Αυτοκρατορία των Τιμουριδών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυτοκρατορία των Τιμουριδών
گورکانیان‎‎ (περσικά)
Γκουρκανιγιάν
1370–1507


Σημαία

Η Αυτοκρατορία των Τιμουριδών το έτος θανάτου του Ταμερλάνου (1405)
Πρωτεύουσα Σαμαρκάνδη (1370–1405)
Χεράτ (1405–1507)
Γλώσσες Περσικά
Θρησκεία Σουνιτικό Ισλάμ
Πολίτευμα Εμιράτο
Εμίρης Ταμερλάνος (πρώτος)
Μπαντί αζ-Ζαμάν (τελευταίος)
Ιστορία
 -  Ίδρυση 1370
 -  Κατάλυση 1507

Η Αυτοκρατορία των Τιμουριδών (περσικά: تیموریان‎‎), αυτοπροσδιοριζόμενη ως Γκουρκάνι (περσικά: گورکانیان‎‎, Γκουρκανιγιάν), ήταν μία εξιρανισμένη τουρκομογγολική αυτοκρατορία υπό την πολιτειακή μορφή εμιράτου, που περιελάμβανε το σημερινό Ιράν, Μεσοποταμία, Αφγανιστάν, ένα μεγάλο τμήμα της Κεντρικής Ασίας, καθώς και τμήματα του σημερινού Πακιστάν, Συρίας και Τουρκίας.

Ιδρύθηκε το 1370 από τον Τιμούρ (γνωστό επίσης ως Ταμερλάνο), έναν πολέμαρχο τουρκομογγολικής καταγωγής. Ο Τιμούρ οραματίστηκε τον εαυτό του ως τον άνθρωπο που θα αποκαθιστούσε την περίφημη Αυτοκρατορία των Μογγόλων του Τζένγκις Χαν, και παρότι δεν καταγόταν από αυτόν, θεωρούσε τον εαυτό του ως διάδοχό του και συναναστρεφόταν σε μεγάλο βαθμό τους Μπορτζιγκίν, τη μογγολική φυλή από την οποία καταγόταν ο Τζένγκις Χαν.

Οι Τιμουρίδες, όπως ονομάστηκε η δυναστεία που ίδρυσε, απώλεσαν το 1467 το μεγαλύτερο τμήμα της Περσίας, από τους πρώην υποτελείς τους, τη συνομοσπονδία των Τουρκομάνων Ακ Κογιουνλού, μέλη όμως της δυναστείας συνέχισαν να άρχουν σε μικρότερα κράτη, γνωστά κάποιες φορές ως εμιράτα των Τιμουριδών, στην Κεντρική Ασία και τμήματα της Ινδίας. Τον 16ο αιώνα, ο Μπαμπούρ, ένας Τιμουρίδης πρίγκιπας από την περιοχή της κοιλάδας Φεργκάνα στο σημερινό Ουζμπεκιστάν, εισέβαλε στο Καμπουλιστάν (τμήμα του σημερινού Αφγανιστάν) και ίδρυσε ένα μικρό βασίλειο εκεί, από το οποίο μετά από είκοσι έτη εισέβαλε στην ινδική υποήπειρο όπου και ίδρυσε την περίφημη Μογγολική Αυτοκρατορία της Ινδίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ταμερλάνος κατέκτησε από το 1363 μεγάλες εκτάσεις της Κεντρικής Ασίας, κυρίως την Υπερωξιανή (με την πόλη Σαμαρκάνδη το 1366) και το Χορασάν (με την πόλη Μπαλχ το 1369), με διάφορες συμμαχίες, αναγνωρισθείς ως νόμιμος ηγεμόνας τους το έτος 1370. Δρώντας επίσημα στο όνομα του ηγέτη του Χανάτου Τσαγκατάι, χάνου Σουουργκατμίς, υπέταξε πλήρως την Υπερωξιανή και τη Χωρεσμία τα επόμενα χρόνια. Ήδη από τη δεκαετία του 1360 είχε αποκτήσει τον έλεγχο του δυτικού τμήματος του Χανάτου Τσαγκατάι, και παρότι ως εμίρης ήταν υποτελής στον χάνο, στην πραγματικότητα ήταν αυτός που καθόριζε τους επόμενους χάνους, που αποτελούσαν πλέον πολιτικές μαριονέτες του, μέσω των οποίων αυτός ασκούσε την πραγματική εξουσία. Οι χάνοι του δυτικού τμήματος του Χανάτου Τσαγκατάι βρίσκονταν συνεχώς κατά τους 15ο και 16ο αιώνες υπό την πολιτική κυριαρχία των Τιμουριδών πριγκίπων και η αξία τους ως τυπικών κεφαλών του κράτους είχε καταλήξει τελικώς στην πλήρη ασημαντότητά τους.

Άνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ταμερλάνος ξεκίνησε μια εκστρατεία δυτικά το 1380, εισβάλλοντας στα διάφορα διάδοχα του Ιλχανάτου κράτη. Μέχρι το 1389, είχε απομακρύνει τους Καρτίδες από τη Χεράτ και προελάσει στην κυρίως Περσία, όπου σημείωσε πολλές στρατιωτικές επιτυχίες. Αυτές περιελάμβαναν την κατάληψη του Ισφαχάν το 1387 και την απομάκρυνση των Μουζαφαριδών και από το Σιράζ το 1393, και την εκδίωξη των Τζαλαγιριδών από τη Βαγδάτη. Το 1394-95, κατά την επιτυχή εκστρατεία του στη Γεωργία, θριάμβευσε και εναντίον της Χρυσής Ορδής (ο χάνος της οποίας, Τοκταμίς, ήταν ο κύριος αντίπαλος του Ταμερλάνου στην περιοχή), επιβάλλοντας την επικυριαρχία του στον Καύκασο.

Ο Ταμερλάνος υπέταξε επίσης το έτος 1398 τις πόλεις Μουλτάν και Ντιπαλπούρ στο σημερινό Πακιστάν. Το Σουλτανάτο του Δελχί έγινε υποτελές των Τιμουριδών αλλά ανέκτησε την ανεξαρτησία του μετά το θάνατο του Ταμερλάνου. Το 1400-1401 ο Ταμερλάνος κατέκτησε το Χαλέπι, τη Δαμασκό και το ανατολικό τμήμα της Ανατολίας, ενώ το 1401 κατέστρεψε τη Βαγδάτη και το 1402 νίκησε τους Οθωμανούς Τούρκους στη μάχη της Άγκυρας. Οι επιτυχίες αυτές τον κατέστησαν τον πιο διαπρεπή μουσουλμάνο ηγέτη της εποχής του, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία βυθιζόταν στο μεταξύ σε εμφύλιο πόλεμο. Στο μεταξύ, ο Ταμερλάνος μεταμόρφωσε τη Σαμαρκάνδη σε μια σημαντική πρωτεύουσα και έδρα της επικράτειάς του.

Ο Ταμερλάνος διόρισε τους γιους και εγγονούς του ως κυβερνήτες στις σημαντικότερες επαρχίες των διαφόρων τμημάτων της αυτοκρατορίας του, καθώς και ξένους σε κάποιες άλλες. Μετά το θάνατό του το 1405, ο Οίκος των Τιμουριδών εισήλθε σε μια περίοδο διαμαχών και εμφυλίων πολέμων, και πολλοί κυβερνήτες περιοχών κατέστησαν ουσιαστικά ανεξάρτητοι. Παρόλα αυτά οι Τιμουρίδες συνέχισαν να κυριαρχούν στην Περσία, Μεσοποταμία, Αρμενία, μεγάλα τμήματα του Αζερμπαϊτζάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, σε μικρότερα τμήματα της Ινδίας, καθώς και στο μεγαλύτερο τμήμα της Κεντρικής Ασίας, παρόλο που οι περιοχές της Ανατολίας και του Καυκάσου είχαν χαθεί μέχρι τη δεκαετία του 1430. Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι πόλεις της Περσίας είχαν ερημώσει λόγω των πολέμων, η έδρα του περσικού πολιτισμού είχε μεταφερθεί στη Σαμαρκάνδη και τη Χεράτ, που αποτέλεσαν το κέντρο της αναγέννησης των Τιμουριδών. Οι κατακτήσεις του Ταμερλάνου εκτιμάται ότι προκάλεσαν το θάνατο περίπου 17 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Ο Σαχρούχ Μιρζά, τέταρτος ηγεμόνας των Τιμουριδών, αντιμετώπισε τους Τουρκομάνους Καρά Κογιουνλού, που σκόπευαν να επεκταθούν στο Ιράν. Αλλά ο σάχης Τζαχάν, ο ηγέτης των Καρά Κογιουνλού, εκδίωξε τους Τιμουρίδες στο ανατολικό Ιράν μετά το 1447, και επίσης κατέλαβε προσωρινά τη Χεράτ το 1458. Μετά το θάνατο του σάχη Τζαχάν, ο Ουζούν Χασάν, ο ηγέτης των Τουρκομάνων Ακ Κογιουνλού, κατέκτησε τα εδάφη των Καρά Κογιουνλού στο Ιράν την περίοδο 1469-1471.

