδωσε έναν πρώτο ορισμό, γράφοντας πως "η Αρχαιολογία δεν είναι ιστορία, ούτε ανθρωπολογία. Ως αυτόνομη επιστήμη περιλαμβάνει τη δική της μεθοδολογία και εξειδικευμένες τεχνικές, για τη συγκέντρωση ή παραγωγή πολιτισμικής πληροφόρησης", από έρευνα στερεής ύλης και μνημείων του παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Μόρτιμερ Γουίλερ «ο αρχαιολόγος φέρνει στο φως όχι πράγματα αλλά ανθρώπους»[2], συνεπώς η αρχαιολογία είναι μελέτη ανθρώπινων λειψάνων του παρελθόντος. Ο όρος «ανθρώπινο παρελθόν» τονίζει το γεγονός ότι η αρχαιολογία δεν μελετά ζώα που έχουν εκλείψει, απολιθώματα ή πετρώματα, καθώς αυτά αποτελούν προϊόν μελέτης της παλαιοντολογίας και τη γεωλογίας[1]. Συνεπώς το χρονικά όριο μελέτης της αρχαιολογίας σε ό,τι αφορά στο απώτατο παρελθόν αγγίζει το χρονικό όριο των 2.000.000 ετών π.π.[3]

Προσεγγίσεις: Παλαιός και Νέος Κόσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ευρώπη και τον Παλαιό Κόσμο γενικότερα η αρχαιολογία διακρινόταν και διακρίνεται ακόμη από μία τάση να εστιάζεται μόνον στα υλικά ευρήματα και φυσικά στις αναγκαίες τεχνικές ανασκαφής και περισυλλογής των ευρημάτων, όπως επίσης και στα εγγενή της θεωρητικά και φιλοσοφικά ζητήματα που τη βοηθούν να επιτύχει τους στόχους της. Στον Νέο Κόσμο η προσέγγιση είναι διαφορετική. Η έρευνα εστιάζεται στις αρχαίες κοινωνίες και τον τρόπο λειτουργίας τους. Κατ' αυτόν τον τρόπο η αρχαιολογία θεωρείται ένας από τους 4εις τομείς της ανθρωπολογίας. Και για τις δύο προσεγγίσεις βέβαια η επίτευξη του στόχου σήμερα απαιτεί ένα είδος πολυεπιστημονικής και διεπιστημονικής διερεύνησης και προσπάθειας.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα στην βόρεια Αμερική να υπάρχουν λίγα τμήματα αρχαιολογίας και το μεγαλύτερο ποσοστό των αρχαιολόγων να καλύπτει θέσεις σε ανθρωπολογικά τμήματα. Άλλοι αρχαιολόγοι του αποκαλούμενου Νέου Κόσμου ενσωματώνονται στις Κλασικές σπουδές, χωρίς αυτό να τους δίνει τη δυνατότητα εμπλοκής στις ανανεούμενες συζητήσεις για την αρχαιολογική θεωρία. Από την άλλη στην Ευρώπη τα τμήματα της αρχαιολογίας είναι διακριτά και συνδέονται στενά με τμήματα ιστορίας. Σε ό,τι αφορά στην ανθρωπολογική προσέγγιση των θεωρητικών ζητημάτων της αρχαιολογίας σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Φραντς Μποάζ, σε σημείο ώστε οι νεότεροι αρχαιολόγοι-ανθρωπολόγοι να μην ενσωματώνουν τους αρχαιότερους πολιτισμούς σε ένα ενιαίο εθνικό περίγραμμα, αλλά να τους διαχειρίζονται εξατομικευμένα. Αντίθετα, στην Ευρώπη, η προσάρτηση της προϊστορίας στο εθνικό εννοιολογικό πλαίσιο ήταν δεδομένη από την αρχή της ανάπτυξης της επιστήμης.[4]

