Αρχαία Κασσώπη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Κασσώπη)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η αρχαία Κασσώπη από μακριά
Αρχαία Κασσώπη,Πανόραμα
Τα πολυγωνικά τείχη της Κασσώπης
Η Βόρεια Στοά
Το Μικρό θέατρο, Ωδείον της Κασσώπης
Ο συλλημένος Μακεδονικός τάφος της Κασσώπης
Το Πρυτανείον

Στους λόφους του σημερινού χωριού Καμαρίνα του Δήμου Ζαλόγγου Πρέβεζας (Νόμος Καποδίστριας, σήμερα με το Νόμο Καλλικράτης, είναι Δήμος Πρέβεζας), υπάρχουν τα ερείπια της αρχαίας πόλης Κασσώπης, η οποία ιδρύθηκε από τους Κασσωπαίους, ένα Ηπειρωτικό φύλο, κλάδο των Θεσπρωτών και πιθανώς αργότερα εποικίσθηκε και από εποίκους Ηλείους και Αρκάδες [1]. H ίδρυση της πόλης ήταν το αποτέλεσμα ενός συνοικισμού των διάσπαρτων οικισμών της περιοχής. Μια άποψη λέει ότι η πόλη κτίσθηκε από γηγενείς Ηπειρώτες Θεσπρωτούς με σκοπό να προστατευθεί η εύφορη κοιλάδα – πεδιάδα του δυτικού τμήματος του Νομού Πρέβεζας από τις βλέψεις των Ηλείων εποίκων. Κάποια πρώιμα ευρήματα υποδεικνύουν ότι πιθανόν στη θέση της πόλης να προϋπήρχε κάποιος μικρότερος οικισμός. Ο καθηγητής αρχαιολογίας Σωτήριος Δάκαρης διεξήγαγε ανασκαφές στην Κασσώπη για λογαριασμό της Αρχαιολογικής Εταιρείας στο διάστημα 1952-1955, αργότερα δε οι ανασκαφές συνεχίστηκαν από το 1977-78 έως το 1983, με τη συνεργασία του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο του Βερολίνου [2], αργότερα δε έγινε έκδοση τόμου των ερευνών στο Μόναχο [3].

Περιηγητές στην Αρχαία Κασσώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς, εξερευνητής του 6ου αιώνα π.Χ. γράφει στο έργο του «Περίπλους»: «Η Κασσωπαία ήτο εθνότης εγκατεστημένη νοτίως της Θεσπρωτίας και παροικούσαν δε ούτοι έως τον Ανακτόριον Κόλπον (εννοεί Αμβρακικό). Παράπλους δε εστί της Κασσωπαίας χώρας ήμισυ ημέρες» [4]. Ο γεωγράφος Στράβων θεωρεί τους Κασσωπαίους Θεσπρωτούς Ηπειρώτες και γράφει: «Χάονες μέν ούν και Θεσπρωτοί και μετά τούτων εφεξής Κασσωπαίοι, και ούτοι δ’ εισί την από Κεραυνίων ορέων μέχρι του Αμβρακικού κόλπου παραλίαν νέμονται χώραν ευδήμονα έχοντες» [5]. Η Κασσώπη απέκτησε οικονομική δύναμη με το εμπόριο, την κτηνοτροφία και τα γεωργικά προϊόντα της εύφορης πεδιάδας των παραλιών της Πρέβεζας και του Αχέροντα. Ο πρώτος που ταύτισε τα ερείπια με την αρχαία Κασσώπη είναι ο Άγγλος περιηγητής συνταγματάρχης Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ (William Martin Leake), ο οποίος επισκέφθηκε την περιοχή τα έτη 1805 και το 1835 δημοσίευσε το διάγραμμά της. Γιά την Κασσώπη επίση έχουν γράψει οι περιηγητές Νίκολας Χάμοντ Nickolas Hammond και Φρανσουά Πουκεβίλ (Francois Pouckeville) [6].

