Καμαρίνα Πρέβεζας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°08′03″N 20°40′16″E / 39.1342481501626°N 20.671025812625885°E / 39.1342481501626; 20.671025812625885

Πανοραμική άποψη της Καμαρίνας από τον βράχου του μνημείου του Ζαλόγγου
Καμαρίνα
Δημοτική κοινότητα
Η Καμαρίνα όπως φαίνεται από την Κασσώπη
Καμαρίνα βρίσκεται στο τόπο Greece
Καμαρίνα
Καμαρίνα
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια ΗπείρουRegion.Epirus.jpg
Πρέβεζας
Έκταση 15,923 τ.χλμ
Πληθυσμός 255 (2011)
Ταχυδρομικός κώδικας 481 00
Τηλεφωνικός κωδικός (+30) 26820
Πολιούχος Άγιος Βασίλειος

Η Καμαρίνα είναι ιστορικό χωριό της περιφερείας Ηπείρου στον νομό Πρεβέζης, ανήκει ως τοπική κοινότητα στον ομώνυμο δήμο, με πληθυσμό 255 κατοίκους. Βρίσκεται σε υψόμετρο 390 μέτρα και απέχει 6,5 χλμ. από την θάλασσα και 25 χλμ. από την Πρέβεζα. Φημίζεται για την υπέροχη θέα της και το καταπληκτικό της κλίμα. Στα όρια της βρίσκεται ο ηρωικός βράχος του Ζαλόγγου και η αρχαία πόλη της Κασσώπης.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιστορική εξέλιξη του πληθυσμού της Καμαρίνας [1]
Χρονολογία Πληθυσμός Μεταβολή Πυκνότητα Παρατηρήσεις
1880[2] 774 - 48,61 κάτ./km2 150 εξ αυτών καταγεγραμμένοι στους Μαρτανιούς και 24 στο Λιμπόχοβο
1895[3] 508 -34,37% 32 κάτ./km2 50 εξ αυτών απογεγραμμένοι στους Μαρτανιούς
1913 466 -8,26% 29 κάτ./km2
1920 522 12,01 % 33 κάτ./km2 48 στη Βελανιδιά, 45 στο Λιμπόχοβο και 49 στους Μαρτανιούς
1928 490 -6,13 % 31 κάτ./km2
1940 610 24,48 % 38 κάτ./km2
1951 699 14,5 % 44 κάτ./km2
1961 663 -5,15 % 42 κάτ./km2 107 απογεγραμμένοι ως διεσπαρμένοι (στόν κάμπο)
1971 417 -36,95 % 26 κάτ./km2 7 στον Προφήτη Ηλία (Μονή Ζαλόγγου)
1981 367 -11,99 % 23 κάτ./km2 1 στον Προφήτη Ηλία & 39 διεσπαρμένοι
1991 451 22,89 % 28 κάτ./km2 7 στον Προφήτη Ηλία
2001 344 -23,72 % 22 κάτ./km2 7 στον Προφήτη Ηλία
2011 255 -25,87 % 16 κάτ./km2 12 στον Προφήτη Ηλία
Γραφική παράσταση πληθυσμιακής εξέλιξης
  • Οι αριθμοί αναφέρονται στον πραγματικό πληθυσμό, σ΄αυτούς δηλαδή πού βρέθηκαν την ημέρα της απογραφής στο χωριό.
  • Η μεγάλη μείωση του πληθυσμού την δεκαετία του 1960 οφείλεται στην μετανάστευση (εσωτερική και εξωτερική) ενώ η αύξηση που φαίνεται στην απογραφή του 1991 ήταν αποτέλεσμα κοινητοποίησης των Καμαρινιωτών της Αθήνας κυρίως, για να απογραφούν στον τόπο τους.

Ιστορική διαδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση του οικισμού και η ετυμολογία του ονόματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παράδοση αναφέρει ως πρώτους οικιστές του χωριού τις οικογένειες Σταύρου Κεράνα, Γεωργίου Στέργιου και Βασίλη Μελή. Χτίζοντας την εκκλησία έρριξαν κλήρο για την ονομασία της και κέρδισε ο τρίτος και απο το όνομα του είναι αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο[4]. Η χρονολογία οικήσεως είναι περίπου στις αρχές του 1700 και στον τωρινό χώρο της κοινότητας υπήρχαν τα χωριά του Ζαλόγγου πλησίον της Μονής, του Λιμποχόβου οικούμενο από πρόσφυγες του ομώνυμου χωριού του Αργυροκάστρου για να αποφύγουν τον εξισλαμισμό, των Μαρτανιών από όπου ήταν ο αρματωλός Πούλιος Δράκος πού με τον Μαλάμο και τον Θεόδωρο Μπούα Γρίβα επαναστάτησαν εναντίον των Τούρκων το 1585 [5] και της Τροπέλας[6] των οποίων οι περισσότεροι κάτοικοι μετά την καταστροφή των από τους Τούρκους μετοίκησαν στην Καμαρίνα.

Η πιθανότερη εξήγηση του ονόματος του χωριού είναι να προέρχεται από την λέξη καμάρι,καμαρώνω λόγω της θέσεώς του, καθώς δεσπόζει της πεδιάδας της Λάμαρης ώστε και σήμερα ακόμη να αποκαλειται το μπαλκόνι της Πρέβεζας.Οι περιγραφές διαφόρων ξένων περιηγητών που επισκέφτηκαν το χωριό είναι χαρακτηριστικές.

Το χωριό είναι κτισμένο ανάμεσα σε περιβόλια οπωροφόρων, με άφθονες πηγές, που σχηματίζουν ένα μικρό ρέμα, το οποίο ρέει προς την πεδιάδα της Λάμαρης. Δεσπόζει ωραίας θέας του Αμβρακικού κόλπου και της πεδιάδας της Άρτας με τα γύρω όρη, συμπεριλαμβανομένων του Μακρυνόρους, του Βάλτου και του Ξηρόμερου. Προς νότο φαίνεται η πόλη της Λευκάδας, το στενό της και ολόκληρο το νησί, που καταλήγει στο ακρωτήριο Δουκάτο. Στα δεξιά του ακρωτηρίου διακρίνεται η άκρη τού Φισκάρδου, στην Κεφαλονιά. Μέσα στο μεγαλοπρεπές αυτό αμφιθέατρο ξεπροβάλλει η πόλη της Πρέβεζας, οι χερσόνησοι του Ακτίου και της Νικόπολης και ακριβώς από κάτω μας μια κυματοειδής περιοχή και μια πεδιάδα με λιβάδια, χωράφια με καλαμπόκια και ελαιώνες, που αποτελούν την περιφέρεια της Λάμαρης αναφέρει ο Άγγλος στρατιωτικός Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ το 1805 [7].

Η Καμαρίνα είναι κτισμένη πάνω σε όμορφα υψώματα σε μια ωραία τοποθεσία, γεμάτη δέντρα, κήπους και αμπέλια και έχει μια θαυμάσια θέα του Αμβρακικού κόλπου, των Ακαρνανικών ορέων, του Ιονίου πελάγους και των νησιών του, καθώς και του ισθμού της Νικόπολης που βρίσκεται ακριβώς από κάτω...Η θέα που έχει ο επισκέπτης από το κοίλον του θεάτρου της Κασσώπης είναι η ομορφότερη που μπορεί να βρει κανείς στην Ελλάδα, γράφει ο Άγγλος θεολόγος Τόμας Χιούζ το 1813[8].

Υπάρχουν και άλλες δύο απόψεις λιγότερο πιθανές, η πρώτη ότι προέρχεται από τον Κόμαρο, έτσι ονομαζόταν ο κόλπος του Μύτικα και η δεύτερη να δόθηκε η ονομασία από τους Βενετούς λόγω της ομοιότητας με την αρχαία πόλη της Σικελίας Καμάρινα [4].

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καπετάν Χρηστάκης Καλόγερος
Τό σεράγι φωτογραφημένο το 1912 από τον Etienne Labranche

