Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χειρόγραφο του 10ου αιώνα με απόσπασμα από την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου

Το έργο Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι η εξιστόρηση της σύγκρουσης μεταξύ Αθήνας-Αθηναϊκής Συμμαχίας και της Σπάρτης-Πελοποννησιακής Συμμαχίας η οποία άρχισε το 431 π.Χ. Συγγραφέας του έργου αυτού ήταν ο Αθηναίος πολιτικός Θουκυδίδης. Είναι ευρύτερα αποδεκτό ως ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κείμενα, και με την αρτιότητα και νηφαλιότητα συγγραφής του θεωρείται ως η πρώτη επιστημονικά γραμμένη ιστορική μελέτη.

Περίληψη του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο ξεκινά με το κλασσικό προοίμιο, για να ακολουθήσει η "Αρχαιολογία". Αυτή είναι μια επιτομή της προγενέστερης ελληνικής ιστορίας, στηριγμένη πιο πολύ σε ενδείξεις, που έχει σκοπό να δείξει πόσο σημαντικότερος ήταν ο Πελοποννησιακός πόλεμος από τις προγενέστερες συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένων των Μηδικών. Στη συνέχεια, ο Θουκυδίδης εκθέτει τις μεθοδολογικές του αρχές για την εξακρίβωση της αλήθειας και διαχωρίζει την πραγματική αιτία του πολέμου, δηλαδή το φόβο της Σπάρτης μπροστά στην αυξανόμενη δύναμη της Αθήνας, από τις αφορμές του (Κερκυραϊκά, Ποτειδεατικά επεισόδια). Μετά την εξιστόρηση των αφορμών του πολέμου που αναφέρθηκαν παραπάνω, εξιστορείται η ταχύτατη πορεία ανόδου της ισχύος της Αθήνας στο διάστημα μεταξύ του τέλους των Μηδικών και της αρχής του Πελοποννησιακού πολέμου. Με τις τελευταίες πολιτικές ενέργειες των αντιπάλων, πριν αρχίσουν οι εχθροπραξίες, κλείνει το πρώτο βιβλίο του έργου.[1]

Από το δεύτερο βιβλίο ξεκινά η περιγραφή του πολέμου, οργανωμένη σε καλοκαίρια και χειμώνες, έως τη νίκη των Αθηναίων στο Κυνός Σήμα και την ανακατάληψη της Κυζίκου το 411 π.Χ. Με ένα δεύτερο προοίμιο, συμπληρώνει τα αυτοβιογραφικά του στοιχεία και εξηγεί γιατί θεωρεί όλες τις επιμέρους εχθροπραξίες ως μέρη ενός ενιαίου πολέμου. Σποραδικά, και για ειδικούς λόγους, ο Θουκυδίδης καταφεύγει σε παρεμβολές για να περιγράψει τη συνοπτική ιστορία ξένων κρατών, παλαιότερα ιστορικά γεγονότα, χαρακτηρίζει πολιτικά πρόσωπα. Σε άλλες παρεκβάσεις περιγράφονται ο φοβερός λοιμός (επιδημία) του 430 π.Χ. και οι συνέπειες των εμφυλίων πολέμων στην ανθρώπινη ηθική.[1]

Αν και φαίνεται πως ο Θουκυδίδης εργάστηκε για το έργο του σε όλο το διάστημα από την έναρξη του πολέμου έως το 399 π.Χ., δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την αφήγησή του η οποία σταματά απότομα μετά τα γεγονότα του 411 π.Χ.[2]

Πηγές του Θουκυδίδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μιας και ο πόλεμος ήταν σύγχρονος του Θουκυδίδη, η κύρια πηγή του ήταν οι πληροφορίες που συνέλεξε ο ίδιος από αξιόπιστα πρόσωπα και οι λίγες επίσημες συνθήκες μεταξύ των πόλεων - κρατών. Για το διάστημα 424 - 404 π.Χ., οπότε ήταν εξόριστος από την Αθήνα, ήταν αναγκασμένος να πληροφορείται τα της πατρίδας του από έμμεσες πηγές. Προφανώς μπορούσε να παίρνει εύκολα πληροφορίες από γνωστούς του γιατί η απουσία του δεν φαίνεται να επηρέασε τη γνώση του για τα τεκταινόμενα στην πατρίδα του. Επίσης, η εξορία του θα του έδινε τη δυνατότητα να παίρνει πιο εύκολα στοιχεία από την Πελοποννησιακή πλευρά.[1]

Διάδοση του έργου, συνεχιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν είναι γνωστό ποιος ανέλαβε να εκδώσει την ημιτελή Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, μετά το θάνατο του συγγραφέα. Είναι πάντως βέβαιο ότι έγινε σύντομα και χωρίς καμία επέμβαση στο περιεχόμενο. Το έργο διαδόθηκε πολύ γρήγορα και συνάντησε μεγάλη επιτυχία, όπως δείχνει και ο αριθμός των συγγραφέων εκείνης της εποχής που αποφάσισαν να το συνεχίσουν (εκτός του Ξενοφώντα, γνωρίζουμε τους Θεόπομπο, Κράτιππο, καθώς και τον ανώνυμο συγγραφέα της Οξυρρύγχου). Έχουν διασωθεί τα Ελληνικά του Ξενοφώντα, των οποίων το πρώτο μέρος εξιστορεί τον Πελοποννησιακό πόλεμο, από το σημείο που σταμάτησε ο Θουκυδίδης.[3]

Στους μετέπειτα αιώνες, δεν υπήρξε κανείς που να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του έργου και η κριτική επικεντρώθηκε στη ύφος του, με άλλους να το επαινούν και να το μιμούνται, και άλλους να το επικρίνουν. Στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή εποχή, γίνεται ανάγνωσμα στα σχολεία και η χρήση του συνεχίζεται και στη βυζαντινή εποχή. Στο νεότερο Δυτικό κόσμο, ο Θουκυδίδης έγινε γνωστός στα μέσα του 15ου αι.[3]

Η μεγάλη αξία του έργου συνεχίζει να εκτιμάται έως σήμερα.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (1972), σ. 441
  2. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (1972), σ. 440
  3. 3,0 3,1 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (1972), σ. 447

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, 1972, τόμος Γ2.
  • Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, εκδ.ΠΟΛΙΣ, μεταφρ.Μ.Σκουτερόπουλος, Αθήνα 2011