Ιστορία της Κασσώπης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απόψεις για τη χρονολογία ίδρυσης της Κασσώπης διίστανται. Μία άποψη φέρει την Κασσώπη να ιδρύεται στον 8ο – 7ο αιώνα π.Χ. από Αρκάδες και Ηλείους εποίκους και άλλη άποψη τον 4ο αιώνα π.Χ. από Κασσωπαίους, κλάδο των Θεσπρωτών. Η άποψη του Υπουργείου Πολιτισμού (Ελλάδα) είναι ότι «η Κασσώπη, πρωτεύουσα της Κασσωπαίας, κτίστηκε πριν τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. (340 π.Χ), σε φυσικά οχυρή θέση, σε ένα οροπέδιο με υψόμετρο 550-650 μ., στις πλαγιές του Ζαλόγγου, με σκοπό να προστατεύσει από την εκμετάλλευση των Ηλείων αποίκων, την εύφορη πεδιάδα που απλωνόταν νοτιότερα». [7]. Η αλήθεια είναι κάπου ενδιάμεσα. Πιθανώς παλιότερα, αλλά έλαβε τη μεγάλη ανάπτυξη και αίγλη της τον 4ο αιώνα π.Χ.. Ο Στέφανος Βυζάντιος, συγγραφέας της εποχής του 6ου αιώνα μ.Χ., αναφέρει την Κασσώπη στο βιβλίο του «Εθνικά»: «Πόλις εν Μολοσσοίς επώνυμος τη Κασσωπαία Χώρα».[8]. Οι περισσότεροι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται με τον ευρύτερο όρο Κασσωπαία χώρα και όχι τόσο στην πόλη Κασσώπη. Εξαίρεση αποτελεί ο Διόδωρος Σικελιώτης (80-20 π.Χ.) στο βιβλίο του «Ιστορική Βιβλιοθήκη ΙΧ, 88» πού αναφέρει «Κασσώπη, πόλις με το όνομα τούτο εις τον Ηπειρωτικόν χώρον» και ο προαναφερθείς Στέφανος Βυζάντιος[6]. Η Αρχαία Κασσώπη έλαβε μέρος τόσο στήν εθελοντική ομοσπονδία πόλεων Ηπειρωτική Συμμαχία που συνέστησε η Μυρτάλη - Ολυμπιάδα, μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όσο και αργότερα στό πλέον μακρόβιο Κοινό των Ηπειρωτών.

Γεωγραφία της Αρχαίας Κασσώπης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το υψόμετρο της Κασσώπης είναι 550-620m και η θέση της είναι στρατηγική, με άριστη θέα και υγιεινό κλίμα[1]. Βόρεια και δυτικά προστατεύεται από τις βουνοκορφές Ανεμόμυλος και Κιτέπι μαζί με τους κάθετους γκρεμούς του όρους Ζάλογγο, αποκαλούμενους στεφάνια. Οι προσβάσιμες πλευρές της ακρόπολης της Κασσώπης προστατεύονται με τείχος[6]. Στην αρχαία Κασσώπη αναφέρονται και μεταγενέστεροι συγγραφείς περιηγητές, όπως ο Γερμανός Conrad Bursian (1830-1883), που μας γράφει «η Κασσώπη είναι κτισμένη σε μια φυσική οχυρή θέση, κάτω από βραχώδη έξαρση». Επίσης την επισκέφθηκαν και γράφουν γι αυτήν ο συνταγματάρχης Ληκ και ο Γάλλος Φρανσουά Πουκεβίλ. Η σημασία της Κασσώπης αρχίζει να αναφαίνεται στον 4ο αιώνα π.Χ., οπότε και φτάνει στο απόγειο της δόξας της παράλληλα με την κοντινή πόλη Αμβρακία (απέχουν 50 Km)[6]. Χάρις στη στρατηγική της θέση είχε μικτή οικονομία: κτηνοτροφία στο βουνό, γεωργία στον κάμπο και αλιεία στη θάλασσα. Πέραν αυτού η περιοχή είχε πολλά δάση και με την ξυλεία της Κασσώπης κατασκευάζονταν πλοία μέχρι και τον 19ο αιώνα μ.Χ. Ο περιηγητής Κυριάκος από την Ανκόνα γράφει πώς το έτος 1435 που επισκέφθηκε την Κασσώπη «βρήκε ένα μεγάλο δάσος από βελανιδιές και χρυσόξυλο», ένα είδος πουρνάρι από το οποίο με κατεργασία έπαιρναν το πρινοκόκι, ή κρεμεζί, ή κικνίδι, βαφή της υφαντουργίας. Η Κασσώπη, πέραν της κτηνοτροφίας, αλιείας και γεωργίας, στράφηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. προς τη βιοτεχνία και το ναυτιλιακό εμπόριο. Τα καράβια των Κασσωπαίων όργωναν τη Μεσόγειο θάλασσα και διακινούσαν στην Καρχηδόνα, στη Ρώμη, στο Βρινδήσιο (σημερινό Μπρίντιζι), στη Μασσαλία, στο Γιβραλτάρ, στα παράλια της Αδριατικής, στα νησιά του Αιγαίου, στα Μικρασιατικά παράλια, στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και στην Αίγυπτο με προϊόντα της Ηπείρου όπως κρασί, λάδι, ελιές, φρούτα, ξηρούς καρπούς και υφάσματα.[1]. Τα τελευταία χρόνια γίνονται σημαντικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις σχετικά με τις σχέσεις των Ηπειρωτών με τους προγόνους των Ρωμαίων, τους Ετρούσκους, με τους οποίους φαίνεται οι Ηπειρώτες είχαν εμπορικές σχέσεις από τον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ.[9].

