Κάαρελ Εενπάλου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κάαρελ Εενπάλου
Kaarel Eenpalu (μέχρι το 1935 Karl August Einbund)
Kaarel Eenpalu.jpg
Πρωθυπουργός της Εσθονίας
Περίοδος
21 Απριλίου 1938 – 12 Οκτωβρίου 1939
Πρόεδρος Κονσταντίν Πετς
Προκάτοχος -
Διάδοχος Γιούρι Ούλουοτς
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 28 Μαΐου 1888
Paju talu, Ρωσική Αυτοκρατορία
Θάνατος 27 Ιανουαρίου 1942 (53 ετών)
Περιφέρεια Κίροφ, Σοβιετική Ένωση
Εθνικότητα Εσθονός
Υπηκοότητα Ρωσική, εσθονική
Πολιτικό κόμμα Αγροτικό Κόμμα Εσθονίας
Σύζυγος Λίντα Μαρία Κόπλους
Παιδιά 4
Σπουδές Πανεπιστήμιο του Τάρτου, Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας
Επάγγελμα Νομικός, δημοσιογράφος

Ο Κάαρελ Εενπάλου[1] (εσθονικάKaarel Eenpalu, 16/28 Μαΐου 1888 - 27 Ιανουαρίου 1942) ήταν Εσθονός δημοσιογράφος, νομικός και πολιτικός. Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές φυσιογνωμίες της μεσοπολεμικής Εσθονίας φτάνοντας μέχρι το αξίωμα του πρωθυπουργού της χώρας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμη δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εενπάλου γεννήθηκε στις 16 Μαΐου (π. ημ.) του 1888 σε οικισμό της επαρχίας Τάρτου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, εντός των ορίων της σημερινής Εσθονίας και το αρχικό του ονοματεπώνυμο ήταν Καρλ Άουγκουστ Έινμπουντ[2]. Πέρασε τα μαθητικά του χρόνια στο Γυμνάσιο Χούγκο Τρέφνερ του Τάρτου και ακολούθως φοίτησε από το 1909 ως το 1914 στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της ίδιας πόλης, ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, στο οποίο μεταγράφηκε μετά από εξετάσεις[3]. Συν τοις άλλοις ήταν μέλος του πολιτιστικού συλλόγου Noor-Eesti (Νέα Εσθονία)[4].

Όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος κατετάγη στον ρωσικό αυτοκρατορικό στρατό: το 1917 αποφοίτησε από την στρατιωτική ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης και τοποθετήθηκε σε μάχιμες μονάδες του πυροβολικού, πολεμώντας στο μέτωπο της Αυστρίας. Αργότερα συμμετείχε ενεργά στον εσθονικό πόλεμο της Ανεξαρτησίας του 1918 - 1920[3][4].

Παράλληλα από νεαρή ηλικία ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία όπου σταδιακά αναδείχτηκε σε μέλος συντακτικών επιτροπών, συντάκτη και εν τέλει αρχισυντάκτη σε διάφορες εσθονικές εφημερίδες όπως οι Postimees Daily, Tallinna Teataja και Kaja[2].

Πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1919 ενεπλάκη για πρώτη φορά στην πολιτική ζωή της πατρίδας του όταν εξελέγη μέλος της κρατικής συντακτικής επιτροπής (μερικά χρόνια νωρίτερα είχε χρηματίσει γραμματέας της αγροτικής ένωσης του Τάρτου) και το επόμενο έτος ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου εσωτερικών στην κυβέρνηση του Γιάαν Τόνισον, το οποίο διατήρησε - με μικρές διακοπές - για περίπου έξι χρόνια, με κυριότερο επίτευγμα της θητείας του την αναδιοργάνωση της εσθονικής αστυνομίας. Ως υπουργός εσωτερικών κατηγόρησε τον Φεβρουάριο του 1924 τη σοβιετική πρεσβεία για οργάνωση δικτύου μυστικών πρακτόρων εντός της Εσθονίας, προκαλώντας έτσι διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα στις δύο χώρες[5].

