Νεκρομαντείο Αχέροντα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νεκρομαντείο του Αχέροντα. Η Υπόγεια Ιερά Κρύπτη με τις Τοξωτές καμάρες
Κάτοψη του Νεκρομαντείου του Αχέροντα
Ο Αχέρων ποταμός κοντά στις εκβολές του
O Xάρων μεταφέρει τις Ψυχές στα ύδατα της Στυγός, Κωνσταντίν Μακόφσκι, 1861
Αλεξάντερ Λιτοβτσένκο: Ο Χάρων οδηγεί τις Ψυχές στον Άδη, 1861, Κρατικό Ρωσικό Μουσείο Ιστορίας, Μόσχα
Μονή Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, πάνω στά ερείπια του Νεκρομαντείου
Γρανάζια ανάσπασης ειδώλων Νεκρομαντείου. Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων

Το αρχαίο Νεκρομαντείο του Αχέροντα[1] βρίσκεται στο χωριό Μεσοπόταμος, του Νομού Πρεβέζης, στο σημείο όπου κατά τον Όμηρο "έσμιγε ο ποταμός Αχέρων με τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας Λίμνης, η οποία αποτελούσε την είσοδο του κόσμου των ψυχών". Το Νεκρομαντείο είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, στον οποίο κατέληγαν οι επισκέπτες από το Ακρωτήρι Χειμέριο του χωριού Αμμουδιά, για να επικοινωνήσουν με τις ψυχές των αγαπημένων τους προσώπων. Ο Όμηρος στην Οδύσσεια περιγράφει αναλυτικά την περιοχή κατά την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη. Μετά την αποξήρανση της λίμνης Αχερουσίας τη δεκαετία του 50, η όλη γεωγραφία της περιοχής έχει αλλάξει και το μόνο που παραμένει είναι η ήρεμη συμβολή Αχέροντα και Βωβού ποταμού στην πεδιάδα, λίγα μέτρα κοντά στό λόφο του Νεκρομαντείου. Η πρώτη λειτουργία και κατασκευή του Νεκρομαντείου ανάγεται στούς Μυκηναϊκούς χρόνους (1200 πΧ), όμως πολλά από τα σημερινά ερείπια φαίνεται να είναι Ελληνιστικής Εποχής (323 πΧ και μετά).[εκκρεμεί παραπομπή]