Ιστορία της Αρχαίας Κασσώπης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο η Κασσώπη τάχθηκε με την πλευρά των Σπαρτιατών, ενώ οι άλλοι Ηπειρώτες συντάχθηκαν με τους Αθηναίους. Έτσι αργότερα ο βασιλιάς Φίλιππος Β' της Μακεδονίας, σε συμφωνία με τους φίλους του Ηπειρώτες Μολοσσούς κυρίευσε την Κασσώπη, την Πανδοσία, το Βουχέτιον, τις Βατίες και την Ελάτρεια και τις παραχώρησε ως δώρο στον βασιλέα των Μολοσσών Αλέξανδρο Α', αδελφό της συζύγου του, Μυρτάλης Ολυμπιάδας. Υπενθυμίζεται ότι ο Αλέξανδρος Α' παντρεύτηκε την ανεψιά του, Κλεοπάτρα, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και την ίδια ημέρα αυτού του γάμου δολοφονήθηκε ο Φίλιππος Β' από τον Παυσανία[6].

Ο στρατηγός Λυκίσκος κατέλαβε αυτές τις πόλεις και εγκατέστησε Μακεδονικές φρουρές. Από τη στιγμή αυτή όλη η Ήπειρος συντάσσεται με την Μακεδονική πολιτική και σημαντικό εκστρατευτικό σώμα Ηπειρωτών συμμετέχει στους μακροχρόνιους πολέμους του Μεγάλου Αλεξάνδρου της Ασίας. Έχει καταγραφεί το έτος 1980 -1985 το εξής γεγονός: όταν γυρίσθηκαν τα πρώτα ντοκιμαντέρ στην ορεινή περιοχή του Πακιστάν, όπου ζει η φυλή των Καλάς (Kalash), απόγονων Ελλήνων στρατιωτών του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ένας ηλικιωμένος άνδρας Καλάς δήλωσε ότι «θυμάται από την προφορική παράδοση ότι οι πρόγονοί του κατάγονταν από μια μακρινή ορεινή περιοχή, άπειρο χώρα (Ήπειρος), που είχε πολλά βουνά και ποτάμια που ένα το έλεγαν Τσίαμι (Θύαμις = Καλαμάς) και το άλλο πήγαινε στον Κάτω Κόσμο (Αχέρων)». Βουδιστικά κείμενα, όπως το «Majjihima Nakaya», αναφέρονται σε «Κράτος Ελλήνων» την εποχή του Βούδα τον 6ο π.Χ. αιώνα στον Καύκασο (Ινδοκούς), εκεί που σήμερα ζουν οι Καλάς. Εξάλλου η πόλη Κανταχάρ λεγόταν Ισκανταχάρ από το Μέγα Αλέξανδρο. Οι σημερινοί Καλάς αποκαλούν τον Μέγα Αλέξανδρο «Σικαντέρ Αζάμ» [10]. Προφανώς ο διθάλαμος Μακεδονικός Τάφος ευγενούς μέλους της κοινωνίας που σώζεται σήμερα στην Κασσώπη ανήκει σε αυτή τη χρονική περίοδο της Μακεδονικής κυριαρχίας. Ο Φίλιππος Β' το έτος 343 π.