Η αρχαιολογική μαρτυρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο αρχαιολογική μαρτυρία εννοούμε το σύνολο των δεδομένων που καταγράφονται από τους αρχαιολόγους και αποτελούν υλικά κατάλοιπα της αρχαίας ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ανάλογα με το είδος των δεδομένων αυτών αναγνωρίζουμε τέσσερις κύριες κατηγορίες αρχαιολογικής μαρτυρίας: α) τα τέχνεργα, ή τεχνουργήματα (artefacts) δηλαδή όλα τα ανθρωπογενή κινητά αντικείμενα, όπως όπλα, εργαλεία, αγγεία κ.λπ. β) τις κατασκευές, επίσης ανθρωπογενή μη κινητά ευρήματα, όπως οι τάφοι, οι δεξαμενές κ.λπ., γ) τα κτίσματα, δηλαδή οικοδομήματα όπως οι κατοικίες, οι ναοί ή άλλα δημόσια κτήρια και δ) τα οικοδεδομένα ή οικουργήματα, (ecofacts), οργανικά και ανόργανα κατάλοιπα του φυσικού περιβάλλοντος που συνδέονται ωστόσο με την ανθρώπινη συμπεριφορά στο εγγύς ή απώτερο παρελθόν, όπως οστά ζώων, σπόροι και καρποί, ιζήματα, μεταλλεύματα κ.λπ.[5]

Οι τοποθεσίες στις οποίες τα παραπάνω ευρήματα παρουσιάζουν υψηλή πυκνότητα εμφάνισης ονομάζονται αρχαιολογικές θέσεις ή αρχαιολογικοί τόποι (sites). Μια γεωγραφική έκταση σαφώς οριοθετημένη, που περιλαμβάνει μια σειρά από αρχαιολογικές θέσεις, και η οποία αποτελούσε στο παρελθόν μια σαφώς καθορισμένη οικολογική και πολιτισμική έκταση, ονομάζεται (αρχαιολογική) γεωγραφική περιοχή. Ενώ, η ακριβής χωροχρονική θέση ενός ευρήματος, μαζί με το άμεσο περιβάλλον του, αποτελούν το αρχαιολογικό πλαίσιο της αρχαιολογικής μαρτυρίας. Το αρχαιολογικό πλαίσιο, πιο συγκεκριμένα, προσδιορίζεται με βάση: α) το περίβλημα, δηλαδή το υλικό που περικλείει και συγκρατεί το εύρημα, β) την προέλευση του ευρήματος, δηλαδή την ακριβή οριζόντια και κάθετη θέση του ευρήματος μέσα στο περίβλημα που ανακαλύφθηκε και γ) τη συσχέτιση του ευρήματος με τα υπόλοιπα ευρήματα που ανακαλύφθηκαν μέσα στο ίδιο περίβλημα. Ανάλογα δε με την κατάσταση του αρχαιολογικού πλαισίου τη στιγμή της ανακάλυψής του, δηλαδή ανάλογα με το αν έχει υποστεί οποιαδήποτε μεταβολή από τη στιγμή της απόθεσής του έως την ανακάλυψή του, διαχωρίζεται σε πρωτογενές (αδιατάρακτο) και δευτερογενές (διαταραγμένο) πλαίσιο.

Η συσχέτιση των ευρημάτων μιας αρχαιολογικής θέσης βασίζονται δύο θεμελιώδεις αρχές της αρχαιολογίας: την αρχή της συσχέτισης, σύμφωνα με την οποία ένα εύρημα είναι σύγχρονο με άλλα ευρήματα που βρίσκονται στο ίδιο περίβλημα, και η αρχή της επαλληλίας, σύμφωνα με την οποία τα στρώματα της Γης είναι διατεταγμένα το ένα πάνω στο άλλο διαδοχικά, με τα κατώτερα να αποτελούν τα αρχαιότερα στρώματα. Σε αυτή τη δεύτερη αρχή βασίζεται και η στρωματογραφία, η μελέτη δηλαδή της διαστρωμάτωσης μιας αρχαιολογικής θέσης.

