Βιογραφία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ζωή ενός προσώπου καταγεγραμμένη και δημοσιευμένη σε μορφή βιβλίου ή δοκιμίου. Η βιογραφία αναφέρεται στα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής του ατόμου καταγράφοντας τις σημαντικότερες προσωπικές στιγμές του, τον επαγγελματικό του βίο, την κοινωνική και επιστημονική του προσφορά μέσα σε ένα κοινωνικοπολιτικό και ιστορικό πλαίσιο. Για να πραγματοποιηθεί μια βιογραφία πρέπει είτε να δοθεί η συγκατάθεση του βιογραφούμενου ή της οικογένειάς του, είτε να υπάρξει συνεργασία ανάμεσα στον ίδιο το βιογραφούμενο και το συγγραφέα. Στην περίπτωση που βιογραφούμενος και συγγραφέας ταυτίζονται, το έργο ονομάζεται αυτοβιογραφία και θεωρείται πρωτογενής πηγή.

Αυτοβιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο αυτοβιογραφία χαρακτηρίζουμε συνήθως ένα συνεχές αφηγηματικό κείμενο, στο οποίο ένας άνθρωπος γράφει ο ίδιος την ιστορία της ζωής του (ή ενός μέρους της). Η αυτοβιογραφία πρέπει να διακρίνεται απ' τα απομνημονεύματα, όπου πάνω απ' όλα δίνεται έμφαση στη συμμετοχή του συγγραφικού υποκειμένου σε σημαντικά γεγονότα της εποχής του (π.χ. τα απομνημονεύματα των πολεμιστών του 1821, εκτός του ότι δεν είναι πάντα γραμένα από τους ίδιους, δεν αναφέρονται τόσο στη ζωή των ηρώων αυτών όσο στη συμμετοχή τους στον Αγώνα για την ανεξαρτησία). Επίσης με την αυτοβιογραφία συγγενεύει και το ημερολόγιο, με τη διαφορά ότι το τελευταίο είναι ένα κείμενο χωρίς ιδιαίτερη συνοχή, που συνήθως γράφεται με μικρή ή μηδαμινή χρονική απόσταση από τα συμβάντα που περιγράφει. Η αυτοβιογραφία, αντίθετα, στις περισσότερες περιπτώσεις γράφεται σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο από τα όσα εξιστορεί και σ' αυτό οφείλει τουλάχιστον ένα μέρος της λογοτεχνικότητάς της.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτοβιογραφικές απόπειρες έχουμε ήδη από την αρχαιότητα, αλλά η ιστορία της σύγχρονης αυτοβιογραφίας ουσιαστικά ξεκινά προς το τέλος του 18ου αιώνα, με της περίφημες Εξομολογήσεις του Γάλλου διαφωτιστή Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ο όρος "αυτοβιογραφία" αρχίζει να εμφανίζεται συστηματικά στις ευρωπαϊκές γλώσσες μετά το 1800. Το γεγονός, όμως, ότι ο ίδιος ο όρος αρχίζει να χρησιμοποιείται δε σημαίνε και πολλά πράγματα. Για μεγάλο διάστημα, σχεδόν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, η αυτοβιογραφία θεωρείται ένα δευτερεύον βιογραφικό είδος, κάπου μεταξύ ανεκδοτολογίας και ιστοριογραφίας: ικανοποιεί κυρίως τους φιλοπερίεργους και μπορεί ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί ως πηγή πληροφοριών. Πρόκειται περισσότερο για μια προσωπική μρτυρία, που σίγουρα δεν μπορεί να ειναι αντικειμενική ή αξιόπιστη.

Καθώς πλησιάζουμε προς τον 20ό αιώνα, τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν: από τη μια πλευρά, έχουμε συνεχή αύξηση των αυτοβιογραφιών που δημοσιεύονται. Από την άλλη πλευρά, η ανάπτυξη της κοινωνιολογίας και της ψυχανάλυσης προσφέρει νέους τρόπους προσέγγισης του είδους. Η αυτοβιογραφία χρησιμεύει πλέον για να κατανοήσουμε πώς ένας άνθρωπος, συνήθως επώνυμος, βλέπει τον εαυτό του και την κοινωνία στην οποία ζει.