Η Καμαρίνα στα χρόνια της σκλαβιάς παρέμεινε ελεύθερο κεφαλοχώρι χωρίς να ανήκει σε κανέναν πασά όπως συνέβαινε με τα περισσότερα χωριά. Αυτό οφείλεται κυρίως στην παρουσία στην περιοχή πολλών αρματωλών κυρίως δε του Γιαννάκη Γεώργη ή Γεωργίτσα ( καπετάν Γιαννάκης) Σαρακατσάνου από το Σακαρέτσι Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας. Ο πατέρας του καπετάν Γεωργίτσας ήταν αρματωλός στα Ζαρέλια, νότια της Ζερμής (Βρυσούλας) και σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Τουρκαλβανούς. Ο καπετάν Γιαννάκης ανέλαβε το αρματολίκι και εγκαταστάθηκε από τον Αλή πασά στο χωριό αναλαμβάνοντας να εισπράτει τους φόρους της περιφερείας και να επιλύει τις διαφορες μεταξύ των Χριστιανών.Τό ετήσιο εισόδημα του ήταν 1000 περίπου πιάστρα. Για να κατανοήσουμε δε την αγοραστική αξία του ποσού αυτού τότε, ένα βόδι γιά όργωμα έκανε 100 πιάστρα, μία αγελάδα το μισό ενώ μέ 1 πιάστρα αγόραζες 6,150 κιλά σιτάρι ή 8,200 κιλά ρύζι ή 10 κιλά καλαμπόκι [7]. Το 1795 με δική του χορηγία ανακαινίστηκε η Ιερά Μονή της Αγίας Πελαγίας στην Καστροσυκιά[6]. Είχε στην δικαιοδοσία του όλη την Λάμαρη μέχρι την Αμφιλοχία, για τις υπηρεσίες του οποίου ο Αλής του δώρισε ένα συγκρότημα οικημάτων ,το περίφημο σεράγι,στο οποίο ήταν η βάση του γιού του Βελή στην μάχη κατά των Σουλιωτών στο Ζάλογγο στις 23 Δεκεμβρίου 1803[9]. Κατά τον θεολόγο Τόμας Χιούζ που επισκέφθηκε το χωριό το 1813,ήταν ευγενικός, με επιβλητική αξιοπρέπεια, συνδυασμένη με υπερβολική αβρότητα τόσο στην εμφάνισή του όσο και στους τρόπους του κάτι που σπάνια συναντάς στους ανθρώπους. Ήταν ένας από τους παλαιότερους και πιο σεβαστούς φίλους του βεζύρη και ήταν γνωστός για την ανδρεία και τους καλούς του τρόπους. Η οικογένειά του ήταν χριστιανική, αλλά ως επικεφαλής της οικογένειας έχαιρε του ιδίου σεβασμού όπως οι μωαμεθανοί της ανώτερης τάξης. Κανένας άνδρας, γυναίκα ή παιδί δεν κάθισε, ούτε έφαγε ή ήπιε, μπροστά του.[8] Για να επιβληθεί στην περιοχή δολοφόνησε μεταξύ άλλων τον τον καπετάν Σπύρο Καλόγερο (Μπαρούτη) , η σύζυγος του οποίου ήταν από την φάρα των Δρακαίων από το Σούλι. Οι Σουλιώτες για να εκδικηθούν τον χαμό του, επιτέθηκαν το 1798 εναντίον του χωρίς αποτέλεσμα όμως, διότι ο Αλή Πασάς απέστειλε προς βοήθειά του στρατό υπό τον Μπεκήρ Τζογαδώρο. Ο γιός του δολοφονηθέντος, καπετάν Χρηστάκης Καλόγερος, υπηρέτησε ως λοχαγός του Γενικού Προβλεπτή της Βενετίας στην Πρέβεζα από το 1785 έως το 1797 και μετά από πολλές επιδρομές στα εδάφη του πασά των Ιωαννίνων, κατασχέθηκε η περιουσία του κατ' απαίτηση των Τούρκων και αναγκάστηκε να βρει καταφύγιο στους Σουλιώτες. Αργότερα ως ταγματάρχης στο Ρωσικό στρατό (1800-1807) στάλθηκε το 1805 να βοηθήσει τον βασιλιά Φερδινάνδο της Σικελίας τιμηθείς με παράσημο ανδρείας. Πήρε μέρος με 60 άνδρες στην υπεράσπιση της ευρισκομένης υπό Γαλλικής Διοικήσεως Πρέβεζας, στις 12/10/1798 και διέφυγε στην Λευκάδα. Αναφέρονται επίσης να μετέχουν της μάχης και οι αδερφοί Απόστολος και Χρήστος Μπόντος , οι οποίοι στην συνέχεια τέθηκαν στην υπηρεσία του τακτικού στρατού της Επτανήσου Πολιτείας στην Λευκάδα με τον πρώτο να λαμβάνει τον βαθμό του Σημαιοφόρου[10]. Ο καπετάν Γιαννάκης συμμετείχε στην κατάκτηση της Πρέβεζας από τον Αλή πασά ως εις εκ των δύο αρχηγών του ιππικού και έλαβε ως αντάλαγμα αρχοντικό στην πόλη και κτήματα , όπως και ο αδερφός του Πάνος, στην πεδιάδα της Λάμαρης ως φέουδο (τσιφλίκια)[11] . Ο καπετάν Χρηστάκης ήταν παρών και στην ιστορική συνάντηση των οπλαρχηγών στην Λευκάδα τον Ιούλιο του 1807, όπου για πρώτη φορά με πρόποση του Ιωάννη Καποδίστρια ορκίστηκαν για την απελευθέρωση της πατρίδος[12]. Με την εκχώρηση των Επτανήσων στους Γάλλους στις 7 Ιουλίου 1807, μπήκε στην υπηρεσία τους στο απαρτιζόμενο απο 6 τάγματα ΄΄Αλβανικό Σύνταγμα΄΄ με το βαθμό του Ταγματάρχη, ως διοικητής δηλαδή του εδρεύοντος στην Λευκάδα 4ου τάγματος το οποίο αποτελείτο απο 6 λόχους. Είχε λαμπερά όπλα και θώρακα καλυμμένο με χρυσό και είχε στην ακολουθία του πολυάριθμους Σουλιώτες, ντυμένους το ίδιο πλούσια. Ήταν άνδρας υψηλού αναστήματος, υγιής, αρρενωπός και εκφραστικός, χωρίς να στερείται αξιοπρέπειας. Σαν τους αρχαίους μας ιππότες κι εκείνος συνοδευόταν, όταν πήγαινε για περπάτημα, από τον ιπποκόμο του που έφερε τα όπλα του και τα εμβλήματα της εξουσίας του. Μιλούσε και Ιταλικά, η δε προσωπική του γοητεία επισκίαζε τις προκαταλήψεις που η συμπεριφορά του στο παρελθόν είχε δημιουργήσει αναφέρουν γι' αυτόν οι Γάλλοι στρατιωτικοί Μπελέρ και Ρισμόντ[13]. Αργότερα χάριν τού εθνικού συμφέροντος, οι Σουλιώτες συμφιλιώθηκαν με τον καπετάν Γιαννάκη δίνοντας ώς σύζυγο στον γιό του Κωνσταντίνο Σαφάκα την αδερφή του Μάρκου Μπότσαρη Αγγελική, η οποία έζησε και πέθανε σε βαριά γεράματα στην Καμαρίνα συνταξιοδοτούμενη από το Ρωσικό Προξενείο. Ο Μάρκος Μπότσαρης είχε παντρευτεί την κόρη του καπετάν Χρηστάκη Χρυσούλα. Με τον πόλεμο του σουλτάνου εναντίον του Αλή Πασά το 1821 για να διατηρήσει τα προνόμια του ο καπετάν Γιαννάκης, τέθηκε στο πλευρό του σουλτάνου εγκαλείποντας τον Αλή. Έστειλε δε, όπως του ζητήθηκε, τον γιό του Δημήτριο όμηρο στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος με την ευκαιρία σπούδασε νομικά. Αυτός τον διαδέχθηκε στην αρχηγία του καπετανάτου και παντρεύτηκε την κόρη του εγκατεστημένου στην Πρέβεζα Ιταλού ευγενή Πέτρου Βαλεντίνι Ελένη, παίρνοντας ως προίκα τεράστια κτηματική περιουσία[11]. Πέθανε δολοφονημένος στις 30 Ιουλίου του 1830. Το 1845 για να αποφευχθεί η τσιφλικοποίηση του χωριού από τον Αχμέτ Ντίνο εστάλη στην Κωνσταντινούπολη ο Κίτσο-Πάνος, ανηψιός του καπετάν Γιαννάκη, μαζί με έναν επίτροπο της Μονής Ζαλόγγου και με αυτοκρατορικό φιρμάνι πέρασε στην ιδιοκτησία της. Αργότερα εστάλη ο Σούλας Κατσάνος ο οποίος κατόρθωσε και ακύρωσε απόφαση του Χουσεΐν Ντίνου, η οποία απαγόρευε στους Καμαρινιώτες να καλλιεργούν τα χωράφια στη Λάμαρη. Αυτό το πλήρωσε με την ζωή του αφού δολοφονήθηκε από δύο Τούρκους σε καφενείο της Πρέβεζας. Ο Βεησέλ Ντίνος κατέστρεψε το χωριά του Λιμποχόβου (1873) και ο Χουσεΐν Ντίνος τους Μαρτανιούς(1896) μετατρέποντας τα σε λειβάδια,[4] ενώ ενοικιάσας το δάσος του Ζαλόγγου το κατέκοψε μην αφήνοντας δέντρο και σε απλή παρατήρηση βοσκού δεν δίστασαν οι υπηρέτες του να τον σκοτώσουν[14].Γενικότερα όμως λόγω της προνομιούχας θέσης της και ως έδρα του καπετανάτου η Καμαρίνα στα χρόνια εκείνα αναπτύχθηκε και αποτελούσε το πρώτο χωριό της περιοχής. Με τις κατάλευκες και λιθόκτιστες οικίες , σε αντίθεση με τις μικρές και ρυπαρές των χωριών του κάμπου, εμφανίζεται στα μάτια του ταξιδιώτη ως συνοικισμός ευπορούντων ανθρώπων. Οι άνδρες ευσταλείς και αρειμάνιοι ασχολούνται με την γεωργία και την κτηνοτροφία αλλά και με την τέχνη των όπλων, οι δε γυναίκες τους είναι ωραίες σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδος Αγών[15]. Διέθετε δημοδιδασκαλείο με δαπάνη της Μονής Ζαλόγγου και οι κάτοικοι εκκλησιάζονταν με τρεις λειτουργούντες ιερείς[6].

