Χανάτο Τσαγκατάι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χανάτο Τσαγκατάι
Цагадайн Хаант Улс
Tsagadain Khaant Uls
Σημαία
Σημαία

Χάρτης
Πρωτεύουσα Αλμαλίκ
Καρσί
Γλώσσες Μεσαιωνικά Μογγολικά
Πολίτευμα
Χαγάνος
Μοναρχία ημι-εκλεκτορική
(αργότερα κληρονομική)
Τσαγκατάι Χαν
Θρησκεία Σαμανισμός
Ισλάμ (Σουνιτισμός)
Βουδισμός
Χριστιανισμός

Το Χανάτο Τσαγκατάι (μογγ. Цагадайн Хаант Улс/Tsagadain Khaant Uls) ήταν μογγολικό χανάτο που περιελάμβανε τις εκτάσεις που κληρονόμησε και ηγεμόνευε ο Τσαγκατάι Χαν, δευτερότοκος γιος του Τζένγκις Χαν και οι διάδοχοί του. Εκτεινόταν από τον ποταμό Αμού Ντάρια νότια της λίμνης Αράλης, μέχρι τα όρη Αλτάι στα σύνορα της σημερινής Μογγολίας και της Κίνας. Αρχικώς αποτελούσε τμήμα της Μογγολικής Αυτοκρατορίας, αλλά αργότερα έγινε πλήρως ανεξάρτητο όταν η δυναστεία Γιουάν κατέπεσε στα τέλη του 14ου αιώνα. Οι χάνοι του Τσαγκατάι αναγνώρισαν την επικυριαρχία των Μογγόλων Μεγάλων Χάνων μεταξύ των ετών 1206-1270 και 1304-1368.

Το χανάτο με τη μία ή άλλη μορφή υπήρξε από το 1220 μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, παρόλο που το δυτικό τμήμα του είχε χαθεί λόγω της εισβολής του Ταμερλάνου τη δεκαετία του 1360. Το ανατολικό τμήμα παρέμεινε υπό τους χάνους του Τσαγκατάι, οι οποίοι κατά καιρούς βρίσκονταν σε συμμαχία ή πολεμούσαν με τους Τιμουρίδες, τους διαδόχους του Ταμερλάνου. Τελικώς, στον 17ο αιώνα, οι εναπομείνασες κτήσεις των χάνων του Τσαγκατάι υποτάχθηκαν στο θεοκρατικό καθεστώς του σούφι Απάκ Χότζα και των απογόνων του, των Χοτζιτζάν, οι οποίοι κυβερνούσαν την περιοχή της Κασγκαρίας (το νότιο τμήμα της περιοχής Σιντζιάνγκ) υπό την επικυριαρχία αρχικώς των Τζουνγκάρων (φυλή Μογγόλων) και στη συνέχεια των Μαντσού.

Μετά το θάνατο του Τζένγκις Χαν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατόπιν του θανάτου του Τζένγκις Χαν το 1227, η αχανής αυτοκρατορία του (η μεγαλύτερη σε έκταση που γνώρισε ποτέ ο κόσμος), μοιράστηκε στους τέσσερεις γιους του, τον πρωτότοκο Ζούτσι (στην ουσία στον γιο τού Ζούτσι, Μπατού, καθότι ο Ζούτσι είχε πεθάνει περίπου 6 μήνες πριν τον Τζένγκις Χαν), τον δευτερότοκο Τσαγκατάι, τον τρίτο Ογκεντέι (ή Οκτάι) και τον μικρότερο απ' όλους Τολούι.

Ο Ογκεντέι, αν και τριτότοκος, έλαβε το χρίσμα του Μεγάλου Χάνου από τον πατέρα του. Αυτό σήμαινε ότι έπαιρνε υπό άμεσο έλεγχο τα εδάφη ανατολικά της λίμνης Μπαλκάς μέχρι τη Μογγολία (με πρωτεύουσα το Καρακορούμ), διατηρώντας όμως την επικυριαρχία επί των εδαφών των αδερφών του. Ο Ζούτσι πήρε τα εδάφη βόρεια της λίμνης Αράλης και της Κασπίας Θάλασσας, ο Τσαγκατάι την Υπερωξιανή (την περιοχή μεταξύ των ποταμών Αμού Ντάρυα και Συρ Ντάρια στο σημερινό Ουζμπεκιστάν), καθώς και την περιοχή γύρω από την πόλη Κασγκάρ (Κασγκαρία), και ο μικρότερος Τολούι τη Βόρεια Μογγολία.

Ίδρυση του χανάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τσαγκατάι ίδρυσε την πρωτεύουσά του στο Αλμαλίκ κοντά στο σημερινό Γινίνγκ της βορειοδυτικής Κίνας. Εκτός από τα προβλήματα διαδοχής και κληρονομιάς, η Μογγολική Αυτοκρατορία κινδύνευε από τις μεγάλες πολιτιστικές και εθνικές διαφορές μεταξύ των Μογγόλων και των, κατά κύριο λόγο, μουσουλμάνων τουρκογενών υπηκόων τους.