Το 1923 προσχώρησε στο Αγροτικό Κόμμα και στις 19 Ιουλίου του 1932 έφτασε στο ανώτατο - σύμφωνα με το τότε ισχύον σύνταγμα - αξίωμα του «Πρεσβύτερου του Κράτους»[2][3] όμως η κυβέρνησή του κατέρρευσε την 1η Νοεμβρίου του ίδιου έτους υπό το βάρος των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που ταλάνιζαν την Εσθονία. Ένα χρόνο αργότερα, ο Εενπάλου αποχώρησε από το Αγροτικό Κόμμα προσχωρώντας στο αντίστοιχο Αγροτικό Κόμμα του Κονσταντίν Πετς, τον οποίο ενδιάμεσα βοήθησε να σχηματίσει δική του κυβέρνηση[4][6].

Το 1934 υποστήριξε το αυτο-πραξικόπημα του Πετς, το οποίο πραγματοποιήθηκε προκειμένου να αποφευχθεί η αναρρίχηση του φασιστικού κινήματος Vaps στην εξουσία και την επόμενη χρονιά μετέτρεψε το ονοματεπώνυμό του από Καρλ Άουγκουστ Έινμπουντ σε Κάαρελ Εενπάλου[3]. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Πετς διετέλεσε υπουργός εσωτερικών και αναπληρωτής πρωθυπουργός, ενώ μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1938 διορίστηκε την 21η Απριλίου του ίδιου έτους πρωθυπουργός της χώρας. Παρόλα αυτά δεν διατηρήθηκε στον πρωθυπουργικό θώκο για μεγάλο χρονικό διάστημα καθώς οι συνεχείς διαφωνίες του με τους Πετς και Γιόχαν Λάιντονερ, με σημαντικότερη τη σύναψη συμφώνου αμοιβαίας υποστήριξης ανάμεσα στην Εσθονία και την ΕΣΣΔ[4], ανάγκασαν τον Εενπάλου να υποβάλει την παραίτησή του στις 12 Οκτωβρίου του 1939[3].

Ύστερη δραστηριότητα και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή της χώρας αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της κρατικής εταιρείας εξόρυξης σχιστολιθικού πετρελαίου. Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εισβολής που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1940 συνελήφθη και αρχικά μεταφέρθηκε σε φυλακές του Ταλίν όπου κρατήθηκε για δέκα μήνες. Στη συνέχεια εκτοπίστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης της σοβιετικής περιφέρειας Κίροφ όπου και πέθανε στις 27 Ιανουαρίου του 1942[3].

Αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εενπάλου χαρακτηρίζεται ως ικανός τεχνοκράτης και πολιτικός αλλά και ως υποστηρικτής της απολυταρχίας[3] και της αντικατάστασης του κοινοβουλευτισμού από τον κορπορατισμό[7]. Υπήρξε βασικός πυλώνας της δικτατορίας του Κονσταντίν Πετς έχοντας σημαντικό ρόλο στη χάραξη και προώθηση της εθνικιστικών μέτρων που μεταξύ άλλων περιλάμβαναν και την επιβολή της υιοθέτησης εσθονικών ονοματεπωνύμων από τον πληθυσμό, κάτι που άλλωστε εφάρμοσε και στη δική του περίπτωση[3][4]. Μετά την σταθεροποίηση του καθεστώτος, προσπάθησε να προωθήσει μια μετριοπαθέστερη πολιτική προκειμένου να το καταστήσει πιο δημοφιλές στις ευρείες κοινωνικές μάζες[4].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γνωστός μέχρι το 1935 ως Καρλ Άουγκουστ Έινμπουντ (Karl August Einbund).
  2. 2,0 2,1 2,2 Gunter Faure,Teresa Mensing, The Estonians; The long road to independence, 2012, σελ. 209.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 Toivo Miljan, Historical Dictionary of Estonia, Rowman & Littlefield, 2015, σελ. 134 - 135.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 Wojciech Roszkowski,Jan Kofman, Biographical Dictionary of Central and Eastern Europe in the Twentieth Century, Routledge, 2016, σελ. 238.
  5. Tina Tamman, The last ambassador: August Torma, soldier, diplomat, spy, Rodopi, 2011, σελ. 46.
  6. A. Kasekamp, The Radical Right in Interwar Estonia, Springer, 2000, σελ. 39, 171.
  7. A. Kasekamp, 2000, σελ. 121.