"Ο χορός του Ζαλόγγου"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο

Μετά την πτώση του Σουλίου οι Σουλιώτες συνθηκολόγησαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Χωρίσθηκαν σε δύο ομάδες από τις οποίες η μεγαλύτερη, πάνω από 2000, με τις φάρες των Τζαβέλλα, Δράκου, Δαγκλή, Ζέρβα και άλλους κατέφυγε στην Πάργα. Η άλλη με 900 περίπου και αρχηγούς τους Κίτσο Μπότσαρη, Νίκο Κουτσονίκα, Φωτομάρα, Παλάσκα καί Πήλιο Γούση [16] κατευθύνθηκε στο Ζάλογγο . Εκεί στον Αη-Ταξιάρχη παρέμειναν 300 περίπου για να μετοικήσουν, έχοντας πιστέψει τις ένορκες υποσχέσεις του Αλή πασά για παραχώρηση καπετανάτου στην Λάμαρη. Οι φάρες που παρέμειναν ήταν των Κουτσονίκα, Γούση, Μπούσμπου, Μαλάμπου, Καραμπίνη, Τζώρτζη και Μπότζη ενω οι υπόλοιποι με αρχηγό τον Κίτσο Μπότσαρη πήγαν στο Βουλγαρέλι των Τζουμέρκων. Όμως στις 22 Δεκεμβρίου 1803 ο δόλιος Αλής αθετώντας τον λόγο του επιτέθηκε εναντίον τους με πολυάριθμο στρατό, επικεφαλής του οποίου ήταν ο γιος του Βελής και στρατηγοί ο Μπεκήρ Τζογαδώρος, Άγο Μουχουρδάρης και Μέτζιο Μπόνος[17]. Ο πρώτος βοηθούμενος από τον καπετάν Γκαγκιούζη (αρματωλό του Σεσόβου) επιτέθηκε από την πλευρά του Παλαιορόφορου και οι άλλοι δύο συνεπικουρούμενοι απο τον καπετάν Γιαννάκη και τον αδερφό του Πάνο απο την πλευρά του μοναστηριού και απο την νότια πλευρά του βουνού ( Τουρκογιάννη)[18]. Οι Σουλιώτες την άλλη μέρα (23/12/1803) για να μην ξεκληριστεί καμμία οικογένεια τοποθέτησαν τούς μισούς από κάθε φάρα στην εμπροσθοφυλακή, στην μέση τα γυναικόπαιδα και τους άλλους μισούς στην οπισθοφυλακή και επιχείρησαν έξοδο ὀπου μετά από λυσσώδη μάχη σκοτώθηκαν 50 άνδρες, ενώ οι επιζήσαντες κατέφυγαν οι περισσότεροι στην Πάργα[19]. Τότε γράφτηκε μιά ακόμη ηρωϊκή σελίδα στην ιστορία της πατρίδος μας, 60 περίπου γυναίκες εγκλωβίστηκαν από τους Τουρκαλβανούς στη άκρη του γκρεμού και για να αποφύγουν την ατίμωση και την αιχμαλωσία πήραν τα παιδιά τους αγκαλιά και έπεσαν στον βάραθρο επιλέγοντας ένα ένδοξο θάνατο. Επέζησαν της πτώσεως πέντε παιδιά τα οποία μεγάλωσαν στην Καμαρίνα, εκ των οποίων το ένα ονόματι Λάμπρω έγινε μοναχή στην Μονή Ζαλόγγου[9]. Ελάχιστοι ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα που πιάστηκαν αιχμάλωτοι, όπως οι γερο-Κουτσονίκας, γερο-Γούσης, Μπούσμπος, αφέθηκαν αργότερα από τον Αλή να μεταβούν στο Βουλγαρέλι.

Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897[20] και η καταστροφή του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κωνσταντίνος Τζώρτζης ή Καπετάν Ζαχαράκης

Με την κήρυξη του πολέμου οι κάτοικοι του χωριού μας εξοπλίστηκαν έχοντας αρχηγό τον Κωνσταντίνο Τζώρτζη (καπετάν Ζαχαράκη) ο οποίος καταγόταν από ονομαστή οικογένεια οπλαρχηγών. Ο παππούς του Ζὠης Ζαχαράκης πολέμησε στην μάχη της Νικοπόλεως στην Πρέβεζα (1798), πέρασε στον Βάλτο ως αρχηγός σώματος κλεφτών και διετέλεσε αρματωλός Υπάτης. Ο πατέρας του Γεώργιος Ζαχαράκης συμμετείχε στο κίνημα του Γκιών Λέκα το 1847[11]. Οι Καμαρινιώτες δημιούργησαν ένα αντάρτικο σώμα 150 ανδρών (σύν 20 περίπου εθελοντών κυρίως Λευκαδιτών) και ξεκίνησαν τον αγώνα για την ελευθερία. Αρχικά εσκότωσαν στην Καστροσυκιά 8 Τουρκαλβανούς και κατόπιν κατέλαβαν τον πύργο του Ιμάμ Τσαούση για να βοηθήσουν την προέλαση του Ελληνικού στρατού στην Πρέβεζα. Οι Τούρκοι απέστειλαν εναντίον τους δύο λόχους και τριάντα έφιππους χωροφύλακες οι οποίοι αποδεκατίστηκαν[21]. Κατόπιν εστάλη ισχυρή δύναμη αποτελούμενη από ένα τάγμα τακτικού Τουρκικού στρατού και 300 εθελοντές Τουρκαλβανούς η οποία ανάγκασε τους αντάρτες να αποσυρθούν στον Καντζά (Στεφάνη) όπου εδόθει σκληρή μάχη με τραγικό αποτέλεσμα την κατάληψη και πυρπόληση του χωριού[22]. Οι συγχωριανοί μας επέστρεψαν στην Καμαρίνα όπου πήραν την απόφαση να συνεχίσουν τον αγώνα αρνούμενοι την μεσολάβηση του μητροπολίτη Νικοπόλεως Γαβριήλ για να παραδώσουν τα όπλα. Οι Τούρκοι με επικεφαλής τον Τουρκαλβανό εκ Τιράνων, Γκανίμπεη (ο οποίος σκοτώθηκε ένα περίπου χρόνο αργότερα σε καφενείο της Κωνσταντινούπολης)[23] και με δύναμη δύο ταγμάτων και 700 περίπου εθελοντών Τσάμηδων επιτέθηκαν στο χωριό και το κατέλαβαν έχοντας μεγάλες απώλειες. Ανήμερα του Αγίου Γεωργίου στίς 23 Απριλίου πυρπόλησαν την Καμαρίνα, αφήνοντας απο τις 120 οικίες 4 τις οποίες χρησιμοποίησαν για την διαμονή τους οι αξιωματικοί. Ακόμη και την εκκλησία του Αγίου Βασιλείου κατέκαψαν βεβηλώνοντας και καταστρέφοντας τις άγιες εικόνες. Οι Τούρκοι και οι σύμμαχοι τους Τσάμηδες επιδόθηκαν σε φρικαλεότητες, όπως την δολοφονία των διετών τέκνων του Νάσου Μπαλάφα και Νάκου Γκοράτσα [24], τη σφαγή του Γεωργίου Κ. Πήλιου μπροστά στά μάτια της οχτάχρονης κόρης του,ο οποίος ασθενών είχε παραμείνει στην οικία του, τον απαγχονισμό του Ζώη Τζώρτζη (αδερφού του οπλαρχηγού) , του Κώστα Βάση και του Κώστα Κοσλή αφού προηγουμένως τους έβγαλαν τα μάτια. Επίσης επιδόθηκαν στο γνώριμο τους πλιάτσικο αρπάζοντας ζώα, ρουχισμό και ότι άλλο εύρισκαν και οι Τσάμηδες τα μετέφεραν στα χωριά τους. Οι Καμαρινιώτες, μαζί με τα γυναικόπαιδα, κατέφυγαν στον ιερό βράχο του Ζαλόγγου όπου εκεί, στον Αη Ταξιάρχη, εδόθη ή ύστατη μάχη η οποία διήρκησε ολόκληρη ημέρα.[15] Αφού διεσπάσθη η πρώτη γραμμή αμύνης, μέρος των ανταρτών μαζί με τα γυναικόπαιδα κατέφυγε μαχόμενο στο Σέσοβο (Πολύβρυσο) ενώ παρέμεινε μία δύναμη οπισθοφυλακής 40 αντρών με αρχηγό τον ιερέα Μιχαήλ Παπαμιχαήλ, οι οποίοι πλήν 5 που εσώθησαν και 4 που τραυματισμένοι αιχμαλωτίστηκαν έπεσαν ηρωικώς.Κατά την φυγάδευση των γυναικοπαίδων εγκλωβίστηκαν στον γκρεμό από την πλευρά του Σεσόβου και η Ανθούλα συζ. Βασιλείου Ανωγιάτη ως νέα Σουλιώτισσα έπεσε στο κενό, προτιμώντας τον θάνατο από την ατίμωση[4]. Η ενέργεια αυτή έσωσε τους υπολοίπους αφού οι Τούρκοι σαστισμένοι σταμάτησαν τους πυροβολισμούς και παρότρυναν τις γυναίκες να φύγουν και να μην πράξουν το ίδιο. Διεσώθησαν 448 Καμαρινιώτες και μαζί με άλλους πρόσφυγες, από τα κατεστραμμένα χωριά, περισυνελέχθησαν από το πολεμικό σκάφος της Δυτικής Μοίρας του Ελληνικού Ναυτικού Άκτιον και οδηγήθηκαν στην Λευκάδα[25]. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν πλησίον της Βόνιτσας, στην θέση Μερτάρι, όπου ίδρυσαν τον οικισμό της Νέας Καμαρίνας[26] που υφίσταται ως σήμερα. Νέες κακουχίες περίμεναν τους συγχωριανούς μας στα βαλτοτόπια της Βόνιτσας όπου πέθαναν αρκετοί, έρμαιοι της πείνας και τον διαφόρων νόσων, αναγκάζοντας τους περισσοτέρους να επιστρέφουν σταδιακά στο πυρπολημένο χωριό ακόμα και πρίν την απελευθέρωση του. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 500 και πλέον πρόσφυγες πού κατέφυγαν εκεί, στην απογραφή του 1907 η Νέα Καμαρίνα είχε 373 κατοίκους και το 1920 μόνο 155. Αξιοσημείωτη ήταν η δωρεά προς αυτούς της κόμησας Λουΐζας Ριανκούρ η οποία προσέφερε δύο φορές χρηματική βοήθεια συνολικού ύψους 8000 δραχμών[27]. Στό τέλος μετά από δυναμικές διαμαρτυρίες, ακόμα και έφοδο στην Ελληνική Βουλή επιχείρησαν[28], τους παραχωρήθηκαν καλλιεργήσιμες γαίες και τα απαραίτητα εφόδια.

