Χανάτο του Καζάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χανάτο του Καζάν
Qazan Xanlığı

1438 – 1552


Σημαία

Πρωτεύουσα Καζάν
Γλώσσες Τουρκικές γλώσσες (Ταταρικά, Τσουβασικά), Μαρί (φιννική γλώσσα)
Θρησκεία Ισλάμ, Σαμανισμός
Πολίτευμα Χανάτο
Χαν Ολούγκ Μοχάμμαντ (πρώτος)
Γιαντεγκάρ Μοχάμμαντ (τελευταίος)
Ιστορία
 -  Ίδρυση 1438
 -  Προσάρτηση από το Βασίλειο της Ρωσίας 1552
Σήμερα Flag of Russia.svg Ρωσία

Το Χανάτο του Καζάν (ταταρικά: Qazan Xanlığı), ήταν ένα μεσαιωνικό βουλγαρο-ταταρικό κράτος, που καταλάμβανε την περιοχή της πρώην Βουλγαρίας του Βόλγα, την περίοδο 1438-1552. Οι χάνοι του ήταν απόγονοι του Τουγκ Τεμύρ, 13ου υιού του Ζούτσι και εγγονού του Τζένγκις Χαν. Το χανάτο κάλυπτε τα σημερινά εδάφη των Ταταρστάν, Μαρί Ελ, Τσουβασίας, Μορδοβίας, και τμήματα της Ουντμουρτίας και της Μπασκιρίας. Πρωτεύουσά του ήταν η πόλη του Καζάν. Αποτελούσε ένα από τα διάδοχα κράτη της Χρυσής Ορδής, ενώ το τέλος του ήρθε με την κατάληψή του από το Βασίλειο της Ρωσίας.

Γεωγραφία και πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επικράτεια του χανάτου αποτελείτο από εδάφη με μουσουλμανικούς βουλγαρικούς πληθυσμούς (τουρανικούς βουλγαρικούς πληθυσμούς του Βόλγα, σε αντίθεση με τους συγγενείς τους Βουλγάρους των Βαλκανίων που εκσλαβίστηκαν) που αρχικώς ανήκαν στη Βουλγαρία του Βόλγα. Οι ποταμοί Βόλγας, Κάμα και Βιάτκα ήταν οι κύριοι ποταμοί του χανάτου, καθώς και οι κύριοι εμπορικοί δρόμοι. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν Τάταροι του Καζάν (μουσουλμάνοι Βούλγαροι του Βόλγα που υιοθέτησαν την ταταρική γλώσσα). Ο αυτοπροσδιορισμός τους δεν περιοριζόταν στους Τατάρους. Πολλοί αυτοπροσδιορίζονταν απλώς ως μουσουλμάνοι ή ως "ο λαός του Καζάν". Το Ισλάμ αποτελούσε την κρατική θρησκεία.

Η τοπική φεουδαρχική αριστοκρατία αποτελείτο από Βουλγάρους του Βόλγα, αλλά η Αυλή και η σωματοφυλακή των χάνων του Καζάν αποτελούνταν από Τατάρους της στέπας (Κιπτσάκους, και αργότερα Νογκάι) που ζούσαν στο Καζάν. Σύμφωνα με την παράδοση, οι τοπικές τουρκικές φυλές καλούνταν επίσης Τάταροι από την αριστοκρατία των στεπών, και αργότερα, τη ρωσική ελίτ. Τμήμα της ανώτερης αριστοκρατίας καταγόταν από τη Χρυσή Ορδή. Περιελάμβανε μέλη τεσσάρων επιφανών αριστοκρατικών οικογενειών: Αργίν, Μπαρίν, Κιπτσάκ, και Σιρίν.