Χ. διέλυσε την Συμπολιτεία των Ελαϊτών, μέλος της οποίας ήταν η Κασσώπη και η πόλη έγινε μέλος Αμφικτυονίας των πλησίον πόλεων, με κέντρο το ιερό της θεάς Αφροδίτης, το οποίο είναι κτισμένο σε απόσταση 300m ανατολικά της Κασσώπης. Λίγο αργότερα, μετά το θάνατο του βασιλιά των Μολοσσών Αλέξανδρου Α', δημιουργείται η Ηπειρωτική Συμμαχία (329-325 π.Χ.) και η Κασσώπη συμμετέχει, μάλιστα οι συνεδριάσεις των ηγετών γίνονται εδώ στο μικρό Ωδείον[6]. Η μεγάλη ακμή της πόλης σημειώνεται τον 3ο αιώνα π.Χ., οπότε κτίζονται τα μεγάλα δημόσια κτήρια και ανοικοδομούνται πολλά σπίτια. Η πόλη είχε δικό της νομισματοκοπείο. Το νόμισμα της Κασσώπης απεικόνιζε τον Δία και αετό σε κεραυνό. Η πόλη διατηρούσε πολιτική αγορά, πρυτανεία, δύο θέατρα, ξενώνα, ναούς λατρείας της Αφροδίτης και του Σωτήρος Διός. Γύρω στο 220 π.Χ., η Κασσώπη εντάχτηκε στην Αιτωλική Συμπολιτεία και συνέχισε ομαλά την πορεία της μέχρι το έτος 168-167 π.Χ., οπότε καταστράφηκε από τις λεγεώνες του Ρωμαίου ύπατου Αιμίλιου Παύλου. Αργότερα κατοικήθηκε ξανά μέχρι τη Ναυμαχία του Ακτίου το έτος 31 π.Χ., οπότε με διαταγή του Οκταβιανού οι κάτοικοι αναγκάσθηκαν να μετακομίσουν στη νέα πόλη της νίκης, τη Νικόπολη Ηπείρου. Όμως μικρός οικισμός παρέμεινε εν ζωή μέχρι το 100 μ.Χ.[6].

Επίσκεψη στην Κασσώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κασσώπη είναι σήμερα ο πλέον άρτιος για επίσκεψη αρχαιολογικός χώρος του νομού Πρέβεζας. Η προσπέλαση γίνεται ως εξής[6].:

  • Από την Πρέβεζα: Κανάλι, Αρχάγγελος, Καμαρίνα, Κασσώπη
  • Από Άρτα: Γέφυρα Καλογήρου, Λούρος, Ζέφυρος δεξιά, Αρχάγγελος, Καμαρίνα, Κασσώπη
  • Από την Εγνατία Οδό: στροφή προς Πάργα, επαρχιακή οδός προς Πρέβεζα, Μεσοπόταμος, στροφή αριστερά προς Καναλάκι, Μποντάρι – Εκκλησιές, Καμαρίνα, Κασσώπη [6].