Τα ονόματα των πεσόντων στη μάχη του Αη-Ταξιάρχη 24-4-1897[29]
1 Αγάθος Χαράλαμπος Πρεβεζάνος 17 Λαμπράκης Δημήτριος Καμαρινιώτης
2 Αντωνίου Απόστολος Καμαρινιώτης 18 Μαρτανιώτης Βασίλειος Καμαρινιώτης
3 Αντωνίου Σπ. Χαράλαμπος Καμαρινιώτης 19 Μπούντας Βασίλειος Καμαρινιώτης
4 Αντωνίου Σπυρίδων Καμαρινιώτης 20 Ντούκος Αλέκος Πρεβεζάνος
5 Ανωγιάτη Ανθούλα Καμαρινιώτισσα 21 Ντουραχάνης Αθανάσιος Μοναχός Ι. Μ. Ζαλόγγου
6 Ανωγιάτης Αλέξιος Καμαρινιώτης 22 Ντούσκος Κωνσταντίνος Πρεβεζάνος
7 Αρβανίτης Δημήτριος Καμαρινιώτης 23 Παπαμιχαήλ Μιχαήλ Καμαρινιώτης (ιερεύς)
8 Βάσης Κωνσταντίνος Καμαρινιώτης 24 Πλαστήρας Βασίλειος Καμαρινιώτης
9 Γαζέτας Δημήτριος Καμαρινιώτης 25 Πλαστήρας Νικόλαος Καμαρινιώτης
10 Δασκάλας Κωνσταντίνος Καμαρινιώτης 26 Ράφτης Βασίλειος Λευκαδίτης (Δημοδιδάσκαλος)
11 Καγκιούζης Μιχαήλ Σεσοβίτης 27 Σαμαρτζής Κωνσταντίνος Καμαρινιώτης
12 Κατσούκης Χρήστος Καμαρινιώτης 28 Σουμαλεύρης Γεώργιος Καμαρινιώτης
13 Κατσούπης Νικόλαος Μοναχός Ι. Μ. Ζαλόγγου 29 Τζίμας Ιωάννης Καμαρινιώτης
14 Κυρίτσης Λάμπρος Καμαρινιώτης 30 Τζώρτζης-Ζαχαράκης Ζώης Καμαρινιώτης
15 (Κωστα)πήλιος Γεώργιος Καμαρινιώτης 31 Τσερμιτζέλης Λεωνίδας Καμαρινιώτης
16 Κωτσάκης Μιχαήλ Καμαρινιώτης 32 Φώντας Καίσαρ Εκ Τεργέστης
Ιερεύς Μιχαήλ Παπαγεωργίου ή Παπαμιχαήλ

Ο Μακεδονικός αγών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μακεδονομάχος Απόστολος Σακκάς

Στον αγώνα για την εκπλήρωση του ιερού χρέους, της διατηρήσεως της Ελληνικότητας και της απελευθερώσεως της Μακεδονίας, οι Καμαρινιώτες εδήλωσαν παρόντες. Δύο συμπατριώτες μας ο Νικόλαος Κατσάνος και ο Απόστολος Σακκάς[30] πολέμησαν στο πλευρό των ανταρτικών σωμάτων. Ο δεύτερος ήταν ψυχογιός του καπετάν Φούφα και συμμετείχε στις 11 Μαΐου του 1907 στήν μάχη εναντίον Βουλγάρων κομιτατζήδων στο Παλαιοχώρι Εορδαίας, οπου σκοτώθηκε ο καπετάνιος με 4 συντρόφους.Ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά στή κάτω σιαγώνα και παρέμεινε κρυμένος επί οκταήμερο και σώθηκε χάριν της βοήθειας ντόπιου κτηνοτρόφου. Έπειτα διεκομίσθη στο νοσοκομείο Τρικάλων όπου έλαβε ιατρική περίθαλψη και επέζησε[4].

Ο Α' Βαλκανικός πόλεμος του 1912 και η απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σέ ένα ακόμη πόλεμο οι συγχωριανοί μας άκουσαν τήν φωνή της πατρίδας και πήραν εθελοντικώς μέρος στον υπέρ ελευθερίας αγώνα. Ο Καμαρινιώτης οπλαρχηγός Κωνσταντίνος Τζώρτζης-Ζαχαράκης[11] (1863-1919) επέστρεψε από την Νέα Καμαρίνα για να συνεχίσει τον απελευθερωτικό αγώνα και τίθεται επικεφαλής αντάρτικου σώματος 250 Ηπειρωτών (από την Καμαρίνα και τα γύρω χωριά) που συγκροτεί και εξοπλίζει στους Αγίους Αποστόλους έχοντας ως σημαιοφόρο τον Σπύρο Βασίλη ή Παππά[4]. Από την Αθήνα ,που είχε καταφύγει μετά την καταστροφή του χωριού το 1897, ο Αριστείδης Παπαδιάς εξόπλισε 100 περίπου εθελοντές και προσέτρεξε κι αυτός στο κάλεσμα της πατρίδος. Εντάσονται υπό την ηγεσία του υπολοχαγού του Μηχανικού Δημητρίου Τιμ. Νότη Μπότσαρη στο συσταθέν ( 15 Οκτωβρίου 1912) Μικτό Ηπειρωτικό Στράτευμα. Στις 18 Οκτωβρίου 1912 τοποθετήθηκαν στην γραμμή Καμαρίνας-Καστροσυκιάς για να παρεμποδίσουν την κάθοδο Τουρκαλβανών. Στίς 19 Οκτωβρίου ανέβηκαν στον ηρωϊκό βράχο του Ζαλόγγου και ετέλεσαν δοξολογία και μνημόσυνο των Σουλιωτισσών. Ο Δ. Μπότσαρης τοποθέτησε σταυρό και μεταλλική σημαία στό μέρος πού είχαν πέσει και εκεί εδόθει το εγερτήριον σάλπισμα της Ελευθερίας[31]. Τήν άλλη μέρα μεταβαίνουν στο Κανάλι συμμετέχοντας στο απόσπασμα Ταγματάρχη Σπηλιάδη και παίρνουν μέρος στη μάχη στη Νικόπολη που η νικηφόρα έκβασή της οδήγησε στην απελευθέρωση της Πρέβεζας. Εκεί οι άνδρες του καπετάν Τζώρτζη-Ζαχαράκη καλύπτουν την περιοχή μεταξύ Κούκου και Μονιλιθίου, απωθούν τις Τουρκικές προφυλακές και καταλαμβάνουν το πολυβολείο στο Μύτικα όπου και τραυματίστηκε ο Δημήτριος Παπαμιχαήλ γιος του φονευθέντος στήν μάχη του Ζαλόγγου το 1897 Παπαμιχάλη. Στη συνέχεια μεταβαίνουν στον Αχέρωντα για ενισχύσουν τις άλλες αντάρτικες ομάδες. Στην μάχη στη Γλυκή παίρνει μέρος τό σώμα του οπλαρχηγού Παπαδιά καλύπτοντας το δεξιό μέρος ενω στη συνέχεια προελαύνοντας στο Σούλι, το φυλάκιο που είχε παραμείνει δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση 600 Τσάμηδων, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 30 από τους 40 άνδρες. Τα αντάρτικα σώματα διατηρούν στην συνέχεια τίς θέσεις τους στην αριστερή όχθη του ποταμού αναλαμβάνοντας την άμυνα του Φαναρίου καλύπτοντας τις γραμμές μέχρι την θάλασσα και εμπλεκόμενα αρκετές φορές σε συμπλοκές με ένοπλους Τσάμηδες ( Χόικα, Γαρδίκι, Καστρί κτλ). Μετά τον τραυματισμό του Δημητρίου Τιμ. Νότη Μπότσαρη τον αντικαθιστά ο αντισυνταγματάρχης Μηχανικού Χρήστος Μαλάμος[32] και μαζί με άλλες μονάδες συμμετέχουν στο Μικτό Ανεξάρτητο Απόσπασμα με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Αντώνιο Ηπίτη με τον οποίον συνεχίζουν τον αγώνα εναντίον των Τσάμηδων και των Τούρκων. Στις 3 Δεκεμβρίου έγινε η μάχη στον Ασπρόμυλο της Γλυκής όπου ανδραγάθησε ο γραμματεύς του Κώστα Τζώρτζη Γεώργιος Κ. Καραλής ο οποίος διέσωσε την σημαίαν σώματος Κρητών από τα χέρια του εχθρού. Στίς 29 Δεκεμβρίου απελευθερώνουν την Γλυκή με τους άνδρες του καπετάν Τζώρτζη να συμμετέχουν στην κατάληψη του υψώματος Προφήτη Ηλία και την άλλη μέρα προήλασαν στήν Χόικα. Στις 2 Ιανουαρίου 1913 το απόσπασμα καταλαμβάνει το Γαρδίκι, αντιμετωπίζει νικηφόρα τακτικό Τουρκικό στρατό στο Καστρί εκδιώκοντάς τον από όλη την περιοχή Φαναρίου. Στίς 11 Ιανουαρίου οπισθοχωρεί στην αριστερή όχθη του Αχέρωντα με αποστολή την προστασία των γραμμών συγκοινωνιών της Στρατιάς της Ηπείρου μεταξύ Πρεβέζης και Φιλιππιάδος άνευ προκλήσεως του εχθρού[33]. Το σώμα Ζαχαράκη παραμένει στο Καστρί και στην συνέχεια καλύπτει την περιοχή Τσουκνίδας-Βαλανιδορράχης-Αμμουδιάς εμποδίζοντας επιδρομές του εχθρού μέχρι της πτώσεως των Ιωαννίνων και στις 23 Φεβρουαρίου απελευθώνεται η Παραμυθιά όπου παρουσιάζονται στις 26 οι μπέηδες και αγάδες της Θεσπρωτίας δηλώνοντας υποταγή[34]. Από εκείνον τον Οκτώβριο λοιπόν του 1912 αναπνέουμε τον αέρα της ελευθερίας ένεκα των αγώνων των συγχωριανών μας, πατώντας στα ποτισμένα με το αίμα τους χώματα και έχοντας χρέος την αιώνια διατήρηση της μνήμης των.