Οι υπήκοοι στον χάνο περιελάμβαναν τους Τσουβάσους, Μαρί, Μορδαβούς, Τατάρους, Ουντμούρτιους και Μπασκίρους. Οι Περμιανοί και κάποιοι από τις φυλές των Κόμι είχαν επίσης ενσωματωθεί στο χανάτο. Οι Τάταροι είχαν φτάσει στην περιοχή κατά τη διάρκεια της περιόδου της Χρυσής Ορδής και σταδιακά αφομοίωσαν τους ιθαγενείς φιννικής προέλευσης Μορδβίνους και Βουρτάσους (δεν έχει αποσαφηνιστεί η φιννική καταγωγή τους). Κάποιες ηγεμονίες των Τατάρων ποτέ δεν πέρασαν στον έλεγχο του Καζάν, αντιθέτως έλκονταν προς το Χανάτο του Άστραχαν ή τη Μοσχοβία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τέλος του 15ου αιώνα, οι πρώην επικράτειες της Βουλγαρίας του Βόλγα (Περιφέρεια Καζάν ή Δουκάτο Καζάν) ίσως ανέκτησαν ένα βαθμό ανεξαρτησίας εν καιρώ διάλυσης της Χρυσής Ορδής. Το πριγκηπάτο ήταν αυτοδιοικούμενο και συντηρούσε μία δυναστεία από Πρωτο-Βούλγαρους άρχοντες. Το 1437-1438 ο Ούλουγκ Μουχάμαντ με την υποστήριξη της τοπικής αριστορκρατίας σφετερίστηκε το θρόνο του Καζάν και ανέλαβε τον τίτλο του Χαν, ιδρύοντας το χανάτο του Καζάν. Μέχρι το 1445 είχε ολοκληρωθεί η μεταβίβαση της εξουσίας από την τοπική Πρωτο-Βουλγαρική δυναστεία στον γιο του Ούλουγκ, τον Μαχμούντ (Mäxmüd), ο οποίος τον διαδέχθηκε.

Στην πορεία της ιστορίας του, το χανάτο ήταν επιρρεπές σε αστικές αναταραχές και διαμάχες για το θρόνο. Οι χάνοι αλλάχτηκαν 19 φορές σε 115 χρόνια. Συνολικά βασίλευσαν 15 χάνοι εκ των οποίων ορισμένοι ανήλθαν στο θρόνο πολλές φορές. Ο Χαν ήταν εκλεγμένος από τους Τζενγκισίδες (απόγονους του Τζένγκις Χαν), από τους δημοτικούς άρχοντες ή από τους ίδιους τους πολίτες.

Πρώιμη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν καιρώ βασιλείας του Ουλούγκ Μουχάμαντ και του γιού του, Μαχμούντ, οι δυνάμεις του Καζάν εισέβαλαν στην επικράτεια της Μοσχοβίας και των υποτελών της αρκετές φορές. Ο Βασίλειος Β' της Μόσχας, ο οποίος ενεπλάκη στον Μεγάλο Φεουδαρχικό Πόλεμο εναντίον των εξαδέλφων του, ηττήθηκε σε μια μάχη κοντά στο Σούζνταλ και αναγκάστηκε να πληρώσει λύτρα στον χαν του Καζάν.

Τον Ιούλιο 1487 ο Μεγάλος Δούκας Ιβάν Γ' της Μόσχας κατέλαβε το Καζάν και διόρισε έναν αρχηγό μαριονέτα, τον Μοχαμανταμίν (Ταταρικά: Мөхәммәт Әмин) στο θρόνο του Καζάν. Κατόπιν τούτου, το Χανάτο του Καζάν έγινε προτεκτοράτο της Μόσχας, και απελευθερώθηκε το εμπόριο για τους Ρώσους σε όλη την επικράτεια. Αυτοί που υποστήριζαν την ένωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χανάτου της Κριμαίας εκμεταλλεύτηκαν τα παράπονα του λαού προς πρόκληση εξεγέρσεων (τα έτη 1496, 1500, και 1505), αλλά με αμελητέα αποτελέσματα.

Το 1521 με την κυριαρχία της Μόσχας, τη σύναψη συνθήκης αμοιβαίας βοήθειας με το Χανάτο του Άστραχαν, το Χανάτο της Κριμαίας και την Ορδή Νογκάι, αναδύθηκε το Καζάν. Τότε, οι συνδυασμένες δυνάμεις του χαν Μουχάμεντ Γκιράι και των Κριμαίων συμμάχων του επιτέθηκαν στη Μοσχοβία.

Η τελευταία δεκαετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του Χανάτου του Καζάν, ~1540

Η ενίσχυση της Κριμαίας δυσαρέστησε τους προ-Μοσχοβίτες ευγενείς του Χανάτου του Καζάν και ορισμένοι από αυτούς προκάλεσαν μια εξέγερση το 1545. Κατέληξε σε εκθρόνιση του Σάφα Γκιράι (Ταταρικά: Сафа-Гәрәй). Ένας υποστηρικτής της Μόσχας, ο Σαχγκάλι (Ταταρικά: Şahğäli) κατέλαβε το θρόνο. Το επόμενο έτος η Μόσχα διοργάνωσε αρκετές εκστρατείες για την επιβολή του ελέγχου στο Καζάν, αλλά οι προσπάθειες ήταν ανεπιτυχείς.