Υπάρχουν εδώ κυκλώπεια τείχη βορείως και εντός του πολεοδομικού ιστού. Μέσα στο πολυγωνικό τείχος της αρχαίας Κασσώπης, πρωτεύουσας της Κασσωπαίας χώρας, πάχους περίπου 3,50 m., υπήρχαν περίπου 600 διώροφα σπίτια, μέσα σε οικόπεδα των 230 m2. Όλα διέθεταν μεσημβρινό προσανατολισμό και άρτια κατασκευή και λειτουργικότητα, με κοινό αποχετευτικό διάδρομο και σκεπασμένο υπόνομο. Το αποχετευτικό σύστημα της Κασσώπης είναι εξαιρετικό και αφορούσε τόσο τα λύματα όσο και τα όμβρια ύδατα. Η Κασσώπη ήταν κτισμένη κατά το Ιπποδάμειο σύστημα και διέθετε 20 παράλληλους δρόμους, τους «στενωπούς», πλάτους 4,20 m, που μεταξύ τους απείχαν 30 m, και διασταυρώνονταν με τους πλατύτερους δρόμους, τις «πλατείες» πλάτους 6 m, σχηματίζοντας 60 περίπου οικοδομικά τετράγωνα. Το εμβαδόν της Κασσώπης εντός του οικιστικού χώρου της είναι 300 στρέμματα και υπάρχουν άλλα 370 στρέμματα που κατοικούντο εκτός των τειχών. Ο πληθυσμός της πόλης υπολογίζεται στα 5.000 – 10.000 άτομα. Η διαμόρφωση της επηρεάστηκε από το παλαιότερο πρότυπο πόλεως στην περιοχή, την Αμβρακία[6].

Αξιοθέατα Μνημεία της Κασσώπης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κασσώπη διαθέτει αξιόλογα Μνημεία που δεσπόζουν στο οροπέδιο. Αυτά είναι τα Τείχη, η Βόρεια Στοά, η Δυτική Στοά, το Πρυτανείον, το Ωδείον, το Θέατρο, ο Βωμός της Αφροδίτης (Θεά της Ομορφιάς, του Έρωτα και της Γονιμότητας), ο Βωμός του Απόλλωνα, όπως και Ναό της Αφροδίτης, εκτός της ακροπόλεως στο Ζάλογγο. Την κάτοψη και ονοματοδοσία των Μνημείων της Κασσώπης μας δίνει η αναπαράσταση των Γερμανών αρχαιολόγων Βόλφραμ Χέπφνερ και Ερνστ Λούντβικ Σβάντνερ[11].

Τα Τείχη της Κασσώπης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κασσώπη προστατεύονταν νότια και ανατολικά από ισχυρά κυκλώπεια πολυγωνικά τείχη, τα οποία σώζονται σε αρκετά σημεία. Το συνολικό μήκος των τειχών υπολογίσθηκε στα 6 Km και το μέγιστο ύψος αυτών ήταν 10 m, με πλάτος 3–5 m. Τα τείχη καλύπτουν περιοχές απροστάτευτες φυσικά και η πόλη είχε δύο κύριες εισόδους, μία ανατολικά και μία δυτικά. Η ανατολική πύλη της Κασσώπης είναι αυτή που εισέρχονται σήμερα οι τουρίστες και προστατευόταν από μεγάλη μεταλλική πύλη, της οποίας διασώζεται η υποδοχή επί του βράχου[6]. Η Κασσώπη είχε και μερικές δευτερεύουσες πύλες. Μια μικρή πύλη σώζεται πολύ καλά σήμερα δυτικά, και μοιάζει με λίθινο τούνελ, γιατί είναι στεγασμένη με μεγάλιθους σαν αψίδα. Πηγαίνοντας προς το Μακεδονικό Τάφο, είναι ορατή από δεξιά.