Όταν ο Ογκεντέι πέθανε πριν πραγματοποιήσει το όνειρο της κατάκτησης του συνόλου των εδαφών της Κίνας, η εξουσία μεταβιβάστηκε στον γιο του, Γκιουγιούκ (γεν. το 1241), υπό την αντιβασιλεία για 5 έτη της χήρας του, Τορεγκένε. Η μεταβίβαση έπρεπε να επικυρωθεί από το Χουρουλτάι (συμβούλιο των ευγενών), που συνεδρίασε χωρίς την παρουσία του γιου τού Ζούτσι, Μπατού, του χάνου της Χρυσής Ορδής, που διακρινόταν για το ανεξάρτητο φρόνημά του και ο οποίος, ξέροντας ότι δεν θα εκλεγόταν ως Μεγάλος Χάνος, προφασίστηκε μια δικαιολογία και δεν παρουσιάστηκε ποτέ. Μετά τον θάνατο του τελικώς εκλεγχθέντα ως Μεγάλου Χάνου Γκιουγιούκ, ο Μπατού έστειλε τον αδελφό του Μπερκέ, που συμμάχησε με τη χήρα του Τολούι, καταφέρνοντας στο επόμενο Χουρουλτάι να μεταβιβάσουν την εξουσία του Μεγάλου Χάνου στον Μόνγκε, γιο του Τολούι, ο οποίος λεγόταν ότι διάκειτο ευμενώς στη χριστιανική αίρεση του Νεστοριανισμού. Η φατρία του Ογκεντέι αποδεκατίστηκε από μέλη, και μόνο αυτοί που δεν πέρασαν αμέσως στην αντιπολίτευση πήραν κάποια μικρότερα φέουδα από τη νέα εξουσία των Τολουιδών.

Ο Τσαγκατάι πέθανε το 1242, λίγο μετά τον αδερφό του Ογκεντέι. Για σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή του, το χανάτο ήταν λίγο πολύ ένα εξαρτημένο κράτος της μογγολικής κεντρικής κυβέρνησης του Μεγάλου Χαν, η οποία αντικαθιστούσε και διόριζε χάνους στο Τσαγκατάι σύμφωνα με τις ορέξεις της. Οι πόλεις της Υπερωξιανής, παρότι βρίσκονταν μέσα στα όρια του χανάτου Τσαγκατάι, διοικούνταν από αξιωματούχους που έδιδαν λόγο απευθείας στο Μεγάλο Χάνο.

Το καθεστώς αυτό υποτέλειας στην κεντρική κυβέρνηση έληξε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του εγγονού του χάνου Τσαγκατάι, Αλγκού (1260-1266), ο οποίος εκμεταλλεύθηκε τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ της βασιλικής φατρίας των Τολουιδών ανάμεσα στους αδελφούς Κουμπιλάι (Κουμπλάι Χαν) και Αρίκ Μποκέ, επαναστατώντας κατά του τελευταίου, κατακτώντας νέες περιοχές και κερδίζοντας τη συμμαχία των αξιωματούχων του Μεγάλου Χάνου στην Υπερωξιανή. Οι περισσότεροι από τη φατρία των Τσαγκαταϊδών πρώτα υποστήριξαν τον Κουμπιλάι, αλλά το 1269 ένωσαν τις δυνάμεις τους με τον βασιλικό Οίκο του Ογκεντέι.

Ο τελικός διάδοχος του Αλγκού, Μπαράκ (1266–1271), αφού ανέτρεψε τον κυβερνήτη του Κουμπιλάι Χαν από την επαρχία Σιντζιάνγκ, ήρθε σύντομα σε σύγκρουση με τον Καϊντού της φατρίας του Ογκεντέι, ο οποίος κέρδισε την υποστήριξη του χανάτου της Χρυσής Ορδής και επιτέθηκε στους υποστηρικτές της φατρίας του Τσαγκατάι.

Το χανάτο Τσαγκατάι και οι γείτονές του στα τέλη του 13ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χάνος Μπαράκ σύντομα περιορίστηκε στην Υπερωξιανή και αναγκάστηκε να γίνει υποτελής του χάνου Καϊντού. Την ίδια ώρα, βρισκόταν σε διαμάχη με τον χάνο Αμπάκα του Ιλχανάτου, που διαφέντευε τα εδάφη της Περσίας. Ο Μπαράκ επιτέθηκε πρώτος, ηττήθηκε όμως από το στρατό του Ιλχανάτου και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Υπερωξιανή, όπου πέθανε λίγο μετά.