Με τη βοήθεια των Νογκάι, ο Σάφα Γκιράι επέστρεψε στο θρόνο. Εκτέλεσε 75 ευγενείς και τα υπόλοιπα μέλη της αντιπολίτευσης διέφυγαν στη Ρωσία. Το 1549 που πέθανε, ο γιος του Ουταμες Γκαράι (Ταταρικά: Ütämeşgäräy) αναγνωρίστηκε ως χαν σε ηλικία 3 ετών. Η μητέρα του, Σογιεμπικά, ανέλαβε την θέση του αντιβασιλέα και εκ των πραγμάτων την διοίκηση του χανάτου. Υπό την κυριαρχία της, αυξήθηκε σχετικά η αυτονομία της διοίκησης του μπέη Κοσττσάκ (Ταταρικά: Qoşçaq).

Εκείνη την περίοδο οι συγγενείς του Σάφα Γκιράι (με συμπεριλαμβανόμενο τον Ντεβλέτ Α' Γκιράι) βρίσκονταν στην Κριμαία. Η πρόσκλησή τους στο θρόνο του Καζάν υπονομεύτηκε από ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αριστοκρατίας. Επί της κυβέρνησης του Κοσττσάκ οι σχέσεις με τη Ρωσία επιδεινώθηκαν περαιτέρω. Στις αρχές του 1551 μια ομάδα από απογοητευμένους ευγενείς ανέβασαν στο θρόνο έναν υποστηρικτή του Τσάρου Ιβάν του Τρομερού, τον Σαχγκάλι, για δεύτερη φορά.

Παράλληλα, τα εδάφη στα ανατολικά του Ποταμού Βόλγα Ποταμού (Ταταρικά: Taw yağı) παραχωρήθηκαν στη Ρωσία. Ο Ουτάμες Γκαράι, μαζί με τη μητέρα του, στάλθηκαν στη φυλακή της Μόσχας. Ο Σαχγκάλι κατείχε το θρόνο του Καζάν μέχρι τον Φεβρουάριο του 1552. Οι αντι-Μοσχοβίτες της κυβέρνησης του Καζάν εξόρισαν τον Σαχγκάλι και ανέβασαν στο θρόνο τον πρίγκιπα του Άστραχαν, Γιάντεγκαρ Μοχάμαντ, με την υποστήριξη των Νογκάι.

Πτώση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Αύγουστο του 1552 οι δυνάμεις του Ιβάν του Τρομερού, από το ρωσικό κάστρο του Σβιγιάζσκ, πολιόρκησαν το Καζάν. Οι Ρώσοι νίκησαν τα ταταρικά στρατεύματα της ενδοχώρας και έκαψαν την πόλη Άρσκ και κάποια κάστρα. Την 3 Οκτωβρίου, μετά από δύο μήνες πολιορκίας και την καταστροφή των τοίχων της ακρόπολης, οι Ρώσοι μπήκαν στην πόλη. Ένα μέρος των αμυνόμενων κατάφερε να ξεφύγει, αλλά οι περισσότεροι σκοτώθηκαν. Ο Γιάντεγκαρ Μοχάμαντ φυλακίστηκε και ο πληθυσμός σφαγιάστηκε.

Μετά την πτώση του Καζάν, ορισμένες περιοχές όπως η Ουντμούρτια και το Μπασκορτοστάν εντάχθηκαν στη Ρωσία χωρίς συγκρούσεις. Η διοίκηση του χανάτου αφανίστηκε, οι προ-Μοσχοβίτες και οι ουδέτεροι ευγενείς κράτησαν τα εδάφη τους, αλλά άλλοι εκτελέστηκαν. Οι Τάταροι τότε επανεγκατεστάθηκαν μακριά από ποτάμια, δρόμους και το Καζάν. Στα ελεύθερα εδάφη εγκαταστάθηκαν Ρώσοι και ορισμένοι προ-Μοσχοβίτες Τάταροι. Οι ορθόδοξοι επίσκοποι, όπως ο Πατριάρχης Ερμογένης της Μόσχας, βάπτισαν πολλούς Τατάρους δια της βίας.

Αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1556 ένα μέρος του πληθυσμού συνέχισε να αντιστέκεται στη ρωσική κυριαρχία. Οι κυβερνήσεις των επαναστατών συγκεντρώθηκαν στα κάστρα Σάλιμ και Μισαταμάκ, αλλά καθώς οι Νογκάι με αρχηγό των Γκάλι Ακράμ έκαναν συχνά επιδρομές στον αγροτικό πληθυσμό, ο συνασπισμός τους χάλασε. Μετά από μια βίαιη καταστολή των επαναστατών του Καζάν, οι διοικητές τους εκτελέστηκαν.

Υπολογίζεται[1] ότι ο πληθυσμός του πρώην χανάτου μειώθηκε κατά αρκετές χιλιάδες κατά τη διάρκεια των πολέμων. Η διοίκηση, γνωστή ως το Γραφείο του Παλατιού του Καζάν, ανέλαβε την εξαναγκασμένη Ρωσοποίηση και τον Εκχριστιανισμό των Τατάρων και των άλλων λαών.[2] Ο όρος Βασίλειο του Καζάν χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 1708 που σχηματίστηκε το Κυβερνείο του Καζάν.

Το χανάτο του Καζάν αποκαταστάθηκε για λίγο κατά την Εποχή των Αναστατώσεων με τη βοήθεια του ρωσικού πληθυσμού, αλλά οι ρωσικές δυνάμεις ηγούμενες από τον Κουζμά Μινίν κατέστειλαν την εξέγερση.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν είναι απόλυτα σαφές το αν το χανάτο είχε ορίσει δική του σημαία. Περί αυτού, ο Ολλανδός Κάρελ Άλλαρντ έχει σημειώσει ότι ο Καίσαρας της Τατάρια χρησιμοποιούσε δύο σημαίες, εκ των οποίων στην πρώτη απεικονιζόταν το μυθικό πλάσμα Ζιλάντ (ρωσικά: Зилант)

Ο αστικός πληθυσμός του χανάτου παρήγαγε πήλινα σκεύη, ξύλινα και μεταλλικά χειροτεχνήματα, δέρματα, πανοπλίες, αγροτικά εργαλεία και κοσμήματα. Στις μεγάλες πόλεις τους περιλαμβάνονταν οι Καζάν, Άρτσα (ταταρικά: Арча), Τζουκατάω, Κασάν, Τσάλι, Αλάτ και Κόρι. Οι αστοί είχαν εμπορικές συναλλαγές με τους λαούς της Κεντρικής Ασίας, τους Καυκάσιους και τους Ρώσους. Οι μεγάλες αγορές ήταν το Παζάρι Τασαγιάκ στο Καζάν και το παζάρι της Νήσου Μαρκίζ στον Ποταμό Βόλγα. Η γαιοκτημοσύνη για τους αγρότες βασιζόταν στο σογιουργκάλ (söyurğal) και τα κληρονομικά κτήματα.

Κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χαν κυβερνούσε το κράτος. Οι ενέργειές του βασίζονταν στις αποφάσεις και τις διαβουλεύσεις του υπουργικού συμβουλίου, του Ντιβάν. Η αριστοκρατία περιλάμβανε τις τάξεις των μπέηδων, των εμίρηδων και των μίρτσα. Οι στρατιωτικές τάξεις περιλάμβαναν τους ουλάν, τους μπαχαντίρ και τους ίτσκι (içki). Οι μουσουλμάνοι κληρικοί διακρίνονταν σε σαγιέτ (säyet), σεΐχηδες, καδείς και ιμάμηδες. Οι ουλεμάδες, ή κληρικοί, εκτελούσαν καθήκοντα δικαστών και διατηρούσαν τα μεντρεσές (σχολεία) και μακτάμπ (βιβλιοθήκες).

Η πλειοψηφία του πληθυσμού αποτελούταν από μαύρα άτομα (qara xalıq),[3] έναν ελεύθερο Μουσουλμανικό πληθυσμό[4] που ζούσε σε κρατική γη. Στα φέουδα είχαν εγκατασταθεί ως επί το πλείστον οι δουλοπάροικοι (çura). Οι αιχμάλωτοι πολέμου συνήθως πωλούνταν στην Τουρκία ή στην Κεντρική Ασία. Περιστασιακά πωλούνταν εντός του Χανάτου ως σκλάβοι (qol) και μερικές φορές εγκαθίστανταν σε φεουδαρχικά εδάφη ως μεταγενέστεροι δουλοπάροικοι. Ο Μουσουλμανικός και μη πληθυσμός του Χανάτου έπρεπε να πληρώνει τον φόρο ιασάκ (ρωσικά: ясак).