Η Βόρεια Στοά της αγοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατασκευάστηκε την περίοδο του Κοινού των Ηπειρωτών (234/3-168 π.Χ.) Έχει λίθινη πολυγωνική κρηπίδα και η ανωδομία της ήταν πλίνθινη με ξυλοδεσιές. Η βόρεια πλευρά ενισχύεται με 17 αντηρίδες. Στο εσωτερικό υπήρχε κιονοστοιχία με 13 ιωνικούς κίονες. Στην πρόσοψη της Βόρειας Στοάς αποκαλύφτηκαν 21 λίθινα βάθρα με επιγραφές του 3ου-2ου αιώνα π.Χ. Η θέση της αγοράς και του δημόσιου χώρου της Κασσώπης είχε άμεση επαφή με την κύρια οδό και με την πύλη του τείχους, θέση που ευνοεί την άνετη πρόσβαση των κατοίκων της υπαίθρου στο χώρο της λειτουργίας του Κοινού των Ηπειρωτών. Αποτελούσε τόπο συνάθροισης των ανδρών, κάλυπτε επιφάνεια 100x80m = 8.000 m2 και χωρούσε εκατοντάδες άτομα.[6].

Η Δυτική Στοά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βρίσκεται στη δυτική πλευρά της αγοράς, μεταξύ του Τεμένους και του Πρυτανείου. Αποτελείται από μία περίστυλη αυλή με 3 x 4 δωρικούς κίονες. Γύρω από την αυλή, διατάσσονται 6 χώροι. Στα ανατολικά υπήρχε στοά με 13 δωρικούς κίονες. Το Τέμενος – Ιερό βρίσκεται σε επαφή με τη Δυτική Στοά, στα ανατολικά της. Στο προαύλιο αυτού βρίσκεται ο βωμός της Αφροδίτης. Το Πρυτανείον ήταν ένα οικοδόμημα 8 περίπου δωματίων, στη δυτική πλευρά της πόλης και σε επαφή με την Δυτική Στοά.[6].

Το Καταγώγειον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Καταγώγειον ήταν ένα δημόσιο οικοδόμημα διαστάσεων 33 x 30,3 m., με αίθριο, διώροφο στις τρεις πλευρές και μονώροφο στην τέταρτη για να μην κρύβει τον ήλιο και πιθανότατα λειτουργούσε ως ξενώνας, αρχαίο ξενοδοχείο. Άλλη άποψη λέει ότι πιθανώς να επρόκειτο για ένα είδος εμπορικού κέντρου. Παρόμοιο κτίριο βρέθηκε στην αρχαία Ολυμπία. Χρονολογείται περίπου στο 400-350 π.Χ. Αποτελείται από μία ορθογώνια κεντρική αυλή (αίθριον, atrium) διαστάσεων 14x12 m, που περιβάλλεται από τέσσερις στοές με 7 x 8 οκτάπλευρους πεσσούς με δωρικά κιονόκρανα. Πίσω από τις στοές είναι παραταγμένοι χώροι που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, αλλά μόνο με τις στοές. Υπήρχε και δεύτερος όροφος με εξώστη και η επικοινωνία γινόταν με εσωτερική ξύλινη σκάλα, της οποίας τα λίθινα βάθρα διασώθηκαν. Κάτω από το ελληνιστικό καταγώγιο υπήρχε παλαιότερο κτήριο του 4ου αιώνα π.Χ. Τα 31 υπνοδωμάτια του Καταγωγείου ήταν 18 στο ισόγειο και 13 στον άνω όροφο. Τα τούβλα της κεραμοσκεπής σώζονται και πρέπει να κατασκευάσθηκαν στη γειτονική Αμβρακία όπου είχε εργαστήρια κεραμοποιίας.[6].

Το Μικρό Θέατρο, ή Ωδείον, ή Βουλευτήριον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ωδείον βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης και είναι το πρώτο μνημείο που βλέπουμε μόλις εισέλθουμε στην πόλη, αριστερά. Χρονολογείται στον 3ο αιώνα π.Χ. Φαίνεται να είναι σκαλισμένο πάνω σε φυσικό βράχο, με κατασκευές λίθινων κερκίδων επί αυτού. Η χωρητικότητά του είναι περίπου 300-500 άτομα και η άποψη ότι έχει χωρητικότητα 2.500[12] είναι υπερβολική. Το Ωδείον ήταν στεγασμένο, η σκεπή στηριζόταν σε τετράγωνο περιτοίχισμα και οι διαστάσεις της σκηνής του ήταν 15,4 Χ 7,60 m. Η χρήση του Ωδείου προφανώς ήταν για μουσικές και λογοτεχνικές εκδηλώσεις, αλλά πιθανόν να χρησιμοποιήθηκε και ως Βουλευτήριο του Κοινού των Ηπειρωτών. Έμπροσθεν του Ωδείου υπάρχουν ερείπια κάποιου βωμού, πιθανώς του Απόλλωνα. Τμήμα του βράχου που στηρίζεται το Ωδείον έχει καταρρεύσει και εκεί τοποθετήθηκαν προστατευτικά κάγκελα[6].