Προϊστορική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προϊστορική αρχαιολογία ασχολείται με αρχαίους πολιτισμούς που δεν έχουν αφήσει κάποιου είδους γραπτές μαρτυρίες. Η προϊστορία, όρος που εισήχθη τον 19ο αι. από τους Γάλλους ακαδημαϊκούς, καλύπτει την εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής, από τις πηγές της που χάνονται στο βάθος των αιώνων έως την εμφάνιση των πρώτων γραπτών αρχείων. Εξαιτίας της έλλειψης γραπτών αρχείων οι προϊστορικοί αρχαιολόγοι βασίζονται αποκλειστικά στα υλικά υπολείμματα, προκειμένου να διαμορφώσουν τις εκτιμήσεις και τις ερμηνείες τους. Οι ανακαλύψεις τους για το ανθρώπινο είδος έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σκεπτόμαστε το τι είναι ανθρώπινο. Για παράδειγμα, ερευνητές που εργάζονται στη νότια Αιθιοπία και τη βόρεια Κένυα ανακάλυψαν μαρτυρίες ότι πρόγονοί μας που έζησαν περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια πριν είχαν τη δυνατότητα να γδέρνουν με λίθινα εργαλεία μικρά θηράματα, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο ένα συγκεκριμένο πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς. Το 1978 στο Λέτολι της Τανζανίας, η παλαιοανθρωπολόγος Mary Leakey ανακάλυψε ένα συναρπαστικό προϊστορικό πεδίο, στο οποίο υπήρχαν σε σκληρυμένη ηφαιστειακή τέφρα τα αποτυπώματα ανθρωπίδας που περπατούσε όρθια πριν από 3,6 εκατομμύρια χρόνια.

Άλλοι προϊστορικοί αρχαιολόγοι ειδικεύονται στη μελέτη διάφορων περιόδων της Εποχής του Λίθου. Αυτή η περίοδος πολιτισμικής ανάπτυξης ξεκίνησε πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια, όταν οι άνθρωποι έμαθαν να κατασκευάζουν απλά λίθινα εργαλεία. Η Λίθινη εποχή τελείωσε σε διαφορετικά χρονικά σημεία στα διαφορετικά μέρη του κόσμου, μέσα στα τελευταία 10.000 χρόνια. Σημαντικά αρχαιολογικά πεδία της Λίθινης εποχής περιλαμβάνουν βραχογραφίες σε σπήλαια, λίθινα εργαλεία, ζωγραφική, ακόμη και άγριους σπόρους δημητριακών. Όπως είναι φυσικό τέτοιου είδους έρευνα σε συστηματικό επίπεδο και με συγκεκριμένη μεθοδολογία είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάπλαση ενός σημαντικού τμήματος του ανθρώπινου παρελθόντος.

Κλασική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κλασική αρχαιολογία εξετάζει στη στενή της έννοια τον ελληνικό και τον ρωμαϊκό κόσμο. Σημαντικός σταθμός στην ιστορία της κλασικής αρχαιολογίας και της αρχαιολογίας γενικότερα υπήρξαν οι αποστολές του Ερρίκου Σλήμαν το 1800 στην Ελλάδα και την Τουρκία, όπου αποκάλυψε τη διαστρωμάτωση της πόλης της Τροίας σε διακριτές χρονικές περιόδους. Ένα από αυτά τα στρώματα ο Σλήμαν το ταύτισε με την ομηρική Τροία. Στην Ελλάδα ανέσκαψε τις Μυκήνες, αναζητώντας τον τάφο του Αγαμέμνονα. Πολλοί αρχαιολόγοι ακολούθησαν τον Σλήμαν, διεξάγοντας εξελιγμένες μεθοδολογικά και επιστημονικά ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή της μεσογειακής λεκάνης. Έτσι χάραξαν ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της αρχαιολογίας και φυσικά το κύριο σώμα ερευνών της κλασικής αρχαιολογίας.