Διοίκηση και στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τατάροι στρατιώτες

Το Χανάτο ήταν χωρισμένο σε 5 νταρούγκα: τα Αλάτ, Άρτσα, Γκάρετς, Κόρι και Νουγκάι. Σποραδικά μερικοί φεουδάρχες διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους από το Καζάν, αλλά τέτοιες προσπάθειες καταστέλλονταν άμεσα.

Ο στρατός του χανάτου περιλάμβανε εξοπλισμό και άνδρες από τα νταρούγκα και τους υποτελείς, φύλακες του χαν, και τα στρατεύματα των ευγενών. Ο αριθμός των στρατιωτών δεν ήταν υποχρεωτικά σταθερός, κυμαινόταν στους 20.000 - 60.000. Μερικές φορές, και στρατεύματα από τους Νογκάι, την Κριμαία και τη Ρωσία υπηρέτησαν τον Χαν του Καζάν. Για την υπεράσπιση των τειχών του Καζάν χρησιμοποιούνταν πυροβόλα όπλα (αρκεβούζια)

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πύργος Σογιεμπικά στο Καζάν ενδεχομένως εμφανίζει ορισμένα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής του μεσαιωνικού Καζάν.

Γενικά, ο πολιτισμός του Χανάτου του Καζάν προερχόταν από των Βουλγάρων του Βόλγα. Στους κύκλους των ευγενών υπήρχαν, επίσης, πολιτιστικά στοιχεία της Χρυσής Ορδής.

Ένα μεγάλο μέρος του αστικού πληθυσμού ήταν εγγράμματοι. Υπήρχαν μεγάλες βιβλιοθήκες σε τζαμιά και σχολεία. Το Καζάν έγινε κέντρο της επιστήμης και της θεολογίας.

Μολονότι η Ισλαμική επιρροή ήταν κυρίαρχη, υπήρχε και ανεπτυγμένη λαϊκή λογοτεχνία. Οι πιο επιφανείς ποιητές της Παλαιάς Ταταρικής γλώσσας ήταν οι Μοχαμαντυαρ, Όμμι Καμάλ, Μοχαμανταμίν, Γκαριφμπακ, και Κολσαρίφ. Ο Μοχαμαντυαρ αναζωπύρωσε τις παραδόσεις της Καζανίτικης ποίησης και οι στίχοι του ήταν πολύ δημοφιλείς.

Η πόλη Βόλγαρ (ταταρικά: Болгар) διατήρησε τη θέση της ως ένας ιερός τόπος, αλλά μόνο αυτό, λόγω της ανάδυσης του Καζάν ως σημαντικού οικονομικού και πολιτικού κέντρου την δεκαετία 1430.

Αντιπροσωπευτικά της αρχιτεκτονικής του χανάτου ήταν τα κτίσματα από λευκή πέτρα και ξυλόγλυπτα.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (στα Ταταρικά) «Kazan War». Ταταρική Εγκυκλοπαίδεια. Καζάν: Ακαδημία Επιστημών της Δημοκρατίας του Ταταρστάν. Ίδρυμα της Ταταρικής Εγκυκλοπαίδειας. 2002. 
  2. (στα Ταταρικά) «Kazan Khanate». Ταταρική Εγκυκλοπαίδεια. Καζάν: Ακαδημία Επιστημών της Δημοκρατίας του Ταταρστάν. Ίδρυμα της Ταταρικής Εγκυκλοπαίδειας. 2002. 
  3. Ο όρος "μαύρο" στις γλώσσες των Τουρκικών φυλών συχνά χρησιμοποιούταν αναφερόμενος σε κοινούς θνητούς, και δεν θεωρείτο ως φυλετικός χαρακτηρισμός, βλ. επίσης Χαζάροι
  4. Fuller, Graham E. (2010-08-11). A World Without Islam. Little, Brown. ISBN 9780316072014. https://books.google.com/books?id=pJlvPurAXmIC. Ανακτήθηκε στις 2015-10-04. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]