Τα Μαντεία στην Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πιό γνωστά Μαντεία της Αρχαιότητας ήταν της Δωδώνης, των Δελφών και του Αχέροντα. Έχουν όμως μια σημαντική διαφορά. Στά δύο πρώτα οι επισκέπτες αιτούνταν από τους ιερείς ή τις ιέρειες χρησμό. Δηλαδή πρόβλεψη. Και επειδή η πρόβλεψη είναι πάντα παρακινδυνευμένη, εδίδετο πάντα αλληγορικά, ώστε να εξηγηθεί κατά το δοκούν. Αντίθετα στό Νεκρομαντείο του Αχέροντα δεν έχουμε αίτημα χρησμού αλλά μυσταγωγία επαφής με είδωλα και ήχους νεκρών συγγενικών και φιλικών προσώπων. Καταλυτικός για τα Μαντεία ήταν ο ρόλος των ιερέων, οι οποίοι επεδίωκαν συζητήσεις με τους επισκέπτες για να γνωρίσουν τις προθέσεις τους και να δώσουν τις ανάλογες απαντήσεις, καθώς και η ιεροτελεστία που ακολουθούνταν. Υπέβαλαν τους επισκέπτες σε ψυχολογικές και σωματικές δοκιμασίες είτε με τη δαιδαλώδη, επιβλητική κατασκευή του μαντείου και τις σκοτεινές γεμάτες υγρασία αίθουσες είτε με δίαιτα και με τη βοήθεια κυάμων και άλλων βοτάνων που μασούσαν ώστε να θολώνουν το μυαλό τους και να εξάπτουν τη φαντασία τους.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η λειτουργία του Νεκρομαντείου του Αχέροντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Νεκρομαντείο Αχέροντα για να έχει ο επισκέπτης επαφή με τις ψυχές των νεκρών, έπρεπε να τελέσει προσφορές και να τη βγάλει από τη λήθη δίνοντάς της να πιει αίμα. Πέραν αυτού έπρεπε να υποβληθεί σε πολυήμερη δοκιμασία ψυχικού και σωματικού καθαρμού. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ομήρου σύμφωνα με την οποία η μάνα του Οδυσσέα δεν τον αναγνώρισε παρά μόνο όταν ήπιε από το αίμα της προσφοράς. Οι ψυχές θεωρούνταν άυλες σαν σκιές. Τα "είδωλα" των ψυχών τα ανέβαζαν οι ιερείς με σιδερένιους μοχλούς , με γρανάζια και καστανιέτες από την υπόγεια αίθουσα. Στο τέλος οι πιστοί αποχωρούσαν από άλλη έξοδο ώστε να μην έρθουν σε επαφή με τους επόμενους επισκέπτες εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη μυστικότητα. Η οποιαδήποτε μαρτυρία του χρησμού αποτελούσε βλασφημία και οδηγούσε ακόμα και σε θάνατο. Η όλη διαδικασία είχε ως εξής: Μόλις ο επισκέπτης διέσχιζε την είσοδο του νεκρομαντείου βρισκόταν στην υπαίθρια αυλή (1). Οι ιερείς τον υποδέχονταν και τον οδηγούσαν στα δωμάτια υποδοχής (2) που βρισκόταν δίπλα. Εκεί υπήρχαν και άλλα δωμάτια τα οποία ήταν βοηθητικοί χώροι ή χώροι προσωπικού (2). Το πρώτο πράγμα που έκαναν οι ιερείς του νεκρομαντείου ήταν να πάρουν πληροφορίες για το λόγο της επίσκεψης, την οικονομική και την κοινωνική κατάσταση του επισκέπτη και στη συνέχεια τον οδηγούσαν στο νότιο τμήμα της αυλής όπου βρισκόταν τα δωμάτια παραμονής και προδιαίτησης (3). Εκεί παρέμειναν οι επισκέπτες για να προετοιμαστούν για τη δοκιμασία που θα ακολουθούσαν. Μετά την προετοιμασία τους, ο ιερέας τούς οδηγούσε μέσα από τις δύο πύλες (4) & (5) στα υπνοδωμάτια (6). Εδώ οι επισκέπτες υποβάλλονταν σε ειδική δίαιτα με κουκιά, χοιρινό λίπος και όστρακα, ουσίες που προκαλούσαν αναστάτωση στον οργανισμό τους. Όταν έκρινε ο ιερέας ότι κάποιος ήταν έτοιμος, τον οδηγούσε στον ανατολικό διάδρομο μέσα από την τρίτη πύλη (8). Πριν από αυτό όμως επισκεπτόταν το λουτρό (7) όπου έριχνε μια αναθηματική πέτρα δεξιά του για να εξορκίσει το κακό και έπλενε τα χέρια του στο λουτήρα (ένα πιθάρι με νερό). Μετά το πλύσιμο των χεριών ο επισκέπτης οδηγούνταν στο τελευταίο βόρειο δωμάτιο παραμονής (9) για άγνωστο χρονικό διάστημα όπου η δίαιτα ήταν αυστηρότερη και με τις συνεχείς προσευχές αλλά και τις διηγήσεις του ιερέα μέσα στο σκοτάδι, οι αισθήσεις άρχισαν να υπολειτουργούν οδηγώντας τον σε μια κατάσταση παραισθήσεων. Τελικά με οδηγό τον ιερέα, ο επισκέπτης έβγαινε στον ανατολικό διάδρομο (10) όπου θυσίαζε ένα ζώο (συνήθως πρόβατο) και κατευθύνονταν στην πύλη (11) του νότιου διαδρόμου. Ο νότιος διάδρομος (12) ήταν δαιδαλώδης σαν λαβύρινθος με τρεις τοξωτές πύλες (Πύλες του Άδη) που είχαν σιδερένιες πόρτες με καρφιά ώστε να ενισχύει την αίσθηση του κάτω κόσμου. Εδώ πρόσφεραν στους θεούς άλευρα (άλφιτα) μέσα σε πήλινες λεκάνες που τις έσπαζαν επιτόπου. Η τελευταία πύλη ήταν η είσοδος του ιερού (13) επίσης σιδερόφρακτη και οδηγούσε στην κεντρική αίθουσα του ιερού (14), μιά αίθουσα μεγέθους 15 Χ 4,25 μ. δεξιά και αριστερά της οποίας υπήρχαν από τρία δωμάτια τα οποία ήταν αποθηκευτικοί χώροι (15) για δημητριακά και προσφορές των επισκεπτών. Εδώ στην κεντρική αίθουσα (14) γινόταν οι «χοές» δηλ. προσφορές σε υγρή μορφή, όπως γάλα, μέλι, κρασί και αίμα θυσιασμένων ζώων, που χύνονταν στο πλακόστρωτο δάπεδο για να εξευμενίσουν τους θεούς του κάτω κόσμου. Μετά από αυτό, σ’ αυτό το χώρο εμφανιζόταν και οι «σκιές» των νεκρών και μιλούσαν στον επισκέπτη. Στο τέλος ο επισκέπτης οδηγούνταν στην έξοδο (16) του ανατολικού διαδρόμου για να μη συναντηθεί με τους άλλους που ακόμα προετοιμαζόταν. Δεν έπρεπε να πει σε κανέναν τι είδε και τι έζησε γιατί θεωρούνταν βλασφημία. [2]