Παρόλο που στην εποχή μας φαίνεται δεδομένος ο ορισμός κλασική αρχαιολογία, στην πραγματικότητα –και εξαρτώμενη από τη διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα του κλασικού κόσμου- τούτη η έννοια προσαρμόζεται διαρκώς στις επιταγές και τις ανάγκες της αρχαιολογικής επιστήμης, που διαρκώς εμπλουτίζεται, όχι μόνον από δεδομένα αρχαιολογικών ανασκαφών, αλλά και νεότερες ερμηνευτικές τάσεις αρμονικά συνδυαζόμενες με τις προσεγγίσεις των θετικών επιστημών και την συναρμογή ανθρωπολογικών ερμηνευτικών τάσεων. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, αν σκεφθούμε ότι η έννοια του κλασικού κόσμου διαρκώς αλλάζει και μεταπλάθεται. Μετατοπιζόμενη από τον εγκιβωτισμό της στη στενή θεώρηση του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου η κλασική αρχαιολογία –τουλάχιστον για έναν κύκλο ερευνητών που χρησιμοποιεί ως εφαλτήριο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο- περιλαμβάνει σήμερα και τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, τις ακτές της Β. Αφρικής, την Εγγύς και Μέση Ανατολή και ορίζει διακριτές θεωρήσεις της ιδέας του κλασικού.

Μεσαιωνική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο μεσαιωνική αρχαιολογία νοείται η μελέτη του ευρωπαϊκού μεσαίωνα, ιδιαίτερα για την περίοδο που εκτείνεται από τον 5ο έως τον 16ο μ.Χ. αι. Η μεσαιωνική αρχαιολογία εξετάζει και ερμηνεύει ευρήματα που σχετίζονται με τον μετα-ρωμαϊκό κόσμο και καλύπτει πολιτισμούς όπως αυτός των Βίκινγκ, των Σαξόνων και των Φράγκων. Φυσική συνέχεια της μεσαιωνικής αρχαιολογίας θεωρείται η μεταμεσαιωνική αρχαιολογία, αν και τέτοιου είδους υποδιαιρέσεις οδηγούν συχνά σε αμφισβητήσεις των ούτως η άλλως μεταβαλλόμενων διακριτών ορίων της εκάστοτε περιοδολόγησης.

Βυζαντινή αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βυζαντινή αρχαιολογία ανήκει ουσιαστικά ως κλάδος στη μεσαιωνική αρχαιολογία, αλλά ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με την αρχαιολογία της Κωνσταντινούπολης, πρωτεύουσας της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και αστικών κέντρων της βυζαντινής επικράτειας από τον 4ο έως τον 12ο μ.Χ. αιώνα. Ο όρος σταδιακά διευρύνθηκε ώστε να περιλαμβάνει τμήμα της ιστορίας της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως συνέχειας του Βυζαντινού κόσμου από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα, στο βαθμό που ακολούθησε και διατήρησε τα θέσμια της βυζαντινής κοινωνίας.

Αρχαιολογία του γένους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το όρο αρχαιολογία του γένους εννοούμε έναν συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης σε ζητήματα ερμηνείας των αρχαιολογικών μαρτυριών σχετιζόμενη με ζητήματα ισχύος, αυτονομίας και συμβολικών νοημάτων που συνδέονται με την έννοια του αρσενικού και του θηλυκού σε διαφορετικές κοινωνίες. Όπως είναι φυσικό το ενδιαφέρον της αρχαιολογίας στη συγκεκριμένη περίπτωση εστιάζεται στις αλληλεπιδράσεις των σχέσεων του γένους με άλλες κοινωνικές κατηγορίες όπως είναι οι τάξεις, η ηλικία, η εθνική ταυτότητα, η θρησκεία και η συγγένεια.

Αστική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διακριτός κλάδος που εφαρμόζει τις αρχαιολογικές μεθόδους για τη μελέτη μεγάλων πόλεων και αστικών περιοχών, όπως επίσης και τη διαδικασία της αστικοποίησης.