Από λογοτεχνικής πλευράς, θα πρέπει να πούμε ότι η αυτοβιογραφία προϋποθέτει έναν ιδιαίτερο τρόπο ανάγνωσης, καθώς είναι το μοναδικό είδος όπου ο αναγνώστης γνωρίζει εκ των προτέρων ότι συγγραφέας, αφηγητής και κεντρικός ήρωας ταυτίζονται - πρόκειται δηλαδή για το ίδιο πρόσωπο, και μάλιστα υπαρκτό. Βέβαια, πολλοί αμφιβάλλουν γι' αυτή την τριπλή ταύτιση, υποστηρίζοντας ότι ο συγγραφέας μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον κεντρικό ήρωα αλλά σε διαφορετική ηλικία, ενώ ο αφηγητής κινείται συνεχώς ανάμεσα στα δύο αυτά επίπεδα. Το ζήτημα είναι σίγουρα πολύ πιο πολύπλοκο από όσ φαίνεται αρχικά.

Η δυσπιστία που ορισμένοι δείχνουν απέναντι στην αυτοβιογραφία εντείνεται από τις πρόσφατες εξελίξεις στο είδος αυτό. Συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια συνεχώς εντεινόμενη τάση για τη δημοσίευση "αυτοβιογραφιών" διαφόρων προσώπων της επικαιρότητας που πολλές φορές δεν είναι πάνω από τριάντα ετών και, πάντως, απέχουν πολύ από το τέλος της ζωής τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα κείμενα αυτά έχουν γραφτεί κατά παραγελλία όχι από τον ίδιο τον αυτοβιογραφούμενο αλλά από κάποιον επαγγελματία συγγραφέα και απευθύνονται σ' ένα κοινό όχι απλά φιλοπερίεργο αλλά αδιάκριτο, το οποίο θέλει απλώς να εισχωρήσει στο άδυτο της ιδιωτικής ζωής ενώς δημόσιου προσώπου. Μοναδικός στόχος τέτοιων επιχειρημάτων είναι, βέβαια, οι υψηλές πωλήσεις που εξασφαλίζονται από το δίασημο όνομα του αυτοβιογραφούμενου. Πρόκειται, φυσικά, για έναν πραγματικό εκφυλισμό του είδος, στο όνομα του κέρδους.

Σχεση αυτοβιογραφίας με τα υπόλοιπα λογοτεχνικά είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέλος, θα πρέπει να πούμε ότι, παρ' όλες τις μελέτες που έχουν γίνει, παραμένει προβληματική η σχέση της αυτοβιογραφίας με τα υπόλοιπα είδη πεζογραφίας και ιδίως με το μυθιστόρημα. Ειδικά στην εποχή μας, το ζήτημα παρουσιάζεται ιδιαίτερα περίπλοκο, καθώς δημοσιεύεται πλέον ένας μεγάλος αριθμός μυθιστορημάτων που δεν είναι εύκολο να διακριθούν από τις καθαυτό αυτοβιογραφίες, μια και περιέχουν έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Από την άλλη πλευρά η αυτοβιογραφία πάντοτε χρησιμοποιούσε πολλές από τις τεχνικές και τις δομές του μυθιστορήματος. Σήμερα, πολλές αυτοβιογραφίες παρουσιάζονται ως μυθιστορήματα, ενώ η συνήθεια να παρουσιάζονται τα μυθιστορήματα ως αυτοβιογραφίες χρονολογείται από την εποχή του Ροβινσώνα Κρούσου και των Ταξιδιών του Γκιούλιβερ, όταν συγγραφείς όπως ο Ντάνιελ Ντεφόε ή ο Τζόναθαν Σουίφτ αντίστοιχα, ήθελαν να δώσουν μιαν αίσθηση πραγματικότητας στα έργα τους.