Ανασκαφές και Κινητά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρχαιότερα ευρήματα του Νεκρομαντείου, ανάγονται στη μυκηναϊκή εποχή (14ος -13ος αι.π.Χ.) κατά την οποία χρονολογούνται και τρεις παιδικοί τάφοι με ελάχιστα ευρήματα. Όστρακα αγγείων και πήλινα είδωλα που βρέθηκαν δυτικά του λόφου ανάγονται στα μέσα του 7ου αι.π.Χ. ενώ τα λείψανα του Νεκρομαντείου που σώζονται τοποθετούνται στην ελληνιστική περίοδο. Το κύριο τμήμα του ιερού χρονολογείται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους (τέλη 4ου –αρχές 3ου αι.π.Χ.) Το 167 π.Χ. πυρπολήθηκε από τους Ρωμαίους και έπαυσε η λειτουργία του για να κατοικηθεί ξανά τον 1ο αι.π.Χ. Τον 18ο αι.μ.Χ. oικοδομήθηκε στο χώρο η μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου η οποία σώζεται μέχρι σήμερα με το αντίστοιχο νεκροταφείο. Στο χώρο βρέθηκαν επίσης εκατοντάδες αγγεία που περιείχαν προσφορές, λυχνάρια και μικρότερα αγγεία διακοσμημένα με το ρυθμό «δυτικής κλιτύος». Στις αποθήκες βρέθηκαν μυλόπετρες, θαλασσινά όστρεα, γεωργικά και οικοδομικά εργαλεία και ειδώλια της Περσεφόνης και του Κέρβερου. Η Αρχαιολογική Εταιρία διενήργησε ανασκαφές στο χώρο του Νεκρομαντείου τα έτη 1958-1964 και 1976-1977 υπό τον καθηγητή αρχαιολογίας Σωτήριο Δάκαρη ύστερα από παρότρυνση του δάσκαλου Σπύρου Γ. Μουσελίμη. Όλα τα κινητά αρχαιολογικά ευρήματα του Νεκρομαντείου εκτίθενται στό Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων.[εκκρεμεί παραπομπή]

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από αρχιτεκτονικής άποψης το Νεκρομαντείο ταυτίζεται με μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο ή μαυσωλείο της Ανατολής του 5ου αι. Αποτελείται από πολυγωνική τοιχοδομία, σιδερόφρακτες πύλες, εσωτερική διαίρεση με διαδρόμους, κατασκευή που εξυπηρετεί τη λατρεία και τις τελετουργίες των υποχθόνιων θεών. Το κυρίως ιερό χωρίζεται με δύο παράλληλους τοίχους σε μία κεντρική αίθουσα και δύο μικρές πλαϊνές. Κάτω από την κεντρική αίθουσα βρίσκεται μία άλλη υπόγεια αίθουσα λαξευμένη στο βράχο η οροφή της οποίας στηρίζεται σε δεκαπέντε πώρινα(=από πωρόλιθο) τόξα, αποκαλούμενη Ιερά Κρύπτη (Sacred Crypte).[εκκρεμεί παραπομπή]

Ακουστική του χώρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η ακουστική του χώρου της υπόγειας αίθουσας. Επ' αυτού εκπονήθηκε μια μελέτη από τους επιστημονικούς συνεργάτες του Εργαστηρίου Ακουστικής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Καραμπατζάκη και Βασίλη Ζαφρανά,η οποία διήρκεσε 12 έτη και παρουσιάστηκε σε συνέδριο στην Ιταλία. Σύμφωνα με αυτήν,στην υπόγεια αίθουσα βασιλεύει απόλυτη ησυχία και ταυτόχρονα ο χρόνος αντήχησης του χώρου είναι εξαιρετικά χαμηλός. Οι κ.κ. Καραμπατζάκης και Ζοφρανάς χρειάστηκαν αλλεπάλληλες μετρήσεις και διαφορετικά και εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα, για να επιβεβαιώσουν αυτό το φαινόμενο. Η παρατήρηση των τόξων, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερα χαμηλές τιμές του χρόνου αντήχησης και του θορύβου βάθους, οδήγησαν τους δύο ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο χώρος ήταν συνειδητά κατασκευασμένος, ώστε να δημιουργεί στον επισκέπτη του έντονα ψυχοακουστικά φαινόμενα. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι ακουστικές τιμές, πλησιάζουν την ακουστικότητα που υπάρχει στους ανηχοϊκούς θαλάμους (σύγχρονα εργαστήρια ακουστικής).

Θνητοί στον Άδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στα αρχαία ελληνικά νεκυομαντεῖον, από το νέκυς=νεκρός. Βλ. Μέγα λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης. Γ΄. Αθήνα: Εκ του τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδη. 1904, σελ. 217, 218. 
  2. Σωτήριος Δάκαρης:΅Το Νεκρομαντείο του Αχέροντα, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα, Αθήναι 1965

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σωτήριος Δάκαρης: "Το Νεκρομαντείο του Αχέροντα", Αρχεία Ελλ. Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1965
  • Υπουργείο Πολιτισμού: "Το Νεκρομαντείο του Αχέροντα", Πρόγραμμα διαδικτύου "Οδυσσεύς"

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]