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καμαρίνα αναγνωρίστηκε ως κοινότητα στις 14 Αυγούστου 1919[35] περιλαμβάνοντας και το χωριό του Σεσόβου το οποίο και αποσπάστηκε στις 13 Ιουνίου 1924[36].Μετά την απελευθέρωση ξεκίνησε ο αγώνας για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών τού κάμπου καθώς επίσης και μέρους της μοναστηριακής περιουσίας ή οποία είχε παραχωρηθεί από τους κατοίκους του χωριού το 1845. Με βασιλικό διάταγμα στις 19 Νοεμβρίου 1921 [37] κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα και στις 20 Δεκεμβρίου 1924 με την υπ' αριθμ. 4 απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων Νομού Πρεβέζης, αποκαταστάθηκαν γεωργικώς οι κάτοικοι και απαλλάχθηκαν οι καλλιεργητές από το φόρο της δεκάτης. Το 1917 κτίστηκε στο κέντρο του χωριού, από την εκκλησιαστική επιτροπή, ελαιοτριβείο ιπποκίνητο που βελτίωσε τα μέγιστα την παραγωγή του λαδιού στο χωριό μας. Την επόμενη χρονιά την άνοιξη του 1918 το χωριό μας πλήρωσε κι αυτό με 30 περίπου νεκρούς βαρύτατο τίμημα στην πανδημία της ισπανικής γρίπης πού έπληξε την Ευρώπη και οδήγησε στο θἀνατο 6.000.000 ανθρώπους.Στήν Μικρασιατική καταστροφή του 1922 ο συγχωριανός μας Νικόλαος Σπυρ. Τσουράς σκοτώθηκε κατά την διἀρκεια της εκστρατείας στην Μικρά Ασία[4]. Στίς 30 Ιουνίου 1924 αποφασίστηκε η ίδρυση τηλεφωνικού γραφείου[38]. Αξιοσημείωτος ήταν ο εορτασμός της εκατονταετηρίδος του Ελληνικού κράτους που εορτάστηκε το 1930 σε όλη την Ελλάδα και στις 20 Μαρτίου στο Ζάλογγο πραγματοποιήθηκε λαμπρή εκδήλωση με την παρουσία όλης της πολιτικής, εκκλησιαστικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Ηπείρου και 10000 κόσμου[39]. Το 1930 ξεκίνησε η κατασκευή του Δημοτικού Σχολείου και το 1935 αποπερατώθη έχοντας δύο τάξεις, γραφείο και τα δωμάτια των διδασκάλων όπισθεν του κτηρίου. Στο σχολείο δέσποσε η μορφή του συμπατριώτη μας Γεωργίου Χρ. Σακκά ο οποίος υπηρέτησε συνεχώς από το έτος 1925 έως το 1960 αποδίδοντας στην κοινωνία ενάρετους ανθρώπους και διαπρεπείς επιστήμονες.

Πόλεμος, κατοχή, αντίσταση και αλληλοσπαραγμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεόδωρος Κ. Παπαγεωργίου

Με την κήρυξη του πολέμου οι συγχωριανοί μας συμμετείχαν (Γεώργιος Λώλης, Κωνσταντίνος Γερ. Σακκάς, Κωνσταντίνος Τσουμάνης, Γεώργιος Γιαννακάκης, Κωνσταντίνος Παππάς, Γεώργιος Παππάς κ.α.) στο πανεθνικό προσκλητήριο και κάναν πράξη με τον ηρωισμό τους στα Βορειοηπειρωτικά βουνά το ιστορικό ΟΧΙ. Με την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941 σκοτώνεται στην μάχη των οχυρών ο Θεόδωρος Κ. Παπαγεωργίου ,στρατιώτης του 91ου Συντάγματος Πεζικού. Στήν κατοχή που ακολούθησε και λόγω της μεγάλης πείνας, είχαν εγκατασταθεί αρκετές οικογένειες από την Πρέβεζα, το Αγρίνιο και αλλού στο χωριό μας στο οποίο επικρατούσαν λιγότερο άθλιες συνθήκες από ὀτι στις πόλεις. Τόν Μάρτιο του 1942 σταθμεύσαν στο χωριό 2 Τάγματα του Ιταλικού Στρατού,ένα Πεζικού στου Τζώρτζη και ένα Πυροβολικού στην Αγία Βαρβάρα, τα οποία παρέμειναν μέχρι τέλους του έτους. Μετά από λίγους μήνες απεχώρησε και η Καραμπιναρία στην Καστροσυκιά και στις 15 Φεβρουαρίου 1943 η Υποδιοίκηση Χωροφυλακής συνεπτύχθει στην Πρέβεζα, την οποία ακολούθησαν μέρος των ανδρών της διότι οι υπόλοιποι κατετάγησαν στις ανταρτικές ομάδες. Μετέπειτα Ιταλοί στρατιώτες προέβαιναν σε καθημερινές επιδρομές για λεηλασίες και διαρπαγές τροφίμων[4]. Η δημιουργία των ανταρτικών οργανώσεων ΕΑΜ και ΕΔΕΣ έδωσε την δυνατότητα στους συγχωριανούς μας να ενταχθούν σ' αυτές για να αγωνιστούν για την απελευθέρωση της πατρίδος. Όμως η Έρις δεν άργησε να εμφανιστεί και στις 28 Ιουνίου του 1944 είχαμε την πρώτη μεταξύ τους σύγκρουση στο Ζάλογγο, όπου σκοτώθηκε ο ΕΑΜίτης Σπύρος Δράκος[40]. Ο ΕΔΕΣ, ο οποίος και ξεκίνησε την επίθεση, κυριάρχησε αναγκάζοντας τους αντιπάλους του να υποχωρήσουν και να μεταβούν με πλοιάρια στο Ξηρόμερο. Στην Καμαρίνα παρέμειναν μόνο οι συμπαθούντες τον ΕΔΕΣ κάτοικοι , ενω οι υπόλοιποι κατέβηκαν στον κάμπο, ο οποίος και επιχείρησε σαμποτάζ εναντίον των Γερμανών της Λάμαρης στις 6 Ιουλίου του 1944. Οι Γερμανοί βομβάρδισαν, ευτυχώς χωρίς θύματα, το χωριό από το οποίο υποχωρούσαν οι αντάρτες και το κατέλαβαν τοποθετώντας φυλάκια στην κορυφογραμμή Ζαλόγγου, συνέλαβαν δε και εκτέλεσαν επι τόπου στο Σχινάρι δύο νεαρούς Πρεβεζάνους (Λέανδρο Θέμα και Κώστα αγνώστου επωνύμου)[4]. Οι Καμαρινιώτες, πλην ελαχίστων, είχαν εγκαταλείψει το χωριό εως της αποχωρήσεως των Γερμανών στα τέλη Αυγούστου, το οποίο και λεηλατήθηκε . Στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 οι Γερμανοί ανατίναξαν τα πυρομαχικά και τα καύσιμα στον Ελαιώνα στην Πρέβεζα και αποχώρησαν στις 14 του ιδίου μήνα προς τα Ιωάννινα. Αμέσως οι αντιμαχόμενες ανταρτικές οργανώσεις ξεκίνησαν τις συγκρούσεις στην κατάληψη της Πρέβεζας, με τραγικό επακόλουθο την εκτέλεση στην Παργινόσκαλα στις 22 Σεπτεμβρίου μεταξύ άλλων και δύο συγχωριανών μας, των ΕΠΟΝιτων Δημητρίου Καλδάνη και Γεωργίου Πανάγου απο τον συνταγματάρχη του ΕΔΕΣ Δημήτριο Γαλάνη. Μετά την ήττα των δυνάμεων του ΕΔΕΣ στην Άρτα απο τον ΕΛΑΣ , αποχώρησαν στις 27 Δεκεμβρίου με πλοία στην Κέρκυρα, μαζί με τον αρχηγό τους Ναπολέοντα Ζέρβα και με πολίτες φιλικά προσκείμενους . Την ημέρα εκείνη το αντιτορπιλικό Πάνθηρ πλέοντας στο Ιόνιο βομβάρδισε και την Καμαρίνα με αποτέλεσμα να σκοτωθεί η Αθηνά Κατσάνου. Στην περιοχή μας επικράτησε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και εγκατέστησε στο χωριό ένα Τάγμα Πολιτοφυλακής το οποίο προέβει σε αφοπλισμό των κατοίκων, τρομοκράτηση των αντιφρονούντων και στην σύλληψη και εκτέλεση, πιθανόν στην Φιλιππιάδα, του επί σειρά ετών προέδρου της Κοινότητος Αρίστιππου Νούσια,του Χαρίλαου Παπαγεωργίου και του Δημητρίου Νούσια.[40]Με τήν Συμφωνία της Βάρκιζας εγκατεστάθη αρχικώς τον Μἀρτιο του 1945 Εθνοφυλακή στο χωριό και στην συνέχεια τον Αύγουστο Χωροφυλακή, η οποία με την σειρά της προέβη σε αντίστοιχες ενέργειες (ξυλοδαρμούς,τρομοκρατία κτλ ) πρός τους οπαδούς και συμπαθούντες το ΕΑΜ αυτή την φορά. Τό δράμα ολοκληρώθηκε με ανοιχτή σύγκρουση που διήρκησε τρία χρόνια (30 Μαρτίου 1946-30 Αυγούστου 1949) μεταξύ του Εθνικού και του Δημοκρατικού Στρατού με καταστροφικές συνέπειες για τον τόπο και την Καμαρίνα να πληρώνει τον αναλογούντα φόρο αίματος. Ο υπενωμοτάρχης Σωτήριος Ντούσκος σκοτώνεται στις 21 Μαΐου 1946 στο Καταφύγιο Κοζάνης όπου υπηρετούσε ως σταθμάρχης του Σταθμού Χωροφυλακής[41] και ο στρατιώτης Σπυρίδων Μπαρούτης στο Γράμμο ήταν τα θύματα της μιάς πλευράς, ενώ ο Γαβριήλ Πανάγος στην Μουργκάνα και ο Γιώργος Κιτσοπάνος που εκτελέστηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1948 στις φυλακές Κερκύρας της άλλης.

Τα αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείον Ζαλόγγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μνημείο των Σουλιωτισσών, σύμβολο μνήμης και θυσίας, βρίσκεται στην κορυφή του ιστορικού βουνού του Ζαλόγγου στην άκρη του γκρεμού όπου έπεσαν 63 ηρωικές Σουλιώτισσες μαζί με τα παιδιά τους το 1803. Έχει μήκος 18 μέτρα και ύψος 13 μέτρα και είναι κατασκευασμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα επενδυμένο με περίπου 4.300 ασβεστολιθικούς όγκους διαστάσεων 50Χ30 εκ. χρώματος λευκο-μπέζ. Εδράζεται σε λιθόχτιστη βάση πάνω στην οποία είναι τοποθετημένες οι έξι γιγαντόσωμες αφαιρετικές μορφές των Σουλιωτισσών. Η προσπέλαση στην τοποθεσία γίνεται από λιθόστρωτο μονοπάτι 410 περίπου σκαλοπατιών που ξεκινά από τη Μονή του Αγίου Δημητρίου. Είναι έργο του γλύπτη Γεωργίου Ζογγολόπουλου με αρχιτέκτονα τον Πάτροκλο Καραντινό και τεχνική επιμέλεια του μαρμαροτεχνίτη Ελευθερίου Γυφτόπουλου.