Βιομηχανική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όρος που εισήχθη από τον Donald Dudley το 1950 για να περιγράψει τον αναδυόμενο τότε κλάδο της αρχαιολογίας, η οποία ασχολείτο ιδιαίτερα με μνημεία και δομές χρονολογημένες από τη Βιομηχανική επανάσταση και μεταγενέστερα. Ωστόσο, το πεδίο του συγκεκριμένου κλάδου διευρύνθηκε για να περιλάβει τη βιομηχανία και τις επικοινωνίες οποιασδήποτε παρελθούσας εποχής. Εξαιτίας των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων που ανακύπτουν από ένα τέτοιο ερευνητικό πεδίο, η αρχαιολογία στην προκειμένη περίπτωση συνεργάζεται με άλλους επιστημονικούς κλάδους ή τέχνες, όπως είναι η μηχανική, η αρχιτεκτονική, η οικοδομική, η ναυπηγική και η υφαντική, όπως επίσης και με ειδικούς άλλων ιδιαίτερων πεδίων των τεχνών ή της παραγωγικής διαδικασίας (τεχνικούς εξορύξεων, μεταλλουργούς, ναυπηγούς, υφαντές κ.α.) Αν και μοιράζεται πολλές μεθόδους με άλλους τομείς της αρχαιολογίας, το γενικό της εννοιολογικό πλαίσιο είναι θεμελιωμένο στην περιγραφή και την έρευνα και συνεπώς η γενική αρχαιολογική θεωρία βρίσκει μικρή εφαρμογή στην περίπτωσή της. Εντούτοις μια τέτοια εφαρμογή είναι κατά την άποψή μας περισσότερο από αναγκαία, γιατί μπορεί να αναδείξει ευρύτερες κοινωνικές πρακτικές του παρελθόντος μέσω των υλικών ευρημάτων και της ερμηνείας τους.

Γνωσιακή αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων κλάδος της αρχαιολογίας που σχετίζεται αρχικά με τη μελέτη των παρελθόντων τρόπων σκέψης και των συμβολικών δομών που αναπτύσσονται από συγκεκριμένα πρότυπα υλικών πολιτισμών.

Κοινωνική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διακριτός κάδος της αρχαιολογίας που αναπτύχθηκε το 1970 από τον Colin Renfrew και άλλους που θεωρούν ότι η κατανόηση του αρχαιολογικού παρελθόντος χρειάζεται να περιλαμβάνει την αναδόμηση των αρχαίων κοινωνιών και των κοινωνικών πρακτικών στο σύνολό τους. Σύμφωνα με αυτή την πρακτική τα τεχνουργήματα και τα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα ερμηνεύονται μέσω του κοινωνικού τους εννοιολογικού πλαισίου και η έρευνα εστιάζεται σε συστήματα, οργανισμούς και κοινωνική οργάνωση, πριν προσπαθήσει να κατανοήσει το ρόλο των ατόμων και των πράξεών τους.

Περιβαλλοντική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για κλάδο της αρχαιολογίας που σχετίζεται ιδιαίτερα με την καταγραφή και κατανόηση του φυσικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργούσε κάποιο ιδιαίτερο πολιτισμικό σύστημα. Το επίκεντρο ενός τέτοιου έργου είναι ενίοτε συγχρονικό σε ό,τι αφορά στην προσπάθεια αναδόμησης μιας εικόνας της χρήσης της γης σε ένα αρχαιολογικό τόπο ή γύρω από αυτόν σε μια ιδιαίτερη φάση της ιστορίας του. Άλλοτε το έργο γίνεται διαχρονικό, όταν οι αρχαιολόγοι προσπαθούν να κατανοήσουν -για παράδειγμα- τη μεταβαλλόμενη φύση της βλάστησης ή την πανίδα ενός τόπου. Από τα παραπάνω συνάγεται πως το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης αρχαιολογικής έρευνας στρέφεται στη δυναμική των σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ανθρώπους και το περιβάλλον τους, όπως επίσης και στα συμβολικά νοήματα που απέδιδαν οι άνθρωποι του παρελθόντος σε ιδιαίτερα φυτά, ζώα ή διαμορφώσεις της γης που κατείχαν.