Το Μεγάλο Θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βρίσκεται ερειπωμένο στο λόφο βορειοδυτικά της Κασσώπης. Κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. και είχε χωρητικότητα περίπου 2.500 ατόμων, κατ’ άλλους συγγραφείς χωρούσε 6.000 άτομα. Ήταν το μεγαλύτερο από τα δύο συνολικά θέατρα που υπήρχαν στην πόλη. Το άλλο, αποκαλείται Ωδείο για να γίνεται διάκριση. Το μεγάλο Θέατρο λόγω φυσικών φθορών είναι σήμερα κατεστραμμένο και σχεδόν μη επισκέψιμο, φαίνεται όμως καθαρά από απόσταση 200 m. Κατολισθήσεις βράχων έχουν οδηγήσει ορισμένους από αυτούς μέσα στο θέατρο. Ο ένας βράχος βάρους 30 τόνων σταμάτησε στο μέσο της σκηνής[6].

Ο Μακεδονικός Τάφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μαυσωλείο αυτό, γνωστό από παλιά, βρίσκεται νοτιοδυτικά, στο άκρον της ακροπόλεως και αποκαλείτο «Βασιλόσπιτο». Υπάρχει σχετική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ελβετού Φρεντ Μπουασονάς έτους 1926, ο οποίος το επισκέφθηκε τότε. Πρόκειται για υπόγειο θολωτό τάφο Μακεδονικής τεχνοτροπίας που αποκαταστάθηκε και είναι επισκέψιμο. Ο επισκέπτης κατεβαίνει πρώτα κάποια φθαρμένα σκαλιά και εισέρχεται σε διάδρομο 10,5 Χ 1,44 m. Μετά εισέρχεται στον κυρίως θάλαμο 3,02 Χ 2,29 Χ 3,30m ο οποίος είναι σοβατισμένος και χρωματισμένος με φθορές. Η οροφή είναι θολωτή από σκαλιστή πέτρα και έχει μια οπή από αρχαιοκάπηλους[6]. Ο τάφος βρέθηκε άδειος γιατί είχε συληθεί στο παρελθόν. Είναι βέβαιο ότι ανήκε σε κάποιον σημαντικό ευγενή της Κασσώπης, πιθανώς και Μακεδόνα σύμμαχο [13]. Άλλη άποψη λέει ότι πρόκειται για Ηρώο πιθανώς ιδρυτού της πόλης [14].

Το ιερό της Αφροδίτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ερείπιά του βρίσκονται εκτός της πόλεως Κασσώπης, δίπλα στο δρόμο που οδηγεί στο Ζάλογγο, 200m ανατολικά αυτής. Ήταν ναός περίπτερος εξάστυλος με διαστάσεις 17,20 Χ 10,15 m. Στο σημείο του ναού βρέθηκε πήλινο είδωλο της Θεάς Αφροδίτης, πολιούχου της Κασσώπης[6].

Νεκροπόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κασσώπη είχε τέσσερα νεκροταφεία, τα οποία έχουν ανασκαφεί μερικώς. Βρέθηκαν ορισμένα κτερίσματα που βρίσκονται στο αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων[6].