Πτώση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1500, η διαιρεμένη και σπαραχθείσα από πολέμους Αυτοκρατορία των Τιμουριδών είχε απωλέσει τον έλεγχο του μεγαλύτερου τμήματος της επικράτειάς της, και τα επόμενα χρόνια οπισθοχώρησε σε όλα τα πολεμικά μέτωπα. Η Περσία, ο Καύκασος, η Μεσοποταμία, και το ανατολικό τμήμα της Ανατολίας έπεσαν γρήγορα στα χέρια της σιιτικής δυναστείας των Σαφαβιδών, που παγιώθηκε υπό τον σάχη Ισμαήλ Α΄ κατά τη δεκαετία που ακολούθησε. Πολλά από τα εδάφη της Κεντρικής Ασίας λυμαίνονταν από τους Ουζμπέκους του Μουχάμμαντ Σαϋμπανί, ο οποίος κατέκτησε τις πόλεις-κλειδιά της Σαμαρκάνδης και Χεράτ το 1505 και 1507 αντίστοιχα, και ίδρυσε το Χανάτο της Μπουχάρα (1500–1785) με έδρα την πόλη Μπουχάρα στο σημερινό Ουζμπεκιστάν.

Από την Καμπούλ, ο Μπαμπούρ, ένας απόγονος του Ταμερλάνου από τη γενιά του πατέρα του και πιθανός απόγονος του Τζένγκις Χαν από τη γενιά της μητέρας του, προήλασε με το στρατό του στην ινδική υποήπειρο και ίδρυσε το 1526 τη Μογγολική Αυτοκρατορία της Ινδίας. Η δυναστεία που ίδρυσε ονομάστηκε δυναστεία των Μουγκάλ (Μογγόλων), παρόλο που είχε κληρονομηθεί άμεσα από τους Τιμουρίδες. Τον 17ο αιώνα, η Μογγολική Αυτοκρατορία της Ινδίας καταλάμβανε το μεγαλύτερο τμήμα της Ινδίας, τελικώς όμως παρήκμασε τον επόμενο αιώνα. Η δυναστεία των Τιμουριδών έφτασε στο τέλος της, παραμένουσα κατ' όνομα μόνο εξουσία ως δυναστεία των Μουγκάλ, από τη Βρετανική Αυτοκρατορία, μετά την ινδική εξέγερση του 1857 που κατεστάλη αγρίως.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την εποχή των Τιμουριδών, η Κεντρική Ασία ήταν δισχιδής, με τις κυβερνητικές αρμοδιότητες μοιρασμένες σε στρατιωτικές και πολιτικές σφαίρες βάσει εθνικών διαχωρισμών. Τουλάχιστο κατά τα πρώιμα στάδια της αυτοκρατορίας, ο στρατός σχεδόν αποκλειστικά αποτελείτο από Τουρκομογγόλους, ενώ η πολιτική και διοικητική σφαίρα ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελούμενη από Πέρσες, λόγω της μακράς και ιδιαίτερα εξελιγμένης διοικητικής εμπειρίας των Περσών σε θέματα διοίκησης και γενικότερα κρατικής γραφειοκρατίας. Η ομιλούμενη γλώσσα από τους Τουρκομογγόλους σε όλη την περιοχή ήταν τα Τσαγκατάι Τουρκικά. Η πολιτική οργάνωση έδιδε μεγάλη προσοχή στο νομαδικό σύστημα της πατρωνίας που είχε εισαγάγει ο Τζένγκις Χαν και κυριαρχούσε στις στέπες. Η κυρίαρχη γλώσσα παρόλα αυτά της περιόδου αυτής ήταν τα μεσαιωνικά περσικά, η μητρική γλώσσα τού τατζικικής (οι Τατζίκοι είναι ιρανογενής λαός) προέλευσης στοιχείου της κοινωνίας, καθώς και η γλώσσα των γραμμάτων και της λογοτεχνίας, τη γνώση της οποίας αποκτούσαν όλοι οι εγγράμματοι στην αυτοκρατορία, καθώς και οι κάτοικοι των πόλεων αυτής.

Ο Ταμερλάνος ήδη είχε εμβαπτισθεί στην περσική κουλτούρα και στα περισσότερα εδάφη που ενσωμάτωσε στην αυτοκρατορία του, καθιέρωσε τα μεσαιωνικά περσικά ως κυρίαρχη γλώσσα της διοίκησης και της λογοτεχνίας. Η γλώσσα στον πυρήνα της κυβέρνησης, το λεγόμενο ντιβάν (ντιβάνι), ήταν τα μεσαιωνικά Περσικά, και οι αντιγραφείς χειρογράφων έπρεπε να είναι ειδήμονες στην περσική κουλτούρα, ανεξαρτήτως της εθνικής καταγωγής τους. Τα μεσαιωνικά Περσικά έγιναν η επίσημη γλώσσα του κράτους και η γλώσσα της διοίκησης, ιστοριογραφίας, γραμμάτων και τεχνών. Η γλώσσα των Τσαγκατάι Τουρκικών ήταν η ιθαγενής γλώσσα και αυτή του Οίκου των Τιμουριδών, ενώ τα Αραβικά ήταν η κατεξοχήν γλώσσα της επιστήμης, φιλοσοφίας, θεολογίας και θρησκειολογίας.