Μαρξιστική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται ουσιαστικά για μια ξεχωριστή προσέγγιση στην αρχαιολογική ερμηνεία που αντλεί το θεωρητικό της υπόβαθρο από τις θεωρίες του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Έγκελς για τις κοινωνικές αλλαγές και τα ανακύπτοντα ζητήματα κοινωνικών σχέσεων. Η κατανόηση του ποιος κατέχει τη δύναμη και του πώς ασκείται η δύναμη είναι ένα ζωτικό στοιχείο για την ερμηνεία των κοινωνικών αλλαγών. Οι Μαρξιστές θεωρούν πώς κάθε κοινωνία καθορίζεται και διαμορφώνεται από τον "τρόπο παραγωγής" της, στον οποίο ενσωματώνονται τόσο οι "δυνάμεις παραγωγής" (επιστήμη, τεχνολογία και όλοι οι άλλοι ανθρώπινοι και φυσικοί πόροι) και οι "σχέσεις παραγωγής" (οι τρόποι δηλαδή με τους οποίους σχετίζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους στην παραγωγή και την κατανομή των αγαθών). Η κοινωνική οργάνωση και η αλλαγή είναι όροι που στη μαρξιστική θεωρία σχετίζονται με τη σύγκρουση κοινωνικών ομάδων βασισμένων στο γένος, τις τάξεις, το φύλο ή την ηλικία. Ανάμεσα στους δυτικούς αρχαιολόγους ο πρώτος που στηρίχθηκε στη μαρξιστική θεωρία ήταν ο Βερ Γκόρντον Τσάιλντ (Gordon Childe), που είδε τις δυνάμεις παραγωγής ως θεμελιώδεις παράγοντες επίδρασης των προϊστορικών κοινωνιών, οικονομιών και ιδεολογιών. Σε πολλά από τα πρώιμα έργα του προκάλεσε ανοικτά τις κρατούσες τότε φασιστικές αντιλήψεις περί προϊστορίας.

Πειραματική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για κλάδο της αρχαιολογικής έρευνας που ασχολείται με τη διενέργεια προσεκτικά ελεγχόμενων πειραμάτων, τα οποία βοηθούν στην ερμηνεία της αρχαιολογικής μαρτυρίας. Αυτού του είδους τα πειράματα διαφέρουν ως προς τη φύση, το σκοπό αλλά και το χρόνο που απαιτούν για την ολοκλήρωσή τους. Για παράδειγμα πειράματα που έχουν να κάνουν με την παρακολούθηση της φθοράς ενός υλικού χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθούν, ενώ πειράματα που σχετίζονται με την αναπαραγωγή αρχαίων εργαλείων χρειάζονται μόλις μερικές ώρες. Με τους πειραματισμούς της η πειραματική αρχαιολογία έχει δώσει αναπάντεχες λύσεις σε θεωρητικούς προβληματισμούς, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ανακατασκευής αρχαίων σκαφών και ταξιδιών που απέδειξαν τη δυνατότητα πολιτισμικής μεταβίβασης σε μακρινές αποστάσεις.

Σωστική αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όρος που πρωτοχρησιμοποιήθηκε στη Βρετανία στη δεκατία 1960 - 1970 για την αρχαιολογία πεδίου που έχει ως στόχο της τη διάσωση απειλούμενων αρχαιολογικών πεδίων. Η αυξανόμενη καταστροφή αρχαιολογικών τόπων εξαιτίας της υπέρμετρης αστικής ανάπτυξης και της κατασκευής μεγάλων λεωφόρων οδήγησε στην νομοθετική κατοχύρωση της σωστικής αρχαιολογίας. Μειονέκτημα της σωστικής αρχαιολογίας και των σωστικών ανασκαφών γενικότερα θεωρείται το ότι είναι συνήθως επιλεκτική ως προς το τι εξετάζει εξαιτίας της πίεσης του χρόνου, όπως επίσης και το γεγονός ότι δεν μπρορεί για τον ίδιο λόγο να εφαρμόσει σύγχρονες και εξελιγμένες τεχνικές ανασκαφής.

