Αγωνοθέτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Στον αρχαιοελληνικό κόσμο, ο αγωνοθέτης ήταν εκλεγμένος άρχοντας, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη διοργάνωση ενός ή περισσοτέρων αγώνων.[1][2] Στις περισσότερες εκ των περιπτώσεων κατείχε μόνος το συγκεκριμένο αξίωμα, ωστόσο έχουν διασωθεί παραδείγματα κολεγίων αγωνοθετών, όπως στην Πριήνη τον 2ο αιώνα π.Χ.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταυτόχρονα κριτής και οργανωτής αγώνων[4], ο αγωνοθέτης όφειλε να εγγυηθεί την ομαλή διεξαγωγή των αγωνισμάτων. Ως υπεύθυνος για τη διαχείριση των εισπραχθέντων και δαπανηθέντων χρημάτων στα πλαίσια των αγώνων, με το πέρας αυτών, συνέτασσε οικονομικό απολογισμό. Όφειλε να προετοιμάσει τα βραβεία που παραδίδονταν στους νικητές (στην περίπτωση κατά την οποία κανείς αθλοθέτης δεν είχε αναλάβει το συγκεκριμένο καθήκον), καθώς και να συντάξει επίσημο κατάλογο αυτών. Κατά τη διάρκεια αγώνων διεθνούς ενδιαφέροντος, αναλάμβανε την οργάνωση της στέγασης των διαγωνιζόμενων, καθώς και των θεωρών[3].

Η δημιουργία της αγωνοθεσίας στην Αθήνα χρονολογείται από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.: ο Δημήτριος ο Φαληρεύς προχώρησε στην κατάργηση των δύο σημαντικότερων αθηναϊκών λειτουργιών, την τριηραρχία, η οποία είχε, πλέον, καταστεί περιττή δεδομένης της παρακμής της Αθήνας μετά την ήττα της το 322 π.Χ.[5], και τη χορηγία, τις οποίες αντικατέστησε, τότε, με το συγκεκριμένο νέο, αιρετό, δημόσιο αξίωμα, την «προεδρία επί των αγώνων» (αγωνοθεσία), του οποίου τη χρηματοδότηση αναλάμβανε το Κράτος[6]

Ωστόσο, αριθμός τιμητικών διαταγμάτων προς τιμήν αγωνοθετών καταδεικνύουν πως τα χρηματικά ποσά τα οποία χρησιμοποιούνταν αυτοβούλως ως συμπλήρωμα εκείνων που διατίθονταν από την ίδια την πόλη, ξεπερνούσαν σε μεγάλο βαθμό το χρηματικό κόστος των παλαιότερων χορηγιών. Ως αποτέλεσμα, το 284/283 π.Χ. στην Αθήνα, ο εκλεγμένος ως αγωνοθέτης, ποιητής Φιλιππίδης, αρνήθηκε να λάβει εκ μέρους της πόλεως χρηματική αποζημίωση για τα ποσά τα οποία ο ίδιος δαπάνησε[7]. Πράγματι, η λειτουργική διάσταση της αγωνοθεσία καθιερώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου[2], καθώς οι μετατόπιση προς ευεργετικές πρακτικές καθίστατο περισσότερο εμφανής με το πέρασμα των αιώνων: χρηματοδότηση εκ μέρους του αγωνοθέτη κατασκευαστικών έργων, επισκευή ιερών κτιρίων, μεταξύ άλλων[3].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γαλλικά) «Agonothète». Dictionnaire universel françois et latin. 1 (6η έκδοση). Τρεβού. 1771, σελ. 165. https://fr.wikisource.org/wiki/Dictionnaire_de_Tr%C3%A9voux/6e_%C3%A9dition,_1771/AGONOTH%C3%88TE. 
  2. 2,0 2,1 Queyrel & Queyrel 1996, σελ. 11
  3. 3,0 3,1 3,2 (Γαλλικά) Vial, Claude (2008). Lexique de la Grèce ancienne. Armand Colin. σελ. 13. ISBN 978-2-200-35432-9. 
  4. Lucien de Samosate 2015, σελ. 74
  5. Baslez 2007, σελ. 350
  6. Habicht 2000, σελ. 75
  7. Habicht 2000, σελ. 155

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]