Η ιστορία της ανέγερσης του μνημείου αρχίζει στις 10 Ιουνίου 1950 όταν σε εκπαιδευτική συγκέντρωση των διδασκάλων του νομού Πρεβέζης στην Καμαρίνα ο διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Γεώργιος Σακκάς, το πρότεινε κατά την διάρκεια του γεύματος.Την 1η Σεπτεμβρίου 1950 ο Νομάρχης Πρέβεζας Σπυρίδων Καφεντζής απευθυνόμενος προς τους δημάρχους και κοινοτάρχες κάνει έκκληση για έρανο για την ανέγερση του μνημείου του Ζαλόγγου. Στις 29 Οκτωβρίου 1950 πραγματοποιήθηκε η συμβολική θεμελίωση του μνημείου με παρουσία όλων των αρχων της Ηπείρου, ενώ ο έρανος συνεχιζόταν σε πανελλήνια κλίμακα και στις 6 Νοεμβρίου 1950 ο επιθεωρητής δημοτικών σχολείων Πρεβέζης αποφασίζει την διενέργεια εράνου στα σχολεία της περιφέρειας[4] . Έχοντας συγκεντρωθεί κάποιο χρηματικό ποσό για την κατασκευή του, την 1η Μαΐου 1953 το Υπουργείο Παιδείας προκηρύσσει Πανελλήνιο διαγωνισμό μεταξύ γλυπτών και αρχιτεκτόνων και αποφασίζεται να βραβευθεί η μελέτη του Πάτροκλου Καραντινού και του Γιώργου Ζογγολόπουλου. Οι εργασίες κατασκευής ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1954 αλλά διεκόπησαν διότι οι λίθοι ήταν ακατάλληλοι. Ύστερα από έρευνα επιλέχθηκε νέο πέτρωμα και άρχισε η μεταφορά του (μεγάλοι όγκοι ομοιόμορφης σύστασης υπόλευκης πέτρας χωρίς νερά και κομμούς ) από τοποθεσία που βρίσκονταν 16 χλμ. βορείως των Ιωαννίνων. Η μεταφορά των υλικών (άμμος, χαλίκι, τσιμέντο, νερό, ξυλεία κλπ) έγινε στην αρχή με τα χέρια αλλά αργότερα κατασκευάστηκε εναέριος μηχανισμός μήκους 270 μέτρων. Οι εργασίες ανέγερσης του μνημείου διακόπηκαν λόγω οικονομικών δυσχερειών αλλά στις 30 Απριλίου 1955 ο Γενικός Διοικητής Ηπείρου απηύθυνε έκκληση προς τους δημάρχους, κοινοτάρχες, και διευθυντές των σχολείων για νέο έρανο για την αποπεράτωση του μνημείου. Τον Μάρτιο του 1957, εγκρίθηκε η συνέχιση των εργασιών και αποφασίστηκε να δοθεί βοήθεια από τον στρατό για να προχωρήσουν τα σχέδια εφαρμογής του έργου. Η αποπεράτωση του μνημείου και τα αποκαλυπτήριά του έγιναν στις 10 Ιουνίου 1961[42] παρουσία του τότε βασιλικού ζεύγους Παύλου και Φρειδερίκης. Με τη πάροδο του χρόνου και εξ αιτίας κυρίως των κεραυνών, του παγετού, του νερού, της οξείδωσης του χάλυβα στον φέροντα οργανισμό, το μνημείο είχε υποστεί σοβαρές φθορές και ζημιές. Ο Δήμος Ζαλόγγου προκήρυξε στις 16/10/2007 , βάσει μελέτης του Ιδρύματος Γεωργίου Ζογγολόπουλου, ανοιχτό διαγωνισμό για την συντήρηση του μνημείου και στις 21/01/2008 υπεγράφη η σύμβαση με τον ανάδοχο εργολάβο ο οποίος το 2012 ολοκλήρωσε τις εργασίες.

Αρχαία Κασσώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κασσώπη, πρωτεύουσα της Κασσωπαίας,κτίστηκε πριν τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. (340 π.Χ) σε φυσικά οχυρή θέση, σε ένα ευρύχωρο οροπέδιο με υψόμετρο 550-650 μ., στις πλαγιές του Ζαλόγγου. Στη θέση της πόλης προϋπήρχε κάποιος μικρότερος οικισμός κτισμένος τον 8ο – 7ο αιώνα π.Χ. από Αρκάδες και Ηλείους εποίκους. Η ίδρυση της πόλης ενδέχεται να ήταν το αποτέλεσμα ενός συνοικισμού των διάσπαρτων οικισμών της περιοχής. Η μεγάλη ακμή της πόλης σημειώνεται τον 3ο αι. π.Χ., όταν κτίζονται τα μεγάλα δημόσια κτήρια και ανοικοδομούνται πολλά σπίτια. Η Κασσώπη απέκτησε οικονομική δύναμη με το εμπόριο, την κτηνοτροφία και τα προϊόντα της εύφορης πεδιάδας του Αχέροντα. Η πόλη είχε δικό της νομισματοκοπείο. Το νόμισμα της απεικόνιζε τον Δία και αετό σε κεραυνό. Η πόλη διατηρούσε πολιτική αγορά, πρυτανεία, δύο θέατρα, ξενώνα, ναούς λατρείας της Αφροδίτης και του Δία Σωτήρα. Η ευημερία της διήρκεσε μέχρι το 168 π.Χ. Το 167 π.Χ. καταστράφηκε από τους Ρωμαίους με επικεφαλής τον Αιμίλιο Παύλο και εγκαταλείφτηκε οριστικά με την υποχρεωτική συνοίκηση των κατοίκων της στη Νικόπολη, στο τέλος του 1ου αι. π.Χ. Ο καθηγητής Σωτήριος Δάκαρης διεξήγαγε ανασκαφή στην Κασσώπη για λογαριασμό της Αρχαιολογικής Εταιρείας, στο διάστημα 1952-55. Στίς 2 Φεβρουαρίου 1962 χαρακτηρίστηκε αρχαιολογικός χώρος[43]. Αργότερα οι ανασκαφές συνεχίστηκαν από το 1977-78 έως το 1983, με συνεργασία του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.[44]

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Ζαλόγγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βρίσκεται κάτω από τον περίφημο βράχο του Ζαλόγγου με το επιβλητικό μνημείο των Σουλιωτισσών που χορεύουν και δίπλα στην Αρχαία Κασσώπη. Απέχει τρία χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού και ανήκει στην δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης. Το σημερινό καθολικό της μονής είναι περιορισμένων διαστάσεων, μονόχωρο, με πολυγωνικό τρούλο. Ο νάρθηκας, σήμερα, είναι γκρεμισμένος.

Μετά τήν εγκατάλειψη της Μονής Ταξιαρχών που βρισκόταν πάνω στο Ζάλογγο λόγω κυρίως των κτηριακών καταστροφών πού είχε υποστεί, η Μονή μετεφέρθει στούς πρόποδες τού όρους σε μετόχι της που αποτελείτο από μικρό Ναό αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο και μερικά κελιά. Η ανακαίνιση του Ναού και η ανοικοδόμηση περισσοτέρων κελιών έγινε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνος ηγουμενεύοντος του ιερομονάχου Διονυσίου (μέσα του 17ου-1810). Επί των ημερών του ξεκίνησε και η αγιογράφηση του Ναού από τους Χριστόδουλο και τον Ιερέα Ιωάννη από την Κορίτιανη Ιωαννίνων, η οποία και ολοκληρώθηκε το 1816 επί ηγουμένου Χριστοφόρου (1810-1825). Αργότερα το 1831, επί ηγουμένου Ανανία (1825-1840), ο οποίος βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τους Τούρκους, κτίστηκε περιμετρικά της τείχος ενώ το 1868 επί Αγαθαγγέλου (1850-1886) το Ηγουμενείο. Στά χρόνια της Τουρκοκρατίας διέθετε μεγάλη κτηματική περιουσία με πολλά μετόχια και έκανε πολλές αγαθοεργίες συντηρώντας τα περισσότερα διδασκαλεία της περιοχής, μέχρι και το σχολείο στο Σκαφιδάκι της Πρέβεζας.[45]Στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821 ο αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Ζαλογγίτης αγωνίσθηκε στο πλευρό του θρυλικού επισκόπου Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ, στο Μεσολόγγι το 1826 όπως και οι μοναχοί Ιωάννης και Δημήτριος που έπεσαν κατά την έξοδο. Επίσης οι μοναχοί Ντουραχάνης Αθανάσιος και Κατσούπης Νικόλαος σκοτώθηκαν πολεμώντας μαζί με τους Καμαρινιώτες στη μάχη του Ζαλόγγου το 1897[29]. Η Μονή υπέστη καταστροφές από τους Τούρκους με σημαντικότερη αυτήν του 1897 όπου και πυρπολήθηκε. Η επισκευή των κελιών ολοκληρώθηκε το 1912 από τον τεχνίτη Σωτήρη Παπά από τα Γρατσανά, νυν Ασπροχώρι Ιωαννίνων, επί Ιερέως Νικόλαου Ναστούλη (1909-1916) από το Σέσοβο ,νυν Πολύβρυσο, ο οποίος είχε αναλάβει την επιστασία και επιμέλεια της. Το 1924 λόγω μεγάλου σεισμού που συνέβει στην περιοχή υπέστη σημαντικότατες ζημιές. Όμως ελλείψει πόρων λόγω της μεταβίβασης της Μοναστηριακής περιουσίας στις Σχολικές Εφορίες αλλά και της αδιαφορίας των αρχών η Μονή περιήλθε σε κατάσταση αξιοθρήνητη. Το 1956 ο τότε Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Στυλιανός ανέλαβε το έργο της σωτηρίας της ιστορικής Μονής και με εισφορές , λαϊκών καί κληρικών, ανοικοδομήθηκε και εξωραΐστηκε. Με την ανασυγκρότησή της έλαβε γυναικείο χαρακτήρα και στο χώρο της λειτούργησε Ορφανοτροφείο θηλέων.[46]. Το 1962[47] και το 1965[48] χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και το 1997[49] τό ίδιο έγινε με τα κτήρια της Μονής, τα οποία αναφέρονται συγκεκριμμένα.