Υποβρύχια αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υποβρύχια αρχαιολογία είναι κλάδος της αρχαιολογίας που ασχολείται με την αναζήτηση, μελέτη και έρευνα αρχαιολογικών τόπων, αποθέσεων και ναυαγίων που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του νερού των θαλασσών, των ακτών των ωκεανών, λιμνών και των ποταμών. Πρόκειται ίσως για τη δυσκολότερη αρχαιολογική έρευνα, γιατί αφενός διεξάγεται σε υπερβαρικό περιβάλλον και απαιτεί σημαντική γνώση και εξοικείωση με τις τεχνικές της αυτόνομης κατάδυσης, αφετέρου γιατί ειδικά σε λιμναίο και ποτάμιο περιβάλλον η έρευνα γίνεται συνήθως σε συνθήκες εξαιρετικά χαμηλής ορατότητας. Τα ευρήματα της υποβρύχιας αρχαιολογίας, καλά συντηρημένα εξαιτίας της απουσίας ατμοσφαιρικού αέρα και της επακόλουθης ταχείας διάβρωσης που υφίστανται κατά την ανέλκυση στην επαφή τους με την ατμόσφαιρα, απαιτούν πολύ καλή γνώση των τεχνικών συντήρησης των διάφορων υλικών που ανελκύονται, αλλά και πολύ γνώση των τεχνικών ανέλκυσης από υποβρύχιο περιβάλλον.

Ψευδοαρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: ψευδοαρχαιολογία

Ενίοτε αποκαλείται από τους υποστηρικτές της και απαγορευμένη αρχαιολογία. Πρόκειται για ένα ευρύ φάσμα ασύνδετων θεμάτων και προσεγγίσεων που ερμηνεύουν με μη επιστημονικό τρόπο ή κατά το δοκούν τις αρχαιολογικές μαρτυρίες. Ανάμεσα στα θέματα με τα οποία ασχολείται είναι ο εντοπισμός της Ατλαντίδας, η ιδέα ότι αστροναύτες από άλλους κόσμους επισκέφθηκαν τη γη στο παρελθόν ή η ύπαρξη ενεργειακών συνδέσεων ανάμεσα σε αρχαιολογικούς τόπους, οι γραμμές "λέι" κ.λπ. Αν και εξοβελισμένη από την ακαδημαϊκή κοινότητα η απαγορευμένη αρχαιολογία πολλές φορές ασχολείται με ζητήματα ερμηνείας υπαρκτού αρχαιολογικού υλικού, για τα οποία η αρχαιολογία δεν έχει ή δεν μπορεί να δώσει ερμηνείες, αυτοπεριοριζόμενη στο αυστηρό εννοιολογικό της πλαίσιο.

Σημειώσεις - παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Κουκουζέλη, Αλ.; Ε. Μανακίδου, Κ. Σμπόνιας (2000). Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο. Πάτρα: Ε.Α.Π.. σελ. 17-85. ISBN 960-538-489-2. 
  2. Wheeler, M. (1954). Archaeology from the Earth. Oxford: Oxford University Press. σελ. 13. 
  3. π.π. δηλαδή προ παρόντος σε αβαθμονόμητη κλίμακα.
  4. Matthew, Johnson (2011). Archaeological Theory: An Introduction, 2nd Edition. NJ: Wiley. σελ. 29-30. ISBN 978-1-4443-2608-6. 
  5. Κουκουζέλη, Αλ.; Ε. Μανακίδου, Κ. Σμπόνιας (2000). Αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο. Πάτρα: Ε.Α.Π.. σελ. 93-94. ISBN 960-538-489-2. 

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Darvill Timothy, The Concise Oxford Dictionary of Archaeology, Oxford University Press, 2002: "archaeology".
  • Matthew, Johnson 2011, Archaeological Theory: An Introduction, 2nd Edition, Wiley, NJ, ISBN 978-1-4443-2608-6.
  • Renfrew C. – Bahn P. 2001, Αρχαιολογία: θεωρίες, μεθοδολογία και πρακτικές εφαρμογές, Καρδαμίτσας, Αθήνα.
  • Wheeler, M. 1954, Archaeology from the Earth. Oxford University Press. Oxford,
  • Κουκουζέλη Α. – Μανακίδου Ε. – Σμπόνιας Κ. 2003, Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο, τομ. Α', ΕΑΠ, Πάτρα, ISBN 960-538-489-2.