Αυτοβιογραφία και νεοελληνική λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτή η διαπλοκή μεταξύ αυτοβιογραφικού και μυθιστορήματος, η οποία φέρνει για μια ακόμη φορά στην επιφάνεια το εξαιρετικά περίπλοκο ζήτημα των σχέσεων της λογοτεχνίας με την πραγματικότητα, παρατηρείται και στη νεοελληνική λογοτεχνία. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, τα μυθιστορήματα που εμπεριέχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι άφθονα, ενώ από τον περασμένο κίολας αιώνα, πολλά μυθοπλαστικά έργα παρουσιάζονταν ως χειρόγραφα άλλων προσώπων που αφηγούνταν την ιστορία της ζωής τους, ολόκληρης ή ενός μέρους (π.χ. ο Θάνος Βλέκας του Παύλου Καλιγά, ο Λουκής Λάρας του Δημήτριου Βικέλα, η Μετανάστις και οι Έμποροι των Εθνών του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, και στον αιώνα μας η Ζωή εν Τάφω του Στρατή Μυριβήλη, ο Κίτρινος Φάκελος του Μ. Καραγάτση κτλ.). Στην κατηγορία αυτή, ειδική αναφορά αξίζει να γίνει στο πιο πρόσφατο Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη του Θανάση Βαλτινού, όπου υποτίθεται ότι καταγράφονται οι εμπειρίες της ζωής ενός από τους πρώτους Έλληνες μετανάστες στην Αμερική στις αρχές του αιώνα, με τον τρόπο που ο ίδιος αφηγήθηκε στον συγγραφέα. Το κείμενο αυτό είναι ίσως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του έντονου ενδιαφέροντος που δείχνει η εποχή μας για τις αυτοβιογραφίες απλών ή και περιθωριακών πολλές φορές ατόμων, που μπορούν να μας βοηθήσουν να συλλάβουμε το διαφορετικό, να δούμε δηλαδή κάποιες άλλες πλευρές της ζωής.

Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι μέχρι σήμερα τουλάχιστον η αυτοβιογραφία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης. Κυρίως εκλαμβάνεται ως ντοκουμέντο ή μαρτυρία δηλαδή ως πληροφοριακό υλικό είτε για το πρόσωπο που αυτοβιογραφείται είτε για την εποχή του. Αυτό είναι πιθανό να οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχουν γραφεί πολλές αυτοβιογραφίες επώνυμων Ελλήνων (ενώ αντίθετα, έχουμε στη διάθεσή μας μια αρκετά πλούσια σειρά απομνημονευμάτων). Ξεχωρίζουν μόνο ορισμένες αυτοβιογραφίες λογοτεχνών ή πνευματικών ανθρώπων, όπως για παράδειγμα του Α. Κοραή (Εκλεκτές Σελίδες), του Επτανήσιου Ανδρέα Λασκαράτου που την έγραψε στα ιταλικά στα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του και δεν έπαψε να συμπληρώνει το κείμενο ως την παραμονή σχεδόν του θανάτου του, του Γεώργιου Δροσίνη (Σκόρπια φύλλα της ζωής μου), του Γρηγόριου Ξενόπουλου (Η ζωή μου σα μυθιστόρημα), του Κωστή Παλαμά (Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου), του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (Η ζωή μου) και άλλων. Επίσης, αυτοβιογραφία θα μπορούσε να θεωρηθεί και το έργο Αναφορά στο Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη (έχει χαρακτηριστεί ποιητική αυτοβιογραφία) και σε πιο πρόσφατα χρόνια, το Φοβερό βήμα του Κώστα Ταχτσή, που δημοσιεύθηκε μετά το βίαιο θάνατό του.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παρίσης Νικήτας - Παρίσης Ιωάννης, «Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων», Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 2006.
  • Εγκυκλοπαίδεια «Υδρόγειος», Εκδόσεις «ΔΟΜΙΚΗ», Αθήνα 1993.