Η εξαιρετική κατάσταση που βρίσκεται η Μονή σήμερα, οφείλεται στις ενέργειες του μακαριστού Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου και της ηγουμένης Μακρίνας (1983-2000) επί των ημερών των οποίων πραγματοποιήθηκαν τα απαραίτητα τεχνικά έργα ώστε η Μονή να αποτελεί πραγματικό κόσμημα. Η ηγουμένη Φεβρωνία συνεχίζει το έργο των προκατόχων της και μαζί με τις υπόλοιπες μοναχές επιτελούν με συνέπεια την αποστολή τους και η Μονή έχει καταστεί φάρος πνευματικότητας στην ταραγμένη περίοδο που διέρχεται η πατρίδα μας.

Λαογραφικό Μουσείο Ζαλόγγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα πραγματικό στολίδι για τον τόπο μας, βρίσκεται στην κεντρική πλατεία του χωριού, στεγάζεται σέ ένα δυόροφο κτήριο 200 τ.μ. και ιδρύθηκε στις 31 Ιουλίου 2001. Τα εκθέματά του είναι προσφορά των κατοίκων της περιοχής και κυρίως της Φρειδερίκης Τζόκα – Ζήση, η οποία ευγενικά παραχώρησε την πλούσια σε λαογραφικό υλικό ιδιωτική συλλογή της, προς τιμήν της δε ειδική πτέρυγα φέρει το όνομα της. Αποτελείται από τρεις αίθουσες και είναι οργανωμένο σε πέντε τμήματα ανάλογα με την θεματογραφία: Τμήμα ανδρικών και γυναικείων παραδοσιακών φορεσιών, τμήμα έργων κεντητικής-υφαντικής, τμήμα εργαλείων αστικών και γεωργοκτηνοτροφικών επαγγελμάτων, τμήμα οικιακών σκευών και τμήμα Ιστορικού Αρχείου. Ο επισκέπτης μπορεί να δει αντικείμενα (εργαλεία, σκεύη, έπιπλα, ρουχισμός, στολίδια του σπιτιού, νομίσματα, έγγραφα, παλιές φωτογραφίες και άλλα) που αποτελούν μέρος του λαϊκού μας πολιτισμού. Επεξηγηματικά κείμενα (λεζάντες), φωτογραφίες και όσο το δυνατόν πλουσιότερο εποπτικό υλικό διευκολύνουν τον επισκέπτη να ξεναγηθεί κατά τον καλύτερο τρόπο. Στο μουσείο ο επισκέπτης βρίσκει έντυπο υλικό με την θεματογραφία του μουσείου. Η συλλογή αντικειμένων στο Μουσείο στοχεύει βέβαια καταρχήν στη διάσωση των αντικειμένων αυτών από τη φυσική φθορά και την εγκατάλειψη αλλά και στην ευαισθητοποίηση του επισκέπτη, ο οποίος καλείται να προσεγγίσει τον λαϊκό πολιτισμό του τόπου μας και να διδαχτεί με τρόπο όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο.[50]

Οι εκκλησίες του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Βασιλείου
Ο Αη-Ταξιάρχης
  • Ο Ιερός Ναός του Αγίου Βασιλ είου ο οποίος είναι η κεντρική εκκλησία του χωριού και κτίστηκε στά μέσα του 18ου αιώνα. Σύμφωνα με δύο εντοιχιζόμενες επιγραφές, ο μαντρότοιχος που τον περιβάλει είναι δωρεά του καπετάν Γιαννάκη το 1809 ενώ μετά την καταστροφή του ναού το 1897 απο τους Τούρκους ανοικοδομήθει στις 28 Μαΐου 1902 με χρήματα του Ρωσσικού Προξενείου Πρεβέζης , το οποίο εδώρησε και όλα τα απαραίτητα για την λειτουργία του (ιερά σκεύη,άμφια,επιτάφιος κτλ). Όλο το οικοδόμημα έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.[51]
  • Ο Προφήτης Ηλίας κτίστηκε το 1954 λίγο έξω από το χωριό, σε ένα μικρό ύψωμα με υπέροχη θέα, στο δρόμο για το Ζάλογγο. Την ημέρα της εορτής του,20 Ιουλίου, διεξάγεται το πανηγύρι του χωριού.
  • Ο Άγιος Νικόλαοςβρίσκεται στη θέση Χαμιδιέ, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων νότια του οικισμού, είναι μικρών διαστάσεων, μονόχωρος, δρομικός (επιμήκης τύπος ναού που υποδιαιρείται εσωτερικά), ξυλόστεγος ναός, κτίστηκε τον 18ο ή τον πρώιμο 19ο αιώνα και έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.[51]
  • Ο Άγιος Γεώργιος βρίσκεται στη θέση Μαρτανιοἰ, σε απόσταση 5 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά του οικισμού, είναι μετρίων διαστάσεων, μονόχωρος, δρομικός, ξυλόστεγος ναός, και κτίστηκε τον 19ο αιώνα. Ο ναός σήμερα διατηρείται σε ερειπιώδη κατάσταση και έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.[51]
  • Ο Ιερός Ναός της Οδηγήτριας βρίσκεται στη θέση Λιμπόχοβο, σε απόσταση 6 χιλιομέτρων νότια του οικισμού, είναι μετρίων διαστάσεων, σταυρεπίστεγος και κτίστηκε το τρίτο τέταρτο του 18ου αιώνα. Στο εσωτερικό διασώζει τοιχογραφίες του 1875. Σήμερα σώζεται σε ερειπιώδη κατάσταση και έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.[51]
  • Η Αγία Βαρβάρα βρίσκεται στην ανατολική άκρη του οικισμού (Νικαίικα), είναι μετρίων διαστάσεων, μονόχωρος, δρομικός, ξυλόστεγος, κτίστηκε τον 19ο αιώνα απο την οικογένεια των Νικαίων και έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.[51]
  • Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος βρίσκεται στήν βόρεια άκρη του οικισμού (Νουσαίικα) χτίστηκε από τον καπετάν Γιαννάκη[4] και επιδιορθώθηκε το 1906. Ο ναός είναι μικρών διαστάσεων μονόχωρος, δρομικός, ξυλόστεγος και έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.[51]
  • Ο Ιερός Ναός των Αγίων Ταξιαρχών κτἰστηκε τον 8ο αιώνα και λειτούργησε ως μονή μέχρι το τέλος του 18ου περίπου. Η παράδοσις αναφέρει ότι κάποιος βοσκός επ΄ ονόματι Σάββας βρήκε πάνω στο Ζάλογγο εικόνα των Ταξιαρχών Γαβριήλ και Μιχαήλ, η οποία ανήκε σε ομώνυμο ναό ευρισκόμενο μεταξύ Λούρου και Παλαιοοροφόρου. Όμως μετά την παράδοση της εικόνας αυτή επέστρεψε με θαυματουργικό τρόπο στο Ζάλογγο. Ο ευσεβής αυτός βοσκός ανήγειρε στο σημείο αυτό, σε ένα μικρό οροπέδιο πάνω στο Ζάλογγο, μικρό ναό ο οποίος εξελίχθηκε σε μεγαλοπρεπή μονή με αυτον πρώτο ηγούμενο.[46] Ο ναός υπέστη επανειλημμένες λεηλασίες και καταστροφές κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας αλλά και κατά την Γερμανική κατοχή όπου πυρπολήθη. Σήμερα λειτουργεί ως εξωκκλήσι,είναι μεγάλων διαστάσεων μονόχωρος, δρομικός, ξυλόστεγος ναός με νάρθηκα στα δυτικά και έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.[52]

Η χωροφυλακή στην Καμαρίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την καλύτερη αντιμετώπιση των ληστών που δρούσαν στην περιοχή μας (Πανουσαίοι,Ρετζαίοι,Κουμπαίοι κτλ) στις 13 Μαΐου 1919 ιδρύθηκε η Υπομοιραρχία Χωροφυλακής Ζαλόγγου μέ έδρα την Καμαρίνα η οποία και λειτούργησε ως υποδιοίκηση μέχρι της μεταφοράς της έδρας στο Καναλάκι στις 3 Μαΐου 1963.[53]Μετέπειτα ο Σταθμός Χωροφυλακής διατηρήθηκε εως την κατάργηση του σώματος στις 8 Οκτωβρίου 1984[54].Αξιοσημείωτη ήταν η σύλληψη του επικυρηγμένου ληστή Ιωσήφ Παππά τον Ιούνιο του 1926, σε συμπλοκή με το απόσπασμα πλησίον του χωριού στην οποία έχασε την ζωή του ο ληστής Ιωάννης Ντόσης[55]. Επίσης αναφέρεται επιδρομή ανήμερα των Χριστουγέννων του 1927, των διαβόητων Κώστα και Τάκη Κουμπή με τρεις άγνωστους συνεργούς τους, στις καλύβες του Κώστα Κάτσενου στο Λιμπόχοβο όπου τις πυρπόλησαν και δολοφόνησαν την σύζυγό του[56].Από τους υπηρετήσαντες στην Καμαρίνα ξεχωρίζει ο Κωνσταντίνος Μακρυνιώτης, ο οποίος έφτασε στον βαθμό τού Αρχηγού της Χωροφυλακής (1957-1960) τιμήθηκε δε με τον πολεμικό σταυρό Γ΄ Τάξεως και με τον Ταξιάρχη του Φοίνικος[57].