Οικίες της Κασσώπης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια από τις ιδιωτικές οικίες («Σπίτι»), που βρίσκεται βορειοανατολικά του Καταγωγίου αποτελείται από κεντρική αυλή με το προαύλιο, τον ανδρώνα, τον οίκο με το μαγειρείο, τον λουτρώνα και βοηθητικούς χώρους. Καταστράφηκε το 167 π.Χ. και επισκευάστηκε λίγο αργότερα πρόχειρα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Χαράλαμπος Γκούβας: «Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας», εκδόσεις ιδρύματος Μουσείο Τεχνών και Επιστημών Πρέβεζας ISBN 978-960-87328-2-7Η
  2. Δάκαρης Σωτήριος, Aρχαιολογικές ανασκαφές στήν Αρχαία Κασσώπη, 1989
  3. W. Hoepfner, E.L.Schwander, 1986, 1994
  4. Σκύλαξ: «Περίπλους»
  5. Στράβων, «Γεωγραφικά» Ζ,7.56, 323-324
  6. 6,00 6,01 6,02 6,03 6,04 6,05 6,06 6,07 6,08 6,09 6,10 6,11 6,12 6,13 6,14 6,15 6,16 6,17 6,18 Χαράλαμπος Γκούβας: «Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας», εκδόσεις ιδρύματος Μουσείο Τεχνών και Επιστημών Πρέβεζας ISBN 978-960-87328-2-7
  7. Ιστοσελίδα Οδδυσέας του ΥΠΠΟ, 2008
  8. Στέφανος Βυζάντιος: «Εθνικά»
  9. Etruscans: ντοκιμαντέρ History Channel, 2008
  10. Δημήτρης Μανωλεσάκης, 1982
  11. W.Hoepfner και E.L.Schwandner, 1983, 1986, 1994
  12. Θεόφιλος Σπυράκος, 2007
  13. πινακίδα ΙΒ' εφορείας Αρχαιοτήτων
  14. Ελένη Παγκρατίου, 2008

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Στράβων: «Γεωγραφικά» Ζ,7.5.6, 323-324.
  • Στέφανος Βυζάντιος: «Εθνικά».
  • Υπουργείο Πολιτισμού: Ιστοσελίδα για την Κασσώπη.
  • Δάκαρης Σωτήριος: «Κασσώπη, Νεώτερες ανασκαφές 1977-1983», έκδοση Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1989.
  • Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο: «Πινακίδα κάτοψη της αρχαίας Κασσώπης».
  • Bonfante L.: «Etruscan Life and Afterlife», Wayne State University Press, London 1986.
  • ΕΤ1: «Η φυλή των Καλάς, στό Πακιστάν», ντοκιμαντέρ σκηνοθέτη Δημήτρη Μανωλεσάκη, 1982.
  • Etruscans: ντοκιμαντέρ History Channel, 2008.
  • Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων: «Η φυλή των Καλάς».
  • «Η παρουσία των Ελλήνων στην ινδική ήπειρο». Εκδοτική Αθηνών: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1972.
  • W.Hoepfner και E.L.Schwandner: «Ancient Kassope Plan», 1983.
  • W. Hoepfner, E.L.Schwander (in Zusamenarbeit mit Sotirios Dakaris, Konstantina Gravani und Athanassios Tsingas, mit Beitragen von Konstantina Gravani, Mando Oikonomidou Karamesini und Joachim Boassneck): “Kassope, Berich uber Ausgrabungen einer spatklassischen Streifenstadt in Nordwestgriechenland, Haus und Stadt im klassischen Griechenland, Wohnen in der klassischen Polis”, Band I, Munchen, 1986 und 1994.
  • Θεοδώρα Κοντογιάννη: «Συνοπτικός Οδηγός για την Κασσώπη», Ιωάννινα 2006.
  • Ελένη Παγκρατίου: «Κασσώπη», Ιστοσελίδα Νομαρχίας Πρέβεζας, 2008.
  • Χαράλαμπος Γκούβας: «Η Αρχαία Κασσώπη, μια ξενάγηση», άρθρο, στην εφημερίδα Τοπική Φωνή, 2005.
  • Θεόφιλος Σπυράκος: «Ιστορία και αρχαιότητες της Ηπείρου», Αθήνα, 2007.
  • Χαράλαμπος Γκούβας: «Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας», εκδόσεις ιδρύματος Μουσείο Τεχνών και Επιστημών Πρέβεζας ISBN 978-960-87328-2-7