Οι επόμενοι Τσαγκαταΐδες χάνοι διορίστηκαν από τον Καϊντού, που διατήρησε την εξουσιαστική λαβή του στο χανάτο Τσαγκατάι μέχρι το θάνατό του. Τελικώς ανακάλυψε τον κατάλληλο χάνο στο γιο του Μπαράκ, χάνο Ντουβά (1282-1307), ο οποίος συμμετείχε στους πολέμους του Καϊντού με τον χάνο Κουμπιλάι και τους διαδόχους του της Δυναστείας Γιουάν της Κίνας. Οι δύο ηγέτες έδρασαν επίσης και κατά του Ιλχανάτου. Μετά το θάνατο του Καϊντού το 1301, ο Ντουβά αποκήρυξε τη συμμαχία και πίστη στο διάδοχο του πρώτου. Συνήψε ειρήνη με τη Δυναστεία Γιουάν και απέδιδε εισφορές στην Αυλή τους. Τον καιρό του θανάτου του, το χανάτο Τσαγκατάι ήταν ένα πραγματικά ανεξάρτητο κράτος.

Η πτώση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To Χανάτο Τσαγκατάι με τα γειτονικά του κράτη στα τέλη του 13ου αιώνα μ.Χ.

Ο Ντουβά Χαν άφησε πολλούς γιους, πολλοί εκ των οποίων έγιναν επίσης χάνοι. Μεταξύ αυτών είναι ο Κεμπέκ Χαν (1309, 1318–1326) που όρισε και μια συμπρωτεύουσα για το χανάτο, την πόλη Καρσί, και ο Ταρμασιρίν Χαν (1326–1334), που προσηλυτίστηκε στο Ισλάμ και επέδραμε στο Σουλτανάτο του Δελχί στην Ινδία. Το κέντρο του χανάτου τα χρόνια εκείνα στρεφόταν προς τις δυτικές περιοχές αυτού, όπως η περιοχή της Υπερωξιανής.

Το χανάτο Τσαγκατάι χωρίστηκε σε δύο τμήματα στη δεκαετία του 1340 και παρήκμασε εντελώς. Είναι αμφισβητήσιμο εάν τα δύο νέα χανάτα, το "Χανάτο του Δυτικού Τσαγκατάι" στην Υπερωξιανή και το "Χανάτο του Μογκουλιστάν" (χανάτο του Ανατολικού Τσαγκατάι) αποτελούν συνέχεια του αρχικού χανάτου Τσαγκατάι. Στα δυτικά (Υπερωξιανή), οι εκεί κυρίως μουσουλμανικές μογγολικές φυλές, υπό τους εμίρηδες των Καραούνας (μογγολική φυλή που είχε ασπαστεί το Ισλάμ), απέκτησαν τον έλεγχο της εξουσίας. Προκειμένου να διατηρήσουν ένα σύνδεσμο με τον Οίκο του Τζένγκις Χαν και να εκμεταλλευθούν το ιστορικό κύρος του, οι εμίρηδες τοποθέτησαν αρκετούς από τους απογόνους του μεγάλου Μογγόλου πολέμαρχου στο θρόνο, χωρίς όμως πραγματική εξουσία, την οποία διατήρησαν στα χέρια τους.

Στο μεταξύ, το "Χανάτο του Μογκουλιστάν" απολάμβανε για αρκετά χρόνια μεγάλο βαθμό αυτονομίας, ως αποτέλεσμα της εξασθένισης της εξουσίας του Μεγάλου Χαν. Το ανατολικό αυτό κομμάτι (το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου ήταν γνωστό ως Μογκουλιστάν) του πρώην Χανάτου Τσαγκατάι κατοικούταν, σε αντίθεση με την Υπερωξιανή, κυρίως από Μογγόλους, όντας στο μεγαλύτερο τμήμα του βουδιστικό και σαμανιστικό. Το ανατολικό τμήμα παρ'όλα αυτά, υπέστη συντριπτικό πλήγμα μετά από μια εξέγερση των φυλών των ανατολικών επαρχιών του, με αποτέλεσμα την ύπαρξη μιας αυξανόμενης εσωτερικής αστάθειας στα επόμενα χρόνια. Το 1346, ένας φύλαρχος, ο Καζαγκάν, δολοφόνησε τον χάνο Καζάν του Ανατολικού Τσαγκατάι κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης.

Το τελευταίο ανεξάρτητο χανάτο των Τσαγκαταϊδών, το Χανάτο της Γιαρκέντ (με υπηκόους κυρίως Ουιγούρους Τούρκους υπό μια μογγολική ελίτ από τους απογόνους του Οίκου Τσαγκατάι), κατακτήθηκε από το βουδιστικό χανάτο των Μογγόλων Τζουνγκάρων κατά τη διάρκεια της κατάκτησης του Αλτισάρ (Λεκανοπέδιο Ταρίμ) την περίοδο 1678-1680.