Δικαιοδοσία Υπομοιραρχίας Χωροφυλακής Ζαλόγγου & Διοικητές Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής Ζαλόγγου [4] (13/5/1919 έως 3/5/1963)
Τμήμα Χωροφυλακής Καμαρίνας Τμήμα Χωροφυλακής Ζερμής Τμήμα Χωροφυλακής Τοπόλας Βαθμός Όνομα Καταγωγή Βαθμός Όνομα Καταγωγή
Καμαρίνα Ζερμή (Βρυσούλα) Τοπόλα (Χειμαδιό) Ανθυπομοίραρχος Νικόλαος Κατσαράκης Κρήτη Ανθυπομοίραρχος Μηνάς Καφετζάκης Κρήτη
Δούβιανα (Κρυοπηγή) Κρανιά Ρινιάσα (Ριζά) » » Δημήτριος Μυζάλης Κρήτη » » Δημήτριος Ξανθάκης Κρήτη
Άνω Βλάντο (¨Άνω Δεσποτικό) Νιαγγάτες (Κορυφούλα) Σκέμπο (Βράχος) » » Βασίλειος Κόντος Αμφιλοχία » » Κωνσταντίνος Παππάς Ιωάννινα
Μονή Ζαλόγγου Άνω & Κάτω Κοτσανόπουλο Λυγιά » » Σωκράτης Μαμούρης Κέρκυρα » » Σταύρος Αγοράκης Πελοπόννησος
Τσερκούβιανα ( Εκκλησιές) Κράβαρη (Άνω Ράχη) Λούτσα » » Ιωάννης Δημητρακόπουλος Πελοπόννησος » » Ιωάννης Νώτης Πελοπόννησος
Άνω & Κάτω Κορίτιανη (Σκαφιδωτή) Φτίνα (Αηδονιά) » » Κωνσταντίνος Μακρυνιώτης Δάρας Μεσσηνίας » » Μιχαήλ Σταμάτης Ιωάννινα
Αγόρανα (Τρίκαστρον) Κουκούλιον Υπομοίραρχος Αντώνιος Μίκροβας Αγρίνιο » » Ιωάννης Σκοντζούρης Πελοπόννησος
Γκιόναλα (Ρεμματιά) Ανθυπομοίραρχος Εμμανουήλ Παντελίδης Σάμος » » Ευάγγελος Μπουραντάς Αρτα
Ρουσάτσα (Πολυστάφυλο) » » Ιωάννης Γρίβας Λειβαδιά Ανθυπασπιστής Νικόλαος Γεωργίου Αγρίνιο
» » Ευάγγελος Ζορμπαλάς Άρτα Ανθυπομοίραρχος Χρήστος Ελευθερίου Αθήνα

Τα χωριά αναφέρονται με τις παλαιές ονομασίες και εντός παρενθέσεως οι τωρινές πού έλαβαν στις 2 Μαΐου 1927[58] ενώ στην Υποδιοίκηση Ζαλόγγου υπήχθη και ο Σταθμός Χωροφυλακής Νέας Σινώπης που έγινε αργότερα.

Οπτικοακουστικό υλικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περιγραφή Ηλεκτρονική διεύθυνση
Αποκαλυπτήρια του μνημείου στο Ζάλογγο παρουσία του τότε βασιλικού ζεύγους. http://mam.avarchive.gr/portal/digitalview.jsp?get_ac_id=1084&thid=1503
Εορτασμός στο Ζάλογγο το 1971 http://mam.avarchive.gr/portal/digitalview.jsp?get_ac_id=1846&thid=9293
Τέλεση επιμνημόσυνης δέησης και κατάθεση στεφάνων στο μνημείο του Ζαλόγγου. http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=11174&autostart=0
Τρισδιάστατη απεικόνιση του Μνημείου Ζαλόγγου http://www.zongolopoulos.gr/GR/content/idruma/suntirisi_zallogo_video.html

Βιβλιογραφία-Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. http://dlib.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/categoryyears?p_cat=10007862&p_topic=10007862
  2. Υπουργείον Στρατιωτικών, Επιτελικό Γραφείο: Οδοιπορικά Ηπείρου και Θεσσαλίας, Αθήναι 1880
  3. Μιχάλης Κοκολάκης:Η Τουρκική στατιστική της Ηπείρου στο σαλμανέ του 1895
  4. 4,00 4,01 4,02 4,03 4,04 4,05 4,06 4,07 4,08 4,09 4,10 4,11 Γεωργίου Σακκά: η ιστορία της Καμαρίνας και η τραγωδία του Ζαλόγγου, Πρέβεζα
  5. Κ. N. Σάθας: Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, Αθήνα 1869
  6. 6,0 6,1 6,2 Σεραφείμ Ξενόπουλου:Δοκίμιον ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης,εν Αθήναις 1884
  7. 7,0 7,1 William Martin Leake, Travels in Northern Greece, Vol. I, Λονδίνο 1835, σελίδες 244-253, μτφ. Νίκος Δ. Καράμπελας
  8. 8,0 8,1 Thomas Smart Hughes: Travels in Sicily, Greece & Albania, Τόμος 2, σελ. 337-341, μτφ. Νίκος Δ. Καράμπελας
  9. 9,0 9,1 Περικλής Ζερλέντης:Περί της εν Ζαλόγγω καταστροφής,Ηπειρωτικά μελετήματα,τεύχος Α΄, Αθήναι 1889
  10. Αναστασίου Γεωργαντζή:Πρεβεζάνοι Αγωνιστές στην υπηρεσία της Βενετικής και Γαλλικής Διοίκησης της Επτανήσου, Πρεβεζάνικα Χρονικά, Τεύχος 9, 1986, σελ.8-12
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 Ηλία Βασιλά: Άπαντα (Επιμ. Νίκος Δ. Καράμπελας), Πρέβεζα 2012
  12. Πάνος Ροντογιάννης,Ιστορία της νήσου Λευκάδος,Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών,2005
  13. Boppe Auguste, Le régiment Albanais (1807-1814), Paris, 1902
  14. Εφημερίς Αγών,3 Δεκεμβρίου 1899, σελίς 3
  15. 15,0 15,1 Εφημερίς Αγών, 11 Ιουνίου 1899, σελίδα 2
  16. Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου:Ιστορία Αλή πασά του Τεπελενλή, Αθήναι,Εκδοτικόν Κατάστημα Π. Ζανουδάκη, 1896
  17. Χριστόφορου Περραιβού: Ιστορία του Σουλίου, Αθήναι, Τύποις και Αναλώμασι Π. Δ. Σακελλαρίου, 1889
  18. Σπύρου Ντούσια:Σουλιώτες-Ζάλογγο, Πρεβεζάνικα Χρονικά, Τεύχος 8, σελίδα 51
  19. Λάμπρου Κουτσονίκα: Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α΄, Αθήναι 1863
  20. Ἡ Καμαρίνα καὶ ὁ Ἓλληνοτουρκικὸς πόλεμος τοῦ 1897,Θεοδώρου Κων. Δράκου, ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ, Ἀθήνα 2014
  21. Εφημερίς Εμπρός,2 Μαϊου 1897,σελίδα 2
  22. Εφημερίς Ακρόπολις,11 Μαΐου 1897
  23. Νίκος Δ. Καράμπελας: Ο Ιταλός πολιτικός Francesco Guicciardini στην Πρέβεζα και την γύρω περιοχή
  24. Εφημερίς Ακρόπολις,3 Μαΐου 1897
  25. Εφημερίς Εμπρός, 29 Ιουνίου 1897, σελίδα 2
  26. Φ.Ε.Κ. Α/128, 1 Ιουλίου 1899
  27. Εφημερίς Εμπρός,20 Δεκεμβρίου 1901
  28. Εφημερίς Εμπρός,22 Μαρτίου 1903
  29. 29,0 29,1 Γ. Α. Οικονόμου:Οι αγώνες της Καμαρίνας στον πόλεμο του 1897,Ηπειρωτική Εστία,Μάιος 1954,Ετος Γ΄, Τεύχος 25, σελίς 474
  30. Fatal Error
  31. Εφημερίς Εμπρός, 10 Νοεμβρίου 1912, σελ. 3
  32. Κ.Δ.Στεργιόπουλου : «Τό Mικτόν Ηπειρωτικόν Στράτευμα» κατά την ελευθέρωσιν της Ηπείρου (Οκτώβριος - Νοέμβριος 1912), Αθήναι 1968
  33. Γερασίμου Βώκου:Ιστορία του βαλκανοτουρκικού πολέμου, Αθήναι 1914,εκδ. Δ. Δημητράκου, σελ. 968-970
  34. Γενικόν Επιτελείο Στρατού: Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913, Tόμος B΄, Επιχειρήσεις εν Ηπείρω, Παράρτημα
  35. Φ.Ε.Κ. Α/181,14 Αυγούστου 1919
  36. Φ.Ε.Κ. Α/133,13 Ιουνίου 1924
  37. Φ.Ε.Κ. Α/223,22 Νοεμβρίου 1921
  38. Φ.Ε.Κ. Α/148, 3 Ιουλίου 1924
  39. Εφημερίς Ηπειρωτικός Αγών, 20 Μαΐου 1930,σελίς 2
  40. 40,0 40,1 Μιχαήλ Ντούσια:ΕΑΜ Πρεβέζας,ΕΛΑΣ Ζαλόγγου-Σουλίου, Αθήνα 1987
  41. Αρχηγείον Βασ. Χωροφυλακής: Δράσις της Χωροφυλακής κατά την περίοδο 1941-1950, Αθήναι 1962
  42. OFFICIAL SITE - GEORGE ZONGOLOPOULOS FOUNDATION - ΊΔΡΥΜΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΖΟΓΓΟΛΟΠΟΥΛΟΥ | Georgios Zongolopoulos, George Zongolopoulos, Georgios Zoggolopoulos, George Zoggolopoulos, Γ...
  43. ΦΕΚ, Β/35, 2 Φεβρουαρίου 1962
  44. Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού | Κασσώπη
  45. Εφημερίς Αγών, 5 Μαΐου 1900
  46. 46,0 46,1 Φιλάρετος Βιτάλης: η Ιερά Μονή Ζαλόγγου, Αθήναι, 1959
  47. ΦΕΚ,Β/35, 2 Φεβρουαρίου 1962
  48. ΦΕΚ,Β/404, 6 Ιουλίου 1965
  49. ΦΕΚ,Β/701, 19 Αυγούστου 1997
  50. [1][νεκρός σύνδεσμος]
  51. 51,0 51,1 51,2 51,3 51,4 51,5 ΦΕΚ Β/702,19 Αυγούστου 1997
  52. ΦΕΚ Β/701,19 Αυγούστου 1997
  53. Φ.Ε.Κ. Α/54,3 Μαΐου 1963
  54. Φ.Ε.Κ. Α/152,8 Οκτωβρίου 1984
  55. Εφημερίς Σκρίπ,20 Ιουνίου 1926,σελίδα 6
  56. Εφημερίς Εμπρός,28 Δεκεμβρίου 1927
  57. Εφημερίς Βλάση: έκδοση του συλλόγου απανταχού Βλασαίων,φύλλο 57,Δεκέμβριος 2011,σελίδα 2
  58. Φ.Ε.Κ. Α/76,2 Μαΐου 1927